Ετικέτες

80's (1) αγανακτισμένοι (1) ανθρακωρύχοι (1) απεργία (1) απολιτικ (1) Αρκετά Καλός (1) Βενιζέλος (1) γάμος (1) γλυκά (1) γλώσσα (1) διήγημα (1) εκλογές 2015 (1) επαίτες (1) επιβάτες (1) επιστολή (1) ηλεκτρικός (3) θαυμάζω (1) θηλυκότητα (1) καθρέφτης (1) Καλλιθέα (1) κιλά (1) ΚΚΕ (1) κράζω (1) κρίση (1) κυβέρνηση (1) Κύριος (1) μάγος (1) μαντήλα (1) Μεγάλη Βρετανία (1) Μέρκελ (1) μέσα κοινωνικής δικτύωσης (1) Μοναστηράκι (2) Μουσουλμανισμός (1) μπούργκα (1) ναρκωτικά (1) ΝΔ (1) Παπαδιαμάντης (1) παραμύθι (2) ΠΑΣΟΚ (1) Πλατεία Δαβάκη (1) πολιτικά ορθό (1) πολιτική ορθότητα (1) ΠΟΤΑΜΙ (1) πρίζα (1) πρωθυπουργός (1) Ρωξάνη (1) Σαμαράς (2) σπολλάτη. παιδιά (1) Σταχτομπούτα (1) ΣΧΕΣΕΙΣ (1) σχέσεις (1) ταινία (1) Ταύρος (2) Τέλειος (1) Τζήμερος (1) τραπέζι (1) Τσίπρας (2) τυρκουάζ (1) υλική στέρηση (1) φεμινισμός (1) φτώχεια (1) χορευτής (1) Χριστούγεννα (1) χωριό του Άι Βασίλη (1) ψήφος (1) AIDS (1) Barbie (1) Da Capo (1) facebook (1) gay (1) jumbo (1) LGSM (1) Matthew Warchus (1) pride (1) social media (1) tweet (1) twitter (1)

Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

ΚΑΝΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ... ΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ





ΚΑΝΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ... ΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Ένα άδειο σπίτι ησυχία γεμάτο. Δεν ήταν πως έλειπαν τα πράγματα. Κάθε άλλο, όλα εκεί ήταν. Η απουσία του ενός όμως είναι αρκετή για να αδειάσουν όλα. 

"Τι φοβάσαι πιο πολύ;" 

"Τη στιγμή που θα σε χρειάζομαι πιο πολύ από κάθε άλλη κι εσύ δεν θα λες τίποτα."

Μια σιωπή μπορεί να είναι πιο τρομακτική από το μπαμπούλα που κρύβεται μέσα στη ντουλάπα, πιο εφιαλτική ακόμα κι από το κενό στην άκρη του γκρεμού. 

Είναι όμως αληθινή, κι αυτό την κάνει ακόμα πιο αβάσταχτη. Και είναι πάντα ανισόρροπη, γιατί ο ένας μίλησε, ζήτησε. Κι ο άλλος απλά άκουσε και δεν απάντησε. Ποτέ. Και είναι μαρτυρική, γιατί αυτός που ζήτησε, περιμένει. Αιχμάλωτος μέσα στην ίδια του την αδυναμία, δέσμιος της τυφλής ελπίδας που κουβαλάει μέσα της η αγάπη, πιο παιδί κι απ' τα παιδιά που πιστεύουν στον Άγιο Βασίλη...

Θα ήταν όλα πολύ εύκολα αν μια ευχή ήταν αρκετή.  Αλλά δεν είναι. Τώρα το ήξεραν και οι δύο, κι εκείνη που περίμενε κι εκείνος που ήταν οχυρωμένος στη σιωπή. 

Ο γκρεμός ήταν πάντα εκεί, όλος δικός της. Με ή χωρίς χαρταετό, την περίμενε πάντα. Κοίταξε πίσω της. Κανείς. Προχώρησε με αργά βήματα. Για μια φορά ακόμα κάθησε στα χώματα, αυτή τη φορά στην άκρη του γκρεμού, με τα πόδια της να κρέμονται στο κενό. Έκλεισε τα μάτια της κι έγινε πάλι οχτώ, παιδί μόνο και ξένο, τότε όπως και τώρα. Θα φοβόταν λιγότερο αν μπορούσε να πιάσει το χέρι του, όπως της είχε πει, αλλά τώρα ήταν μόνη της, χωρίς υποσχέσεις, χωρίς ευχές. Μαζί της είχε πάρει μόνο τη σιωπή του. 

Δεν έμαθε ποτέ αν πέταξε ή αν έπεσε. Όταν έφτασε στο ξέφωτο βρήκε μόνο ένα κομμάτι από το φουστάνι της πιασμένο σε ένα βράχο. Γύρισε σπίτι, έβαλε το κομμάτι ύφασμα δίπλα στην κούκλα που της είχε χαρίσει. Αν τελικά είχε πετάξει, τότε ίσως κάποιο βράδυ, μέσα στη νοσταλγία ενός ονείρου, του πιο ακριβού ονείρου της, να γύριζε. Κι αυτή τη φορά να ήθελε να χορέψει κι έπειτα να αποκοιμηθεί στην αγκαλιά του. Και τότε θα της έλεγε όσα έκρυψε μέσα στη σιωπή του και θα της έδινε την κούκλα μόνο για παιχνίδι, γιατί δεν θα την άφηνε ποτέ ξανά να κοιμηθεί μόνη της. 

Αν είχε πετάξει...