Ετικέτες

80's (1) αγανακτισμένοι (1) ανθρακωρύχοι (1) απεργία (1) απολιτικ (1) Αρκετά Καλός (1) Βενιζέλος (1) γάμος (1) γλυκά (1) γλώσσα (1) διήγημα (1) εκλογές 2015 (1) επαίτες (1) επιβάτες (1) επιστολή (1) ηλεκτρικός (3) θαυμάζω (1) θηλυκότητα (1) καθρέφτης (1) Καλλιθέα (1) κιλά (1) ΚΚΕ (1) κράζω (1) κρίση (1) κυβέρνηση (1) Κύριος (1) μάγος (1) μαντήλα (1) Μεγάλη Βρετανία (1) Μέρκελ (1) μέσα κοινωνικής δικτύωσης (1) Μοναστηράκι (2) Μουσουλμανισμός (1) μπούργκα (1) ναρκωτικά (1) ΝΔ (1) Παπαδιαμάντης (1) παραμύθι (2) ΠΑΣΟΚ (1) Πλατεία Δαβάκη (1) πολιτικά ορθό (1) πολιτική ορθότητα (1) ΠΟΤΑΜΙ (1) πρίζα (1) πρωθυπουργός (1) Ρωξάνη (1) Σαμαράς (2) σπολλάτη. παιδιά (1) Σταχτομπούτα (1) ΣΧΕΣΕΙΣ (1) σχέσεις (1) ταινία (1) Ταύρος (2) Τέλειος (1) Τζήμερος (1) τραπέζι (1) Τσίπρας (2) τυρκουάζ (1) υλική στέρηση (1) φεμινισμός (1) φτώχεια (1) χορευτής (1) Χριστούγεννα (1) χωριό του Άι Βασίλη (1) ψήφος (1) AIDS (1) Barbie (1) Da Capo (1) facebook (1) gay (1) jumbo (1) LGSM (1) Matthew Warchus (1) pride (1) social media (1) tweet (1) twitter (1)

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

ΚΥΑΝΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ: Ένα Παραμύθι σε Πρόβα Μέρος 3o



  

Ο ήχος από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου και ο θόρυβος της μηχανής λες και ξύπνησαν τον Κακομούτσουνο που εδώ και λίγη ώρα είχε απορροφηθεί στην ανάμνηση της τελευταίας του συζήτησης με τον Φωκίωνα. Μα επιτέλους τι είναι αυτός ο θόρυβος; Τ ι φασαρία είναι αυτή; Έρχεται απ’ έξω, αυτό είναι σίγουρο, μα τι γίνεται εκεί έξω; «Ο Παναδέξιος», σκέφτηκε ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος «σίγουρα αυτός ο άθλιος κάποια ζημιά έκανε πάλι. Όμως τι ζημιά να έκανε; Έξω έχει μόνο κλαδιά και σκουπίδια. 

Μα για στάσου, νομίζω ότι ακούω ομιλίες... ναι, ομιλίες. Ο Κακομούτσουνος τέντωσε τα αυτιά του, λες και θα αναγνώριζε τις φωνές που άκουγε. Η μία ήταν του Παναδέξιου που μάλλον τραύλιζε, λέγοντας «Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω,  Καλλιστώ», άλλη μία φωνή που δεν θύμιζε τίποτα στον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο και κάτω απ’ αυτές τις φωνές σαν να ξεχώρισε άλλη μία, γνώριμη μα και αντιπαθή. Και μόνο στην ιδέα εξοργίστηκε. «Αυτό μας έλειπε τώρα... Δε φαντάζομαι...». 

Χωρίς δεύτερη σκέψη άνοιξε την πόρτα και πετάχτηκε έξω από το εργαστήριο. Μα τι ήταν αυτό που αντίκρυζε; Ένα ροζ αμάξι, μια κοπέλα με  κίτρινο πουκάμισο και γαλάζια φούστα- η Καλλιστώ- και η Ρωξάνη με κίτρινο φόρεμα και μωβ ζώνη ήταν ένας πολύχρωμος συνωστισμός μέσα στην αυλή του Κακομούτσουνου που όπως φαντάζεστε έγινε έξαλλος! «Εεεε...», έβαλε μια δυνατή φωνή. «Τι φασαρία είναι αυτή;». Ο Παναδέξιος και οι δύο κοπέλες έπαψαν να μιλούν και γύρισαν προς τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο. «Το καλό που σας θέλω, ξεκουμπιστείτε το γρηγορώτερο από εδώ! Μαζέψτε τα και δρόμο!». Ο Παναδέξιος, και η Καλλιστώ σάστισαν, μα η Ρωξάνη απάντησε: «Ναι, κι εμείς χαιρόμαστε που σε βλέπουμε, αγαπητέ Κακομούτσουνε. Καλώς ωρίσαμε!». «Κακώς, κάκιστα ωρίσατε και κακό συναπάντημα να έχετε! Τι μου κουβαληθήκατε εδώ; Ποιος σας φώναξε;». Το βλέμμα του Κακού Μάγου Κακομούτσουνου έπεσε γεμάτο οργή πάνω στον καημένο τον Παναδέξιο. «Εσύ, εσύ άθλιο πλάσμα, το κανόνισες;». Ο Παναδέξιος έκανε ένα βήμα πίσω και η Ρωξάνη πετάχτηκε: «Μην τα βάζεις με τον Παναδέξιο. Τίποτα δεν ήξερε. Δική μου ιδέα ήταν...». 

Τόση ώρα ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος απέφευγε και να κοιτάξει τη Ρωξάνη, τώρα όμως στράφηκε προς το μέρος της. «Δική σου ιδέα... Βέβαια, μονίμως δική σου ιδέα είναι να ανακατεύεις τις ζωές των άλλων, κυρίως τη δική μου, να γίνεσαι ενοχλητική, τσιμπούρι! Και τώρα, τι μου κουβαλήθηκες; Σου’ πε κανείς ότι έχω όρεξη για βεγγέρες; Κάνε μου τη χάρη κι αδειάστε μου τη γωνιά! Αμέσως!». Όλοι είχαν απομείνει χωρίς μιλιά να κοιτάζουν τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο. «Ε, αρκετά! Μάθε λοιπόν, αφού το θες, ότι δεν ήρθα εδώ για να σου κάνω βεγγέρα. Δεν είχα, αλήθεια, τόση έννοια να σε δω! Και λυπάμαι, πραγματικά που το λέω, αλλά εσύ με αναγκάζεις. Και το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι χρειάζομαι τη βοήθειά σου..» Η Ρωξάνη δεν είχε προλάβει να ολοκληρώσει ακόμα τη φράση της, όταν ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τη διέκοψε: «Ρωξάνη, για να μην αναγκαστώ να σου πω πράγματα πολύ άσκημα, κάνε μου τη χάρη και σήκω φύγε Τ Ω Ρ Α!». «Μου φαίνεται ότι δεν με άκουσες πριν. Σου λέω, υπάρχει πρόβλημα, χρειάζομαι τη βοήθειά σου. Το καταλαβαίνεις;» «Όχι, δεν καταλαβαίνω και ξέρεις και κάτι; Δεν μ’ ενδιαφέρει. Έκανες τις επιλογές σου σ’ αυτή τη ζωή, τώρα να μάθεις να ζεις και μ’ αυτές. Δεν σε κάλεσα εγώ, ποτέ δεν ζήτησα τη βοήθειά σου και δεν βρίσκω κανένα λόγο να σου δώσω τη δική μου.» 

Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος θα συνέχιζε για πολύ ακόμα, αλλά η Ρωξάνη τον διέκοψε. «Σωστά, εγώ έκανα τις επιλογές μου και ξέρω ποιες είναι. Εσύ, όμως; Τι έχεις επιλέξει σ’ αυτή τη ζωή; Ε;» Ρωξάνη και Κακός Μάγος Κακομούτσουνος κοιτάζονταν κατάματα, ο Παναδέξιος απορούσε με το θάρρος –για να μην πει θράσος- της Ρωξάνης, ενώ η Καλλιστώ που είχε κουραστεί από τη διαδρομή κι ολοφάνερα βαριόταν, κατάπινε το ένα μετά το άλλο τα χασμουρητά της. Ο Παναδέξιος έριξε μια ανήσυχη ματιά γύρω του- ευτυχώς, φτυάρια, σκούπες και τσουγκράνες ήταν μακρυά απο τον φανερά οργισμένο κύριό του! Η Ρωξάνη –για την ώρα, τουλάχιστον- δεν κινδύνευε. 

Τη συμπαθούσε ο Παναδέξιος τη Ρωξάνη. Ήταν γλυκομίλητη και πάντα χαμογελαστή. Και πάντα μύριζε υπέροχα. Μιλούσε πολύ, αστειευόταν ακόμα περισσότερο, και γελούσε ακόμα πιο πολύ!  Πολλές φορές είχε αναρωτηθεί πώς ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος και η Ρωξάνη ήταν φίλοι. Κάθε φορά που ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος έστελνε τον Παναδέξιο στην Πολιτεία, ο Παναδέξιος δεν παρέλειπε ποτέ να περάσει από το σπίτι της Ρωξάνης. Και η Ρωξάνη του έφτιαχνε ζεστή σοκολάτα και του έδινε κουλουράκια κανέλλας, ενώ την τελευταία φορά τον κέρασε παγωτό βανίλια με σιρόπι κεράσι –κι ο Παναδέξιος λάτρευε τη ζεστή σοκολάτα, τα κουλουράκια κανέλλας, και κυρίως το παγωτό βανίλια με σιρόπι κεράσι. 

Σε μια από αυτές τις επισκέψεις, ο Παναδέξιος είπε στη Ρωξάνη την απορία του. «Ξέρετε, πολύ συχνά αναρωτιέμαι πώς ο κύριός μου κι εσείς ήσασταν κάποτε φίλοι. Θέλω να πω, εσείς είστε τόσο χαρούμενη, ομιλητική, αγαπάτε τον κόσμο...» και τη ζωή, ήθελε να συμπληρώσει ο Παναδέξιος, αλλά το κατάπιε. Κοιτούσε τη Ρωξάνη και περίμενε μια απάντηση. Η Ρωξάνη μασούλησε το υπόλοιπο από το κουλουράκι κανέλλας που κρατούσε αλλά δεν εννοούσε να μιλήσει. «Η Ρωξάνη έχει οπωσδήποτε πολύ καλούς τρόπους και σε καμία περίπτωση δε θα απαντούσε με γεμάτο στόμα», σκέφτηκε ο Παναδέξιος. Η αλήθεια ήταν ότι σίγουρα η Ρωξάνη είχε καλούς τρόπους, αλλά μάλλον τώρα δεν ήταν η καλή ανατροφή της – ή τουλάχιστον όχι μόνο αυτή- που την εμπόδιζε να απαντήσει. Κοίταξε τον Παναδέξιο που με υπομονή την περίμενε να καταπιεί και το τελευταίο ψίχουλο από το κουλουράκι της. Έσκυψε προς το μέρος του, του έπιασε το χέρι και με πολύ τρυφερή φωνή, του είπε «Ξέρεις πως καταλαβαίνουμε ότι ένα πρόσωπο στη ζωή μας είναι ξεχωριστό, είναι το πιο ξεχωριστό, το πιο σημαντικό, Παναδέξιε;» Η Ρωξάνη δεν περίμενε απάντηση, συνέχισε. «Το καταλαβαίνουμε όταν το μόνο που μας απασχολεί είναι αυτό το πρόσωπο να είνα καλά, όταν ανησυχούμε μήπως κάτι κακό του συμβεί, όταν το πρόσωπο αυτό αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας, όταν η πρώτη και η τελευταία μας σκέψη είναι αυτό το πρόσωπο, γιατί νιώθουμε πως ό,τι και να γίνει, όπου κι αν βρίσκεται, όσο λίγο κι αν μοιάζουμε, όσο πολύ κι αν διαφέρουμε...» Σταμάτησε και για λίγο φάνηκε να χάθηκε μέσα σε εικόνες και αναμνήσεις, κι ίσως στο βάθος τυ μυαλού της να συνάντησε κάποιον που ήξερε παλιά κι ίσως για μια στιγμή να πιάστηκε από μια ελπίδα που κάποτε είχε, ένα όνειρο που κάποτε τη συντρόφευε... Τα σχεδόν μόνιμα γελαστά ματάκια της ήταν τώρα θολά κι ήταν φανερό πως κατέβαλλε μεγάλη προσπάθεια για να μην κλάψει. Ο Παναδέξιος πραγματικά δεν ήξερε τι να πει, κι έτσι το μόνο που έκανε ήταν να σφίξει το χέρι της Ρωξάνης και να περιμένει να ολοκληρώσει τη σκέψη της. «... όσο πολύ, λοιπόν, κι αν διαφέρουμε, αυτό το πρόσωπο το αγαπάμε», είπε με μιας και σταμάτησε. Κι έπειτα από μια μικρή παύση, συμπλήρωσε: «Ακόμα κι όταν ξέρουμε ότι αυτό το πρόσωπο μπορεί να μη μας αγαπάει πια...» 

Ο Παναδέξιος ήταν τώρα αυτός έτοιμος να κλάψει, όμως συγκρατήθηκε κι απλά εξακολούθησε να κρατάει το χέρι της Ρωξάνης που φαινόταν να έχει ξαναχαθεί μέσα στις σκέψεις και τις αναμνήσεις της. Κι έπειτα ξαφνικά ο Παναδέξιος έκανε μια σκέψη που δεν ήξερε αν θα μπορούσε να σημαίνει κάτι για τη Ρωξάνη, θεώρησε όμως σωστό να τη μοιραστεί μαζί της. «Τι δουλειά έκανε ο κύριός μου πριν καταπιαστεί με τη μαγεία, ξέρετε τον παλιό καιρό...;» Ο Παναδέξιος ήξερε πολύ καλά ότι κάθε συζήτηση που αφορούσε «τον παλιό καιρό» ήταν απαγορευμένη και η Ρωξάνη επίσης το ήξερε, γι’αυτό και ξαφνιάστηκε από την ερώτηση. Εξ άλλου δεν μπορούσε να καταλάβει σε τι ωφελούσε το επάγγελμα του Κακομούτσουνου την έτσι κι αλλιώς μάταιη συζήτηση που είχαν αρχίσει με τον Παναδέξιο,  παρ’ όλ’αυτά του απάντησε: «Ήταν χημικός. Αλλά αυτό που του άρεσε πραγματικά να κάνει ήταν να φτιάχνει αρώματα...» Κι ύστερα από λίγο, συμπλήρωσε: «Ήμασταν ακόμα παιδιά, όταν ο Ευγένιος μου έφτιαξε το πρώτο μου άρωμα. Άνθη λεμονιάς,νεραντζιάς και κίτρου και κάτι ακόμα που φυσικά δεν μου αποκάλυπτε. Ήταν το μυστικό της τέχνης του, όπως συνήθιζε να λέει... Βέβαια, τώρα έχω χρόνια να φορέσω άρωμα του. Καταλαβαίνεις φυσικά το γιατί, ε; Αλλά γιατί με ρωτάς;» 

Ο Παναδέξιος όμως δεν απαντούσε. Απλά κοιτούσε τη Ρωξάνη. Μέσα σε λίγα λεπτά είχε δεχτεί πολλές πληροφορίες, είχε κάνει πολλές σκέψεις και το ταλαίπωρο μυαλουδάκι του προσπαθούσε να τα βάλει όλα σε μια τάξη. Γιατί είχε μάθει όχι μόνο τι δουλειά έκανε ο κύριός του αλλά και πως είχε κι ένα όνομα. Κι έπειτα παρατήρησε πως ήταν η πρώτη φορά που η Ρωξάνη είχε αναφερθεί στον Κακομούτσουνο με το πραγματικό του όνομα. Και προς θεού, έπρεπε να βεβαιωθεί ότι το συμπέρασμά του ήταν σωστό, ώστε να μην κάνει κάποια γκάφα, πράγμα όχι σπάνιο για τον ίδιο. Γι΄αυτό και συνέχισε τις ερωτήσεις. «Πόσο καιρό σας κρατούσε το κάθε μπουκαλάκι, κάθε πότε σας έφτιαχνε ένα καινούργιο;» Η Ρωξάνη, όσο έξυπνη κι αν ήταν, δεν μπορούσε να αντιληφθεί πού το πήγαινε ο Παναδέξιος, ίσως όλες αυτές οι ερωτήσεις ήταν από απλή περιέργεια και αφέλεια,  ή ακόμα μια προσπάθεια του Παναδέξιου να μάθει λίγα περισσότερα για τον Κακομούτσουνο. Από την άλλη, η κουβέντα της με τον Παναδέξιο την είχε γυρίσει σε μια άλλη ζωή, πριν χρόνια, και της άφηνε μια γεύση γλυκόπικρη και γλυκόξινη μαζί, όμοια με τη μυρωδιά που είχε το άρωμα που της έφτιαχνε ο Ευγένιος. Γιατί πάντα στις δικές της σκέψεις, ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος παρέμενε ο Ευγένιος, ο αγαπημένος παιδικός της φίλος... «Περίπου ένα μήνα. Κάθε ένα μήνα μου έφτιαχνε ένα ακόμα άρωμα. Και πάντα με πείραζε, που το χαλούσα τόσο γρήγορα... Αλλά γιατί με ρωτάς;» 

Ο Παναδέξιος εδώ και ώρα συνδύαζε μέσα στο συγχυσμένο μυαλό του στιγμές, φωνές, σιωπές. Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος που κάθε ένα μήνα τον έστελνε στην Πολιτεία για να αγοράσει τις απαραίτητες προμήθειες και που πάντα μέσα στη λίστα με τα πράγματα υπήρχαν κίτρα, νεράντζια και λεμόνια. Κι ο Παναδέξιος δε θυμόταν ποτέ να είχαν φτιάξει γλυκό νεραντζάκι, μια λεμονόπιτα ή έστω μια λεμονάδα. Κι ύστερα, ο Κακομούτσουνος να κλείνεται στο εργαστήριο για ώρες, μόνος του. Κι εκείνες τις ώρες ο Παναδέξιος είχε πάντα άδεια, μπορούσε να πάει βόλτα στην Πολιτεία και να γυρίσει όσο πιο αργά γινόταν. Κι ο Παναδέξιος θυμόταν πως ο Κακομούτσουνος εκείνες τις μέρες ήταν πιο παράξενος από ποτέ. Ήταν όπως πάντα βλοσυρός, μα με έναν αλλιώτικο τρόπο. Τα μάτια του δεν είχαν μέσα οργή, μα μια βαθιά θλίψη. Και κάθε φορά που ο Παναδέξιος επέστρεφε από τις βόλτες του, ο Κακομούτσουνος δεν έβγαζε λέξη. Σερνόταν μέχρι την πόρτα του εργαστηρίου κι έφευγε. Γυρνούσε μετά από ώρες. Ο Παναδέξιος δεν διανοήθηκε ποτέ να ρωτήσει τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο ούτε τι έκανε ούτε πού πήγαινε. Κάθε φορά όμως το εργαστήριο είχε μια όμορφη, ξινούτσικη μυρωδιά... Κι έπειτα μια μέρα, καθώς ξεσκόνιζε το παλιό δρύινο μπαούλο, η ίδια μυρωδιά ανάβλυζε από το εσωτερικό του... 

«Παναδέξιε, γιατί μου κάνεις όλες αυτές τις ερωτήσεις;» Τώρα όμως ήταν η σειρά του Παναδέξιου να χαθεί μέσα στις σκέψεις του. «Παναδέξιε, σου μιλάω», και τώρα η Ρωξάνη είχε υψώσει τον τόνο της φωνής της. «Τι θες να μάθεις;» Ο Παναδέξιος, αντί για απάντηση, έκανε ακόμα μια ερώτηση «Πότε ήταν η τελευταία φορά που σας έφτιαξε ένα άρωμα;» «Πριν πέντε χρόνια, αλλά αλήθεια δεν καταλαβαίνω...» Ο Παναδέξιος όμως τώρα φαινόταν να μην ακούει πια τη Ρωξάνη «Πέντε χρόνια, δώδεκα μήνες ο χρόνος, ένα μπουκαλάκι το μήνα, πέντε επί δώδεκα...» Κι έπειτα πάλι στράφηκε στη Ρωξάνη. «Μήπως έχετε ένα χαρτί κι ένα μολύβι; Θέλω να κάνω έναν πολλαπλασιαμό...» Ξαφνικά κοκκίνισε. Τα μαθηματικά δεν ήταν ποτέ το δυνατό του σημείο... Η Ρωξάνη όμως φαινόταν να χάνει την υπομονή της. «Παναδέξιε, αν δε μου πεις τι συμβαίνει και μου κάνεις όλες αυτές τις παράξενες, τις... τις αλλόκοτες ερωτήσεις, στο ορκίζομαι, θα σε βάλω να μου πεις απ’ έξω όλη την προπαίδεια!» Σε άλλες συνθήκες η απειλή θα έπιανε τόπο, γιατί ο Παναδέξιος μπερδευόταν με την προπαίδεια, αλλά τώρα λίγο τον ένοιαζε. Κι έτσι συνέχισε: «Πέντε επί δώδεκα...» κι έπειτα από μια μικρή παύση «Εξήντα! Εξήντα!» «Μπράβο, Παναδέξιε, πέντε επί δώδεκα κάνει εξήντα, εδώ και αιώνες, φαντάζομαι, αλλά...» Ο Παναδέξιος έπιασε τώρα με δύναμη το χέρι της Ρωξάνης και της είπε με μιας: «Εδώ και πέντε χρόνια, κάθε μήνα κι ένα μπουκαλάκι, κάθε μήνα, εδώ και πέντε χρόνια, σας φτιάχνει από ένα μπουκαλάκι άρωμα, σας έχει φτιάξει...» «Εξήντα μπουκαλάκια άρωμα...» συμπλήρωσε σχεδόν ανέκφραστη η Ρωξάνη. «Γι’ αυτό σας έκανα όλες αυτές τις ερωτήσεις. Ήθελα να σιγουρευτώ ή μάλλον να σιγουρευτείτε εσείς...» «Για ποιο πράγμα;» «Για το αν ο κύριός μου δε σας αγαπά πια ή αν σας αγαπά ακόμα...» Και χωρίς να περιμένει την απάντηση της Ρωξάνης «Νομίζω, όμως, ότι είναι αργά, και σας κούρασα. Θα πρέπει να φύγω, να σας αφήσω να ησυχάσετε, να σκεφτείτε με την ησυχία σας...» Αυτή ήταν η τελευταία φορά που ο Παναδέξιος είχε συναντήσει τη Ρωξάνη. Η τελευταία μέχρι σήμερα... 

Μα όση ώρα ο Παναδέξιος ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του, ο καυγάς ανάμεσα στον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο και τη Ρωξάνη είχε φουντώσει για τα καλά. «Όπως πάντα, έτσι και τώρα, είσαι ένα επιπόλαιο, απερίσκεπτο πλάσμα, που κάνει ό,τι του κατέβει, ανακατεύει τους πάντες και τα πάντα, γιατί το βρίσκει αστείο και χαριτωμένο, κι όταν κάτι δεν πάει καλά, αλίμονο, η Ρωξάνη είναι πολύ μικρή, πολύ αδύναμη για να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά! Κάποιος άλλος πρέπει να λύσει το πρόβλημά της! Κάποιος άλλος να λύσει το δικό της πρόβλημα για εκείνη!» «Επιπόλαιη και απερίσκεπτη και χαζοχαρούμενη, οπωσδήποτε! Πόσο εύκολο σου είναι να αποδίδεις χαρακτηρισμούς στους άλλους, έχεις σίγουρα ταλέντο στο να στολίζεις τους πάντες με χίλια κοσμητικά! Η ειρωνία και η πικροχολία είναι σίγουρα το δυνατό σου σημείο και φυσικά όλοι εδώ σε φοβούνται και κανείς δεν τολμάει να σου αντιμιλήσει, όχι όμως κι εγώ! Μπορείς λοιπόν να με βρίζεις όσο θες και να με στολίζεις όπως σου κάνει κέφι, εγώ όμως δεν πρόκειται να φύγω, το κατάλαβες; Και μάθε ότι χρειάζομαι τη βοήθειά σου όχι για να λύσω ένα δικό μου πρόβλημα, ή τουλάχιστον όχι μόνο δικό μου...». 

Καθώς πρόφερε τις τελευταίες λέξεις, χαμήλωσε τον τόνο της φωνής της και πήρε μια θλιμμένη έκφραση. Ο Κακος Μάγος Κακομούτσουνος δε φάνηκε να αντιλαμβάνεται την αλλαγή στη διάθεση της Ρωξάνης, ήταν πολύ θυμωμένος για να αντιληφθεί ο,τιδήποτε άλλο εκτός από το ότι στον κήπο του σπιτιού του είχαν κουβαληθεί ανεπιθύμητοι επισκέπτες που του χαλούσαν την ηρεμία του, δεν τον άφηναν να συγκεντρωθεί στο λόγο που είχε να ετοιμάσει κι ακόμα χειρότερα, ανάμεσα στους επισκέπτες του ήταν και η Ρωξάννη! Κι έτσι συνέχισε: «Τι θράσσος! Και μου έρχεσαι απρόσκλητη, και θες τη βοήθειά μου, και μάλιστα για ένα πρόβλημα που δεν είναι δικό σου! Κι όλα αυτά μόλις δυο μέρες πριν από το Μεγάλο Συνέδριο των Μάγων! Και οπωσδήποτε, ακόμη κι αν δεν στο’χω πει εγώ, είμαι σίγουρος πως ξέρεις ότι σκοπεύω να λάβω μέρος.» Πάνω σ’ αυτό, ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος έριξε μια άγρια ματιά στον Παναδέξιο και συνέχισε: «Γιατί οπωσδήποτε, κάποιος φροντίζει να σε ενημερώνει! Μα δε μου λες, επίτηδες το κάνεις;» «Δεν ξέρεις τι λες!» «Εσύ όμως δεν ξέρεις τι κάνεις! Όπως πάντα και ....» «Ευγένιε! Θα το βουλώσεις επιτέλους; Ράγισε ο Κυανός Καθρέφτης», είπε η Ρωξάνη κι ακούμπησε εξαντλημένη πάνω στο ροζ αυτοκίνητο.

 Όση ώρα ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος και η Ρωξάνη μάλωναν, ο Παναδέξιος και η Καλλιστώ τους κοιτούσαν απορημένοι. Μα τώρα είχαν όλοι παγώσει. Γιατί ακόμα κι αν δεν ήξερες τον Κακομούτσουνο, λίγο αν τον έβλεπες, καταλάβαινες αμέσως ότι δεν του αντιμιλάς εύκολα, πολύ περισσότερο δεν του λες να «το βουλώσει»! Κι έπειτα, τι σήμαινε η φράση «ράγισε ο Κυανός Καθρέφτης»;  Τώρα όλοι είχαν καρφώσει τα μάτια τους στον Κακομούτσουνο και περίμεναν, τι άλλο, μια οργισμένη αντίδραση, πολλές φωνές και ακόμα περισσότερες βρισιές και προσβολές. Μα ο Κακομούτσουνος είχε μείνει άναυδος. Κοιτούσε τη Ρωξάνη χωρίς να μιλάει και προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι τον είχε σοκάρει περισσότερο από αυτά που είχε ακούσει: το ότι κάποιος του είπε να το βουλώσει, το ότι τον φώναξε με το μικρό του όνομα ή ότι ράγισε ο Κυανός Καθρέφτης. Η αλήθεια είναι δε θυμόταν να του είχε πει ποτέ κανείς να το βουλώσει, είχαν χρόνια να τον φωνάξουν με το μικρό του όνομα, όσο για τον Κυανό Καθρέφτη, αυτό θα προτιμούσε να μην το είχε ακούσει καθόλου... Όμως τα είχε ακούσει όλα και τα είχε καταλάβει όλα. Λες και με μια φράση η Ρωξάνη τον έκανε να συνέλθει από έναν λήθαργο. Και είχε πέσει σ’ αυτόν το λήθαργο εδώ και χρόνια. Κι έρχεται τώρα η Ρωξάνη και με μια φράση τον επαναφέρει. Τον βάζει στη θέση του, γιατί ακόμα και ο Κακομούτσουνος πρέπει να το βουλώνει κάποτε! Γιατί ο Κακομούτοσουνος ήταν κάποτε ο Ευγένιος, είχε μια άλλη ζωή, ήταν κάποιος άλλος και γιατί ο Κυανός Καθρέφτης ήτσν ο κρίκος που συνέδεε το παρελθόν του με το παρόν του, και όχι μόνο. Ήταν κάτι πολύ περισσότερο, κι ο Κακομούτσουνος το ήξερε πολύ καλά αυτό...

 Έφερε το χέρι του στο μέτωπό του, σαν να προσπαθούσε να συγκρατήσει τις σκέψεις του μέσα στο μυαλό του, να ξεμπερδέψει τις σκόρπιες αναμνήσεις που τα τελευταία λεπτά τον είχαν κατακλύσει. Η Ρωξάνη τον πλησίασε. «Γι’ αυτό ήρθα», του είπε με σιγανή φωνή. «Είσαι σίγουρη;» τη ρώτησε με φωνή το ίδιο χαμηλή. Η Ρωξάνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Κακομούτσουνος και Ρωξάνη στέκονταν ο ένας απέναντι στον άλλο τώρα και κοιτάζονταν χωρίς να μιλάνε. Ο Παναδέξιος και η Καλλιστώ τα είχαν χαμένα. Πριν μερικά λεπτά ο Κακομούτσουνος και η Ρωξάνη μάλωναν με το χειρότερο τρόπο, και τώρα κοιτάζονταν στα μάτια και μιλούσαν χαμηλόφωνα! Η Καλλιστώ που από την αρχή βαριόταν και που όσο προχωρούσε η ώρα καταλάβαινε όλο και λιγότερα από όσα έλεγαν η Ρωξάνη και ο Κακομούτσουνος, είχε ξαφνικά βρει ενδιαφέρον στη συζήτηση γιατί της άρεααν οι ρομαντικές ιστορίες. Και με το δικό της μυαλό, σε όλο αυτό μπορούσε να δει μόνο μια ρομαντική ιστορία. Ας μη βιαστούμε όμως να κρίνουμε την Καλλιστώ, γιατί ίσως να μην μπορεί – ακόμα τουλάχιστον- να δει όλη την εικόνα, ωστόσο ίσως το κομμάτι που βλέπει να μην είναι και τόσο λάθος... Ο Παναδέξιος πάλι, ήταν σίγουρος πως το ράγισμα του Κυανού Καθρέφτη ήταν οπωσδήποτε κάτι πολύ σοβαρό, χωρίς βέβαια να καταλαβαίνει για ποιον ακριβώς λόγο. Και από την άλλη, παρ’όλο που αυτό το ράγισμα φάνταζε στο μυαλό του σαν κάτι σοβαρό κι επικίνδυνο, βαθιά μέσα του ήταν χαρούμενος γιατί ο Κακομούτσουνος και η Ρωξάνη είχαν συναντηθεί. 

Η Ρωξάνη και ο Κακομούτσουνος συνέχιζαν τη συζήτησή τους σε χαμηλούς τόνους. «Πότε έγινε?» «Πριν δυο εβδομάδες με ειδοποίησε ο Άλκιμος. Τον θυμάσαι τον Άλκιμο, ε;» Ο Κακομούτσουνος τώρα της έριξε μια αγριεμένη ματιά. «Δεν ξεχνιέται ο Άλκιμος ο Ράφτης ο Ποντικομούρης! Πώς το έμαθε αυτός;» Κι έπειτα, τάχα μου αδιάφορα: «Έχετε ακόμα επαφές, ε;» Και αμέσως μετά, με μια διάθεση ειρωνίας: «Μη μου πεις ότι ακόμα σου φτιάχνει φουστάνια για τις κούκλες σου! » Η Ρωξάνη δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί  η να εκνευριστεί με τα σχόλια του Κακομούτσουνου –προφανώς οι απαντήσεις του της προκαλούσαν και τα δύο συναισθήματα. Ωστόσο ήξερε πως ήταν πολλά αυτά που έπρεπε να ειπωθούν, ακόμα περισσότερα αυτά που έπρεπε να γίνουν, και αλίμονο, ο χρόνος θα ήταν αρκετός; «Ο Άλκιμος, όπως ξέρεις, εκτός από ποντικομούρης ράφτης, είναι Μέγας Ράφτης, που σημαίνει ότι έχει πρόσβαση...» «Στην Αίθουσα των Καθρεφτών του Κόσμου», την έκοψε ο Κακομούτσουνος, αυτή τη φορά σκεπτικός. «Μα βέβαια, πώς το ξέχασα;», συμπλήρωσε. «Ωστόσο δεν ξέχασες ότι κάποτε μου έραβε φουστάνια για τις κούκλες μου», σκέφτηκε η Ρωξάνη αλλά δεν του το είπε, παρα μόνο έσκασε ένα δειλό χαμόγελο και συνέχισε: «Πριν ένα μήνα περίπου άρχισαν να θολώνουν κάποιοι Καθρέφτες στην Αίθουσα, για λίγα λεπτά ο καθένας. Κι έπειτα καθάριζαν πάλι. Και πάλι θόλωναν, για περισσότερη ώρα, και πάλι καθάριζαν. Μα κάθε φορά η θαμπάδα διαρκούσε περισσότερο κι ήταν ακόμα δυσκολότερο να ξεθολώσουν... Κι ύστερα θόλωσαν όλοι οι Καθρέφτες και...» «Και κάπως έτσι ράγισε ο Κυανός Καθρέφτης...», συμπλήρωσε ο Κακομούτσουνος» Κι αμέσως μετά: «Κι ο όρκος; Εγώ δεν τον έσπασα ποτέ...» «Ο όρκος σου σημαίνει πως ο Κυανός Καθρέφτης προστατεύεται ακόμα από τους Φύλακες, πως δε θα σπάσει εξ αιτίας σου, όχι ότι δε θα σπάσει ποτέ... Μα το ξέρεις αυτό, Ευγένιε, όχι;» 

Ο Κακομούτσουνος το ήξερε, μα ήθελε να βεβαιωθεί πως δεν ήταν δική του ευθύνη όλο αυτό, ήθελε να το ακούσει.  «Μα τότε, πώς;… Για να θολώσουν οι Καθρέφτες και για να φτάσουμε στο σημείο να ραγίσει ο Κυανός Καθρέφτης σημαίνει ότι κάπου στον κόσμο σπάνε ολοένα και περισσότεροι καθρέφτες…» , κι αυτή τη φορά ήταν σα να μίλαγε περισσότερο στον εαυτό του. Κι έπειτα στράφηκε πάλι προς τη Ρωξάνη. «Να φανταστώ ότι οι Φύλακες έχουν αποκλείσει το ενδεχόμενο να είναι όλο αυτό μια σύμπτωση, ε;» Ο Κακομούτσουνος ήξερε καλύτερα από τον καθένα ότι μία ή ακόμα και περισσότερες συμπτώσεις δεν είχαν τη δύναμη να ραγίσουν τον Κυανό Καθρέφτη, ωστόσο βαθιά μέσα του ευχόταν να είναι έτσι… «Το ξέρεις ότι οι συμπτώσεις δεν αρκούν για να γίνει κάτι τέτοιο. Οι Φύλακες είναι πεπεισμένοι ότι πίσω απ’ αυτό υπάρχει ένα οργανωμένο σχέδιο… Γι’ αυτό και μ’ έστειλαν εδώ…» Ο Κακομούτσουνος όμως φαινόταν να μην ακούει τη Ρωξάνη.  «Τότε, η Φοβώ;...» «Και οι Φύλακες αυτήν υποψιάζονται, αλλά δεν έχουν στοιχεία στα χέρια τους. Και γι’ αυτό χρειάζονται τη βοήθειά σου.»

 Ήταν φανερό πως εδώ και ώρα Κακομούτσουνος και Ρωξάνη είχαν εντελώς απορροφηθεί στην κουβέντα τους, ενώ είχαν παντελώς ξεχάσει τον Παναδέξιο, και την  Καλλιστώ. «Αυτό σημαίνει πως έχουν θολώσει και οι δικοί σου καθρέφτες...», ψιθύρισε η Ρωξάννη. «Κι όχι μόνο...», αποκρίθηκε ο Κακομούτσουνος. Κι αμέσως μετά: «Παναδέξιε, πόσες μέρες έχεις να πας στο παλιό σπίτι; «Ακριβώς μια εβδομάδα» «Πρέπει να πάω στο σπίτι», είπε ο Κακομούτσουνος και έκανε να ξεκινήσει. Η Ρωξάνη όμως τον έπιασε δειλά από το μπράτσο και με τα μάτια της του έδειξε προς τη μεριά που στεκόταν η Καλλιστώ. «Μα, ναι, βέβαια», είπε με σιγανή φωνή. Κι έπειτα, φώναξε στον Παναδέξιο: « Παναδέξιε, οδήγησε την κυρία στο εργαστήριο...Ε, ναι... λοιπόν, είμαι ο Μάγος Κακομούτσουνος, ε...» Ώστε έτσι λοιπόν. Ακόμα κι ο Κακομούτσουνος έρχεται σε αμηχανία και χάνει τα λόγια του. Για φαντάσου! Η Ρωξάννη το κατάλαβε αμέσως κι έσπευσε να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση. «Πλησίασε, Καλλιστώ. Όπως βλέπεις, δεν δαγκώνει!» Ο Κακομούτσουνος της έριξε μια αγριεμένη ματιά, αλλά εδώ και ώρα τον απασχολούσαν άλλα πράγματα, πολύ πιο σοβαρά από το θυμό του. Η κοπέλα πλησίασε. «Από δω η Καλλιστώ, προσωπική βοηθός και φύλακας άγγελός μου!» είπε η Ρωξάννη. «Κι από’ δω, Καλλιστώ, ο παιδικός μου φίλος Ευγένιος ή αν προτιμάς Κακός Μάγος Κακομούτσουνος.» Η Καλλιστώ χαμογέλασε στον Κακομούτσουνο και πιάνοντας τη φούστα της  έκανε κάτι σαν υπόκλιση. Ο Κακομούτσουνος κούνησε το κεφάλι του. Αλλά οπωσδήποτε δεν χαμογέλασε. Αν και θα το ήθελε... Στράφηκε στον Παναδέξιο που είχε επίσης πλησιάσει. «Εσύ απ’ ό,τι φαίνεται, Παναδέξιε, γνωρίζεις την κοπέλα ε;» «Την έχω συναντήσει στο σπίτι της κυρίας Ρωξάνης κάποιες φορές, όταν με στέλνατε στην Πολιτεία...», απάντησε διστακτικά ο Παναδέξιος ενώ κοιτούσε τα παπούτσια του. «Τώρα ο Κακομούτσουνος θα θυμώσει μαζί μου», σκεφτόταν «επειδή πήγαινα στη Ρωξάνη και δεν του το είχα πει...». Ο Κακομούτσουνος, η αλήθεια είναι, εκνευρίστηκε που ο Παναδέξιος έκανε παρέα με τη Ρωξάνη πίσω από την πλάτη του, δεν μπορούσε όμως και να τον κατσαδιάσει επειδή συμπαθούσε τη Ρωξάνη. Εξ άλλου, ο Κακομούτσουνος ήξερε πόσο αγαπητή μπορούσε να γίνει η Ρωξάνη, πόσο επικίνδυνα αγαπητή...  Κι έτσι είπε: «Δεν μου είχες πει ποτέ πώς περνούσες την ώρα σου στην Πολιτεία». Ο Παναδέξιος ξαφνιάστηκε με την απάντηση του Κακομούτσουνου. Σταμάτησε να κοιτάει τα παπούτσια του κι έστρεψε το βλέμμα του στον Κακομούτοσουνο που τον κοιτούσε σοβαρός αλλά ήρεμος.  «Δεν με ρωτήσατε ποτέ», αποκρίθηκε ο Παναδέξιος, λέγοντας στην ουσία το πρώτο πράγμα που του ήρθε στο μυαλό. Ο Κακομούτσουνος δεν απάντησε, παρά απόμεινε να κοιτάζει τον Παναδέξιο. «Σήμερα είναι η δεύτερη φορά που του λέω τι σκέφτομαι και δεν γίνεται έξαλλος μαζί μου, αλλά με ακούει», σκεφτόταν ο Παναδέξιος. «Ποτέ δεν ρώτησα τον Παναδέξιο τι έκανε όταν δεν ήταν μαζί μου, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα να μάθω πώς περνούσε την ώρα του στην Πολιτεία», σκεφτόταν ο Κακομούτσουνος. 

Η Ρωξάνη ίσως να μην μπορούσε να μαντέψει τις σκέψεις του Κακομούτσουνου και του Παναδέξιου, μπορούσε όμως να αισθανθεί την αλλαγή στη σχέση ανάμεσά τους. Ωστόσο το πρακτικό της πνεύμα της έλεγε πως τώρα δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να λύσουν ο Κακομούτσουνος και ο Παναδέξιος το πρόβλημα της επικοινωνίας τους, κι έτσι είπε: «Ευγένιε, δεν έχουμε και πολύ χρόνο στη διάθεσή μας...» Ο Κακομούτσουνος γύρισε προς το μέρος της. «Πολύ χρόνο για να κάνουμε τι;» «Τι τι να κάνουμε; Να το σταματήσουμε όλο αυτό...» «Ρωξάνη, ακούς τον εαυτό σου που μιλάει; Να σταματήσουμε κάτι τόσο φοβερό, όταν μάλιστα δεν έχουμε και ιδέα ποιος κρύβεται πίσω από αυτό! Και να το σταματήσουμε ποιοι; Ένας μάγος που δεν είναι καν μέλος του Μεγάλου Συμβουλίου των Μάγων, ο ταλαίπωρος βοηθός του, μια πρώην νεράιδα, και η γραμματέας της! Α, και μια χούφτα Μεγάλοι Ράφτες που μπορούν να μπαινοβγαίνουν στην Αίθουσα των Καθρεφτών του Κόσμου! Τι ομάδα για να σώσει την ανθρωπότητα από το χάος, αλήθεια!» «Ωραία, και τι προτείνεις; Να μείνουμε με τα χέρια σταυρωμένα και να περιμένουμε το χάος να έρθει; Ε; Κι έπειτα, ξεχνάς ποιος είσαι;...» Ο Κακομούτσουνος δεν περίμενε να ολοκληρώσει η Ρωξάνη τη φράση της. «Ποιος ήμουν, θες να πεις. Έστω. Κι έτσι αν είναι, δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω, τώρα πια...» Ο Παναδέξιος έβλεπε πως η συζήτηση έφτανε σε αδιέξοδο κι έτσι, χωρίς να σκεφτεί και πολύ είπε: «Θα θέλατε να περάσουμε μέσα; Να ετοιμάσουμε κάτι για φαγητό;» Κακομούτσουνος και Ρωξάνη γύρισαν προς τον Παναδέξιο. Η φράση του Παναδέξιου έμοιαζε να κρέμεται στον αέρα, μια που κανείς δεν έλεγε να απαντήσει. «Μπορώ να μαγειρέψω, αν κάποιος μου δείξει πού είναι η κουζίνα», πετάχτηκε η Καλλιστώ. «Μπορώ να βοηθήσω κι εγώ», συμπλήρωσε ο Παναδέξιος». Η Ρωξάννη κοίταξε τον Κακομούτσουνο και ανασήκωσε τους ώμους της. «Σωστά», είπε ο Κακομούτσουνος. «Αν είναι να σώσουμε την ανθρωπότητα από το χάος, ας έχουμε φάει πρώτα τουλάχιστον!» Ο Παναδέξιος και η Καλλιστώ κατευθύνθηκαν προς το σπιτάκι του κήπου. Τώρα η Ρωξάνη και ο Κακομούτσουνος έμειναν μόνοι να στέκονται  ο ένας δίπλα στον άλλο, χωρίς να μιλάνε. «Θα πάω στο σπίτι», είπε ο Κακομούτσουνος. «Να έρθω μαζί σου;», ρώτησε η Ρωξάνη. Ο Κακομούτσουνος ανασήκωσε τάχα μου αδιάφορα τους ώμους του, όμως δεν ήθελε να πάει μόνος του στο παλιό σπίτι. Όχι πως φοβόταν, μα θα προτιμούσε αυτή τη φορά να είχε και παρέα. Και όφειλε να ομολογήσει ότι η Ρωξάννη δεν τον εκνεύριζε τόσο όσο τελικά ήθελε να πιστεύει...

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

ΚΥΑΝΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ: Ένα Παραμύθι σε Πρόβα Μέρος 2ο





Κι όπως πολύ καλά καταλάβατε, η Ρωξάνη μας έγινε διοργανώτρια γάμων και γιορτών και πολύ επιτυχημένη μάλιστα! Όσο για τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο,  αυτός ήταν μάλλον από εκείνους που δεν συμπαθούν τους γάμους, πολύ περισσότερο τους διοργανωτές τους!  «Είσαι μια ονειροπαρμένη φαντασιόπληκτη, μια χαζή και χαρούμενη νεράιδα, και απορώ πώς κάποτε ήσουν φίλη μου!». Αυτά ακριβώς της είχε πει την τελευταία φορά που συναντήθηκαν. Αλλά τώρα εσείς μην νομίσετε ότι η καημένη η Ρωξάνη τα πήρε και τοις μετρητοίς! «Δεν ξέρω αν είμαι ονειροπαρμένη και όλα αυτά που είπες, όμως σίγουρα εκτός απο χαζοχαρούμενη –γιατι το κατάλαβα ότι έτσι με είπες- είμαι και σκέτο χαρούμενη! Και δεν σου κρατάω κακία! Εις το επανιδείν, λοιπόν αγαπημένε μου παιδικέ φίλε!», είπε η Ρωξάνη και φεύγοντας του έστειλε ένα φιλί, κάτι που τον εξόργισε εντελώς! 

Φαντάζεστε λοιπόν την έκπληξη αλλά και την οργή του Κακού Μάγου Κακομούτσουνου όταν μια μέρα χτύπησε την ξεχαρβαλωμένη πόρτα του εργαστηρίου του ο Παναδέξιος; Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος νευρίασε πάρα πολύ γιατί τον διέκοψαν από τα πειράματά του, ακόμα περισσότερο εκνευρίστηκε όταν αντίκρυσε τον Παναδέξιο, ενώ βγήκε από τα ρούχα του όταν έμαθε ότι τον Παναδέξιο του τον έστελνε η Ρωξάνη! 

Ο καημένος ο Παναδέξιος ήταν σε κακό χάλι, μια που είχε περπατήσει πολύ, μα πάρα πολύ μέχρι να φτάσει στο σπίτι του Κακού Μάγου Κακομούτσουνου. Ο δρόμος που οδηγούσε στο σπίτι ήταν χωματόδρομος, γεμάτος λακκούβες, λάσπες, πεσμένα κλαδιά και κανείς δεν νοιαζόταν για να τον φτιάξει γιατί έτσι κι αλλιώς κανείς ποτέ δεν ήθελε να επισκεφτεί τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο! 

Ο Παναδέξιος ήταν εξαντλημενος καθώς κουβαλούσε ένα μεγάλο σάκκο και δύο καλάθια! Κι όταν ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τον ρώτησε –ή για να λέμε την αλήθεια- μούγκρισε μέσα από τα δόντια του «τι θες;», ο Παναδέξιος είχε μόνο το κουράγιο να του δώσει ένα σημείωμα που το είχε μέσα στο ένα καλάθι του και στη συνέχεια σωριάστηκε μπροστά στην πόρτα. Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος ξεδίπλωσε το σημείωμα και με πολύ κόπο κατάπιε μια όχι και τόσο κολακευτική έκφραση για την παιδική του φίλη, αφού αμέσως αναγνώρισε τον γραφικό της χαρακτήρα. Και να τι έλεγε το σημείωμα: «Αγαπημένε μου  Κακομούτσουνε, μπορεί να με θεωρείς χαζή και χαρούμενη καθώς και να ντρέπεσαι για μένα, όμως εγώ μάλλον είμαι η μοναδική σε όλη την Πολιτεία που θυμάται ότι σήμερα έχεις τα γενέθλιά σου! Γι’ αυτό και σου στέλνω το δώρο μου. Τον λένε Παναδέξιο, δεν έχει κανέναν στον κόσμο κι από μικρός ήθελε να γίνει βοηθός μάγου. Δεν ξέρω γιατί δεν ήθελε να γίνει ο ίδιος μάγος, ίσως γιατί απλά του αρέσει να βοηθάει κι όχι να αποφασίζει. Βέβαια δεν ξέρω κι εσύ γιατί επιμένεις να παριστάνεις το μάγο μέσα στην ερημιά, αλλά αυτό δεν έχει και τόση σημασία, ε; Είμαι σίγουρη ότι ο Παναδέξιος θα σου φανεί χρήσιμος. Σου στέλνω την αγάπη μου και τις ευχές μου για χαρούμενα γενέθλια, η φίλη σου Ρωξάνη». 

Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τσαλάκωσε το σημείωμα και το πρώτο πράγμα που θα ήθελε να κάνει ήταν να διώξει με τις κλωτσιές το άθλιο πλάσμα που είχε σωριαστεί μπροστά στην πόρτα του. Όμως δεν τον έδιωξε. Ο Παναδέξιος αργότερα πίστεψε ότι τον λυπήθηκε, κάτι που όμως ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος δεν παραδέχτηκε ποτέ. Εγώ τώρα πάλι, τι να σας πω, δεν είμαι και μέσα στο μυαλό του Κακού Μάγου Κακομούτσουνου, αυτό που ξέρω πάντως είναι ότι περιμάζεψε τον Παναδέξιο, του έδωσε νεράκι και λίγη σούπα. Κι όσο κι αν τον εκνεύριζε το γεγονός ότι η Ρωξάνη του τον είχε στείλει και μάλιστα ως δώρο για τα γενέθλιά του, τα οποία επίσης νευρίαζε όταν τα θυμόταν, σκέφτηκε πως ίσως τελικά ο Παναδέξιος να του φαινόταν πράγματι χρήσιμος. Έτσι κι αλλιώς, θα είχε κάποιον να τον βοηθάει αλλά και να ξεσπάει τα νεύρα του. Γιατί ήταν αλήθεια πολύ εκνευριστικό να βρίζει μόνος του τους τοίχους! 

Και αλλοίμονο στον Παναδέξιο σήμερα, γιατί σήμερα ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος είχε πάρα πολλά νεύρα. «Έχω νεύρα, πάρα πολλά νεύρα! Είμαι έξαλλος!», έλεγε και ξανάλεγε ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος. Ο Παναδέξιος καθόταν σε μια γωνιά, αμίλητος και προσπαθούσε –μάταια- να επιδιορθώσει ένα τσουκάλι που του είχε ξεκολλήσει το χέρι. Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος έβριζε μέσα από τα δόντια του, φυσούσε και ξεφυσούσε. «Ανάθεμα, ανάθεμα την ώρα!», έλεγε και ξανάλεγε. 

Ο Παναδέξιος εξακολουθούσε να προσπαθεί να κολλήσει το χεράκι στο τσουκάλι και φαινόταν να μη δίνει καμία σημασία στον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο. «Μα τι κάνεις εκεί τόσην ώρα, άχρηστο πλάσμα;», ούρλιαξε ξαφνικά ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος. Ο Παναδέξιος τρόμαξε πάρα πολύ και παρά λίγο να του πέσει κάτω το μπρούτζινο τσουκάλι. Αν έπεφτε, θα έκανε έναν εκκωφαντικό θόρυβο και οι θόρυβοι εξοργίζουν τον μόνιμα οργισμένο Κακό Μάγο Κακομούτσουνο. Για καλή τύχη όμως του Παναδέξιου, το τσουκάλι δεν έπεσε. «Προσπαθώ να επισκευάσω αυτό το τσουκάλι, Παγκάκιστε», αποκρίθηκε ο Παναδέξιος. «Προσπαθείς να επισκευάσεις το τσουκάλι!», επανέλαβε ειρωνικά ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος. «Τι να επισκευάσεις, εσύ, που είσαι μια ζημιά ανεπανόρθωτη, που υπάρχεις μόνο για να μου δημιουργείς προβλήματα, ε;» Ο Παναδέξιος, ήταν αλήθεια, δεν ήταν καλός στο να φτιάχνει ή να επισκευάζει πράγματα. Κι ο ίδιος πολύ συχνά αναρωτιόταν τι άραγε θα μπορούσε να κάνει καλά, κι όσο κι αν έψαχνε, δεν μπορούσε να βρει κάτι. Όμως είναι αλήθεια πως για να έρθει κάποιο πλάσμα σ’αυτόν τον κόσμο, τότε σίγουρα κάποιο προορισμό θα έχει. Αυτό βέβαια ο Παναδέξιος δεν το ήξερε ή δεν μπορούσε να το συνειδητοποιήσει, ωστόσο από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, πάντα προσπαθούσε. Ίσως αυτός να ήταν ο δικός του προορισμός στον κόσμο, όμως αυτό είναι πολύ νωρίς ακόμα να το απαντήσουμε. 

«Άθλιε Παναδέξιε, έχω απίστευτα νεύρα, το καταλαβαίνεις;», εξακολουθούσε να φωνάζει ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος. «Μάλιστα, Χείριστε Εξοχώτατε, αποκρίθηκε ήρεμα ο Παναδέξιος. «Δεν θα με ρωτήσεις γιατί;» «Όχι, Παγκάκιστε!». ¨Γιατί δεν θα με ρωτήσεις γιατί έχω νεύρα, κι επιτέλους πάψε να ασχολείσαι με αυτό το ηλίθιο τσουκάλι!» «Μάλιστα, Κάκιστε», απάντησε ο Παναδέξιος κι άφησε στην άκρη το τσουκάλι. «Λοιπόν, γιατί δεν με ρωτάς γιατί έχω νεύρα;», εξακολούθησε ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος. «Γιατί, Πανάσχημε, εσείς έχετε τα νεύρα σας από τη μέρα που γεννηθήκατε!». Αυτό ήταν! Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τώρα βγήκε πράγματι από τα ρούχα του. Άρπαξε μια κουτάλα από τον πάγκο και την εκσφενδόνισε προς τον Παναδέξιο. Ο Παναδέξιος πάλι, στην προσπάθειά του να προστατευτεί, σηκώθηκε και άρπαξε το τσουκάλι για να κρύψει πίσω του το κεφάλι του. Όμως γλύστρησε, κι έτσι Παναδέξιος, τσουκάλι και κουτάλα κατέληξαν στο πάτωμα. Το θέαμα ήταν πολύ αστείο, μα ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος δεν γελούσε ποτέ, ή μάλλον, δεν γελούσε πια. Κοίταξε τον Παναδέξιο με περιφρονητικό ύφος : «Για τίποτα δεν είσαι άξιος, χάσου από μπροστά μου!». Ο Παναδέξιος σηκώθηκε και μάζεψε γρήγορα  γρήγορα το τσουκάλι και την κουτάλα. «Μάλιστα, Κάκιστε», μουρμούρισε. 

Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος όμως δεν φάνηκε να τον άκουσε. Ήταν πολύ απορροφημένος στις σκέψεις του. «Ούτε ένα, ούτε ένα πετυχημένο μαγικό. Τόσα χρόνια, τόσες προσπάθειες, τίποτα. Όμως δεν γίνεται, κάποτε θα πρέπει να πετύχει, δεν μπορεί! Αυτή τη φορά θα τα καταφέρω!». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος χρόνια τώρα προσπαθούσε να κάνει ένα καλό, πρωτότυπο, επιτυχημένο μαγικό για να μπορέσει να βάλει υποψηφιότητα και να εκλεγεί στο Μεγάλο Συμβούλιο των Μάγων. Οπωσδήποτε θα ήθελε να εκλεγεί πρόεδρος ή τουλάχιστον αντιπρόεδρος, όμως δεν θα είχε αντίρρηση και για τη θέση του γραμματέα ή έστω του ταμία. Εδώ που τα λέμε, θα ήταν ευχαριστημένος και μέλος απλό αν εκλεγόταν, αρκεί να μπορούσε να εκλεγεί! Όμως ποτέ μέχρι σήμερα δεν τα είχε καταφέρει. Κάθε φορά το δικό του μαγικό ήταν ή πολύ απλό ή πολύ περίπλοκο, πολύ συνηθισμένο ή ακαταλαβίστικο. Τα μέλη του Μεγάλου Συμβουλίου των Μάγων κουνούσαν με συγκατάβαση το κεφάλι τους κάθε φορά, όμως ποτέ δεν τον ψήφιζαν. 

Φέτος όμως, ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος ήταν σίγουρος πως είχε την εκλογή στο τσεπάκι του αφού το μαγικό του θα κατέπλησσε το Συμβούλιο. Η ιδέα ήταν απλή και έξυπνη: ένα θρυψαλιασμένο γυάλινο αντικείμενο θα γινόταν όπως ήταν πριν σπάσει, δηλαδή καινούριο. Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος είχε βρει μια μαγική φόρμουλα, ένα φίλτρο. Τι ακριβώς είχε μέσα το φίλτρο αυτό, δεν ξέρω να σας πω, πάντως το σίγουρο είναι ότι το φίλτρο ήταν σίγουρα επιτυχημένο. Είχε δοκιμάσει το πείραμα πολλές φορές στο εργαστήριό του. Είχε σπάσει βέβαια πολλά βάζα, ποτήρια, ακόμα και τζάμια απο τα παράθυρα. Στο τέλος όμως τα κατάφερε. Και να τι έκανε: μάζευε τα θρύψαλα σε μια γωνιά και τα περιέλουζε με το φίλτρο. Το φίλτρο αμέσως γινόταν ένα μπαλόνι που μέσα του βρίσκονταν τα κομμάτια γυαλί. Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τότε έλεγε τις μαγικές λέξεις: «Κομμάτια θρύψαλα γυαλιά πάλι να γίνετε γερά!».Το μπαλόνι σηκωνόταν από το έδαφος, έκανε μερικούς κύκλους στον αέρα, και, ναι, τα θρύψαλα είχαν πάλι ενωθεί! Στη συνέχεια, ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος κατέβαζε το μπαλόνι, το έσκαγε κι έβγαζε από μέσα το γυάλινο αντικείμενο, ο λ ο κ α ί ν ο υ ρ ι ο! Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος ήταν πράγματι υπερήφανος για το μαγικό του. Αυτή τη φορά πήγαινε στο Μεγάλο Συμβούλιο των Μάγων σίγουρος για την νίκη του. 

Το Μεγάλο Συμβούλιο των Μάγων θα γινόταν σε δυό μέρες κι όσο πλησίαζε αυτή η μέρα, το άγχος του μεγάλωνε. Κι αν κάτι πάει στραβά; Κι αν το μπαλόνι δε σηκωθεί; Κι αν τα γυαλιά σκορπίσουν στο πάτωμα; Λίγες φορές είχε σκάσει το μπαλόνι μέσα στο εργαστήριό του και είχε γεμίσει ο τόπος θρύψαλα; Όλα αυτά τα ερωτήματα βασάνιζαν τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο, μα δεν ήταν μόνο αυτό.  Η αναμονή, όπως και άλλα πράγματα –που είναι πάρα πολλά- τον εκνεύριζε. 

Βέβαια ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος νόμιζε ότι αυτό που τον εκνεύριζε ήταν –ποιος άλλος- ο καημένος ο Παναδέξιος! «Πρόσεξε, άθλιο πλάσμα, πρόσεξε μην κάνεις καμία ζημιά, πρόσεξε καλά! Αυτή θα είναι η σημαντικότερη μέρα της ζωής μου, γι’ αυτό κοίτα μη μου τη χαλάσεις!». «Μάλιστα, Παγκάκιστε!». «Λοιπόν, θυμάσαι τι πρέπει να κάνεις ή να στα ξαναπώ;». Ο Παναδέξιος θυμόταν τι έπρεπε να κάνει, από φόβο όμως μήπως πει κάτι λάθος, απάντησε δειλά: «Θα προτιμούσα να κάναμε μια επανάληψη, αν δεν έχετε αντίρρηση φυσικά.». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τον αγριοκοίταξε αλλά ευτυχώς δεν τον έβρισε.  

 «Λοιπόν, μέσα σ’ αυτό σάκο βρίσκονται όλα τα απαραίτητα σύνεργα για το μαγικό μου. Πρώτα θα βγάλεις το μεγάλο μπρούτζινο τσουκάλι. Θα το τοποθετήσεις πάνω στον πάγκο. Μετά, θα βγάλεις το γκρι, το κίτρινο και το άσπρο σωληνάριο, μ’ αυτή τη σειρά ακριβώς, και θα τα βάλεις δίπλα στο τσουκάλι. Μόλις εγώ ρίξω το υλικό από τα τρία σωληνάρια μέσα στο τσουκάλι, θα μου δώσεις την ξύλινη κουτάλα για να ανακατέψω το μείγμα. Όση ώρα εγώ ανακατεύω, εσύ θα βγάλεις το μαγκάλι και θα το ανάψεις. Με παρακολουθείς;» «Με πολλή προσοχή!». 

«Ωραία, συνεχίζω. Θα βάλω το τσουκάλι πάνω στο μαγκάλι και μόλις σου κάνω νόημα θα βγάλεις από το σάκο το γυάλινο βάζο. Θα μου το δώσεις κι εγω με τη σειρά μου θα το δείξω στο Συμβούλιο. Στη συνέχεια θα στο ξαναδώσω κι εσύ τι θα το κάνεις;» «Θα το σπάσω, Χείριστε Εξοχώτατε». «Ήμουν σίγουρος ότι αυτό το σημείο το θυμόσουν!». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος πήγε να σκάσει ένα χαμόγελο όμως αμέσως το κατάπιε και συνέχισε με το γνωστό αυστηρό ύφος του. «Οπωσδήποτε και θα το σπάσεις! Πρόσεχε μην πεταχτούν γυαλιά εδώ κι εκεί και χτυπήσει ο κόσμος που μας παρακολουθεί!». Ο Παναδέξιος έκανε μια παραπονεμένη σκέψη και ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος σαν να την μάντεψε και του είπε: «Πρόσεχε να μην κοπείς κι εσύ, γιατί το μόνο που μου έλειπε είναι ένας τραυματίας βοηθός!». Ο Παναδέξιος, αν και δεν μπορούσε να καταλάβει αν ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος πραγματικά ενδιαφερόταν γι’ αυτόν, αισθάνθηκε καλύτερα. «Θα μαζέψω τα σπασμένα κομμάτια και θα τα βάλω πάνω στον πάγκο κι έπειτα θα σας δώσω τη σπάτουλα, ε;». «Ακριβώς. Όση ώρα εγώ θα αλοίφω το μείγμα στα θρύψαλα με τη σπάτουλα, εσύ θα μου ετοιμάζεις το φυσερό. Πρόσεξε καλά, γιατί όλα εξαρτώνται από το φυσερό. Θα το ξεσκονίσεις καλά και θα το τρίψεις με δύναμη.». «Μα φυσικά, Παγκάκιστε. Και μετά θα σας δώσω το φυσερό κι εσείς θα φυσήξετε τα θρύψαλα που θα είναι αλειμμένα με το μείγμα και τότε αυτό θα γίνει ένα τεράστιο μπαλόνι, έτσι δεν είναι;» «Ναι, και τότε θα πω τις μαγικές λέξεις, θα κατεβάσω το μπαλόνι, θα το σκάσω και θα βγάλω από μέσα το βάζο, καινούργιο! Και τότε όλοι οι μάγοι του Συμβουλίου θα με χειροκροτήσουν και το δίχως άλλο, θα με εκλέξουν! Ίσως να μου δώσουν και κάποια τιμητική διάκριση!». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος έμοιαζε περισσότερο να μιλά στον εαυτό του παρά στον Παναδέξιο. 

«Και τότε θα είστε χαρούμενος, Πανάσχημε;». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος πετάχτηκε από τη θέση του. Έδειχνε πολύ ταραγμένος ξαφνικά. Ο Παναδέξιος φοβήθηκε πως είχε προκαλέσει έναν από τους ανεκδιήγητους θυμούς του κυρίου του, όμως προς μεγάλη του έκπληξη ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος ούτε νευρίασε ούτε κάποιο αντικείμενο του πέταξε ούτε τον έβρισε ούτε καν τον αγριοκοίταξε. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Παναδέξιος δεν τολμούσε να κοιτάξει τον κύριό του. Αν τον κοιτούσε όμως θα έβλεπε πως το πρόσωπό του είχε χάσει το συνηθισμένο, μόνιμα θυμωμένο και συνοφρυωμένο ύφος του και είχε πάρει μια μελαγχολική, σχεδόν θλιμμένη όψη. Κάποια σκέψη πέρασε αστραπιαία από το μυαλό του, κάτι που έμοιαζε με μια παλιά ανάμνηση, όμως τόσο παλιά και τόσο σκονισμένη που πια δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν αληθινή ή μόνο ένα κομμάτι από κάποιο όνειρο, ένα δημιούργημα της φαντασίας του. Κούνησε το κεφάλι του σαν αν ήθελε να διώξει από πάνω του ένα ενοχλητικό έντομο. Βρήκε την ψυχραιμία του και στράφηκε προς τον Παναδέξιο: «Στόχος μου, Παναδέξιε, δεν είναι να γίνω, πώς την είπες αυτή τη λέξη, χαρούμενος.». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος πρόφερε τη λέξη «χαρούμενος» διστακτικά και σχεδον με αποστροφή. Ένιωθε πως αυτή η λέξη του άφηνε στο στόμα μια παράξενη, άσχημη γεύση, όμοια με τη γεύση που έχουν τα ρεβύθια, και στον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο δεν άρεσαν καθόλου τα ρεβύθια. «Στόχος μου λοιπόν, δεν είναι να γίνω αυτό που είπες. Στόχος μου είναι να αισθανθώ υπερήφανος, να γίνω ένα λαμπρό μέλος του Μεγάλου Συμβουλίου των Μάγων. Αυτό. Κατάλαβες, άθλιε Παναδέξιε, που σου αρέσει να χώνεις τη μύτη σου παντού;». Τώρα, η αλήθεια ήταν ότι ο Παναδέξιος εξακολουθούσε να απορεί πως είναι δυνατόν κάποιος να κάνει το όνειρο της ζωής του πραγματικότητα και να μην αισθάνεται χαρούμενος όπως επίσης αναρωτιόταν τι είπε και «έχωνε τη μύτη του παντού», όμως ακόμα και ο Παναδέξιος μπορούσε να καταλάβει ότι τώρα δεν ήταν η κατάλληλη ώρα για να κάνει αυτές τις ερωτήσεις στον κύριό του, κι έτσι αποφάσισε απλά να συμφωνήσει: «Μάλιστα, Παγκάκιστε».

Ωστόσο, από εκείνη τη στιγμή, ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος ήταν ακόμα περισσότερο κακόκεφος κι επειδή δεν είχε διάθεση ούτε να τσακωθεί με τον Παναδέξιο, προτίμησε να βγει έξω από το εργαστήριό του για λίγο. Μόνο δυο μέρες τον χώριζαν από το συμβούλιο και το μόνο που ήθελε ήταν να είναι απόλυτα συγκεντρωμένος σ’ αυτό που επρόκειτο να κάνει. Παρ’ όλ’ αυτά η συζήτησή του με τον Παναδέξιο τριγυρνούσε διαρκώς μέσα στο μυαλό του, ενώ αυτή η γεύση από ρεβύθια δεν έλεγε να φύγει από το στόμα του. «Πρέπει να είμαι συγκεντρωμένος και απόλυτα ήρεμος», σκεφτόταν. «Τίποτα δεν πρέπει να χαλάσει τη μοναδική στιγμή του θριάμβου μου», έλεγε και ξανάλεγε ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος. Κι όμως, είχε μια παράξενη αίσθηση, σαν ένα προαίσθημα ότι κάτι θα συνέβαινε και θα άλλαζε τα σχέδιά του. 

Καθώς περπατούσε έξω από το εργαστήριο, το μάτι του έπεσε στο παλιό, ερειπωμένο σπίτι. Ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται κι ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό του. Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος δεν πήγαινε ποτέ στο παλιό σπίτι, -έτσι τουλάχιστον νόμιζε ο Παναδέξιος- κι όταν έβγαινε από το εργαστήριό του απέφευγε και να το κοιτάζει. Σήμερα όμως όσο κι αν προσπαθούσε να επιβληθεί στον εαυτό του δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω του. Κι ήταν κι εκείνη η λέξη του Παναδέξιου «χαρούμενος», που δεν έλεγε να φύγει από το μυαλό του, όπως κι εκείνη η γεύση από ρεβύθια είχε μείνει από κείνη την ώρα στο στόμα του. Είχε καιρό, μήνες, ίσως και χρόνια να κοιτάξει το παλιό αρχοντικό. Βέβαια, κάθε βδομάδα έστελνε τον Παναδέξιο να ξεσκονίζει εκείνο το παλιό δρύινο μπαούλο. 

Ο Παναδέξιος στην αρχή φοβόταν κάθε φορά που έπρεπε να πάει στο σπίτι, καθώς όμως ο καιρός περνούσε, συνειδητοποίησε ότι δεν είχε τίποτα να φοβηθεί από ένα παλιό, άδειο σπίτι. Σε λίγο καιρό μάλιστα, όχι μόνο δεν το φοβόταν, αλλά το λυπόταν κιόλας. Σκεφτόταν πως κάποτε εδώ θα πρέπει να ζούσε μια πλούσια κι ευτυχισμένη οικογένεια. Σίγουρα θα ήταν άρχοντες, θα έκαναν μεγάλες δεξιώσεις και θα φιλοξενούσαν πολύ κόσμο. Θα είχαν βέβαια και υπηρετικό προσωπικό, καμαριέρες, μαγείρισσα, κηπουρό... Κι ήταν τόσο κρίμα που τώρα ήταν όλα ερημωμένα, ρημαγμένα, άσκημα. 

Ο Παναδέξιος ήταν σίγουρος πως κάτι κακό, πολύ κακό είχε συμβεί μα φυσικά δεν τολμούσε να ρωτήσει τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο. Από την άλλη, η Ρωξάννη του είχε πει ελάχιστα για το σπίτι καθώς και για την προηγούμενη ζωή του κυρίου του τον παλιό καιρό. Ωστόσο το τελευταίο βράδυ πριν φύγει, η Ρωξάννη τον φώναξε σπίτι της, του έδωσε κάποια πράγματα που ίσως να του χρειάζονταν, το σημείωμα για τον Κακομούτσουνο και την ώρα που τον χαιρετούσε του είπε: «Είναι παράξενος, αλήθεια, πολύ παράξενος. Τον φωνάζουν Κακό Μάγο Κακομούτσουνο... κι αλήθεια, δεν μπορώ, δεν ξέρω να σου πω πόσο κακός είναι στ’αλήθεια...». Ο Παναδέξιος την κοίταξε φοβισμένος αλλά η Ρωξάννη του είπε αμέσως: «Πρόσεξε, Παναδέξιε, ποτέ να μη δίνεις σε μια λέξη ή μια έκφραση μία μόνο σημασία, αυτή που σου έρχεται αμέσως στο μυαλό. Δεν μπορώ να σου πω πόσο κακός είναι γιατί πραγματικά δεν ξέρω αν είναι πολύ, λίγο ή καθόλου κακός. Αυτό σημαίνει η έκφραση «δεν μπορώ να σου πω πόσο κακός είναι», το καταλαβαίνεις τώρα;». Ο Παναδέξιος έγνεψε «ναι» με το κεφάλι, αν και περισσότερο το διαισθανόταν αυτό που του έλεγε η Ρωξάννη, παρά το καταλάβαινε. «Ωραία», απάντησε η Ρωξάννη, «τα υπόλοιπα θα τα βρεις μόνος σου».  

  Όταν ο Παναδέξιος ήρθε εδώ για πρώτη φορά, το σπίτι ήταν ήδη ερείπιο και ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος δεν έδειχνε να έχει όρεξη για πολλές κουβέντες. Ο Παναδέξιος ρωτούσε λίγα κι ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος απαντούσε σε ακόμα λιγότερα. Έτσι σιγά – σιγά ήταν σαν να είχε υπογραφεί μεταξύ τους μια συμφωνία σιωπής για το παλιό σπίτι. Βέβαια ο Παναδέξιος είχε και μια μεγάλη περιέργεια για το παλιό δρύινο μπαούλο. Πέθαινε να μάθει τι υπήρχε μέσα στο μπαούλο, μα μια φορά που τόλμησε να ρωτήσει τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο, το μόνο που εισέπραξε ήταν ένα «τίποτα που να σε νοιάζει ή που να μπορείς να το καταλάβεις», κι έτσι δεν ξαναρώτησε ποτέ. Εξ άλλου, το μπαούλο ήταν κλειδωμένο, επτασφράγιστο, απόρθητο φρούριο. Και οπωσδήποτε σε καμία περίπτωση ο Παναδέξιος δεν θα επιχειρούσε να το ανοίξει χωρίς την άδεια του κυρίου του. Γιατί, για έναν περίεργο λόγο, παρά το γεγονός ότι ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος του μιλούσε πάντα απότομα, τον έβριζε και γενικά του έδειχνε ότι δεν τον είχε σε καμία εκτίμηση, ο Παναδέξιος τον σεβόταν και τον άκουγε πάντα. Κι ακόμα κι αν ήταν πράγματι αδέξιος –όπως το έλεγε και το όνομά του, άλλωστε- κι έκανε πολλές ζημιές, ποτέ μα ποτέ δεν θα έκανε κάτι που πραγματικά θα στενοχωρούσε τον κύριό του. 

Τόση ώρα όμως έχουμε αφήσει τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο μόνο του, να στέκεται μπροστά στο παλιό, ερειπωμένο σπίτι, σχεδόν αποσβολωμένος, σαν να βλέπει φαντάσματα, σαν να αντικρύζει το παρελθόν του. Και στο μυαλό του, παρελθόν και φαντάσματα ήταν ένα. Ήταν πολύ μα πολύ θλιμμένος και λίγο ήθελε να βάλει τα κλάμματα. Όμως ξαφνικά σαν κάποιος να τον έσπρωξε και να τον έβγαλε από έναν παράξενο λήθαργο. Έσφιξε τα δόντια του και είπε: «Όχι κλάμματα, ούτε κλάμματα ούτε γέλια, όχι κλάμματα,όχι γέλια...». Κι αμέσως μετά: «Πρέπει να γυρίσω στο εργαστήριο πριν αυτός ο άθλιος Παναδέξιος μου το τινάξει στον αέρα. Εξ άλλου έχω  να σκεφτώ την παρουσίαση του νέου μου μαγικού. Πρέπει να ετοιμαστώ για το μεθαυριανό Μεγάλο Συμβούλιο των Μάγων. Δεν έχω χρόνο να ασχολούμαι με σένα, βρωμερό κι ελεεινό ερείπιο!», είπε και γύρισε την πλάτη του στο παλιό σπίτι. 

«Παναδέξιε, πού είσαι άχρηστο πλάσμα; Πάρε μια από τις αμέτρητες σκούπες που έχουμε και κοίτα να καθαρίσεις λίγο το εργαστήριο! Άντε, κουνήσου! Και συμμάζεψε λίγο εδώ μέσα. Μετά το Συμβούλιο και την εκλογή μου μπορεί κάποιος από τους Μεγάλους Μάγους να έρθει να μας επισκεφτεί. Σ’ αυτό το αχούρι θα τον υποδεχτούμε;» «Αμέσως, Χείριστε Εξοχώτατε!». 

Όση ώρα ο Παναδέξιος σκούπιζε, ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος κοιτούσε κάτι χαρτιά. Για την ακρίβεια ήταν ο λόγος που είχε ετοιμάσει για το Μεγάλο Συμβούλιο των Μάγων. Τόσο σίγουρος ήταν για τη νίκη του. Ο Παναδέξιος εξακολουθούσε να σκουπίζει, όμως εδώ και ώρα μια σκέψη τριγυρνούσε στο μυαλό του. Βέβαια φοβόταν να την πει στον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο, όμως οι λέξεις ανέβαιναν στο στόμα του και του γαργαλούσαν τη γλώσσα. Έριχνε κρυφές ματιές στον κύριό του. «Δε μου φαίνεται και τόσο κακόκεφος. Ίσως τώρα να πρέπει να του το πω. Εξ άλλου ίσως να είναι για καλό. Κι έπειτα δεν έχουμε και πολύ χρόνο. Μεθάυριο είναι το Μεγάλο Συμβούλιο των Μάγων, άρα ό,τι είναι να γίνει πρέπει να γίνει σύντομα», σκεφτόταν ο Παναδέξιος. «Λοιπόν, θα του το πω. Το πολύ – πολύ να με βρίσει. Έτσι κι αλλιώς, η πρώτη φορά θα’ ναι;». 

Πήρε μια βαθιά αναπνοή, κι ενώ συνέχιζε να σκουπίζει είπε: «Ξέρετε, Παγκάκιστε, σκέφτηκα κάτι...». Όμως ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος ήταν πολύ απορροφημένος από το λόγο του κι ούτε καν τον άκουσε. Ο Παναδέξιος όμως τώρα είχε πάρει φόρα κι ήταν αποφασισμένος να πει στον κύριό του αυτό που σκεφτόταν. Έτσι άφησε τη σκούπα και τον πλησίασε δειλά. Βέβαια δεν πήγε και πολύ κοντά ενώ έριξε και μια κλεφτή ματιά γύρω του να δει αν υπήρχαν κουτάλες δίπλα στον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο. Όταν βεβαιώθηκε ότι η πλησιέστερη κουτάλα βρισκόταν στην άλλη άκρη του πάγκου πλησίασε λίγο ακόμα, ξερόβηξε και είπε δυνατά: 
«Ξέρετε, Παγκάκιστε σκέφτηκα κάτι...». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος σήκωσε το κεφάλι του από τις σημειώσεις του και κοίταξε τον Παναδέξιο. «Σκέφτηκες; Οπωσδήποτε και σκέφτηκες! Και οπωσδήποτε θα σκέφτηκες την επόμενη ζημιά που πρόκειται να κάνεις!», απάντησε ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος και ήταν έτοιμος να βυθιστεί πάλι στα χειρόγραφά του, αν δεν τον ξαναδιέκοπτε ο Παναδέξιος. « Όχι, δεν είναι ζημιά, δηλαδή ελπίζω να μην γίνει, είναι κάτι για το μαγικό σας». Τις τελευταίες λέξεις τις είπε με μια αναπνοή, σαν να ήθελε απλά να τις ξεφορτωθεί από το μυαλό του και το στόμα του. 

Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τον κοίταξε κι ενώ μέσα του αναρωτιόταν αν θα’πρεπε να τον βρίσει που έχωνε τη μύτη του σε δουλειές για τις οποίες δεν ήξερε τίποτα ή απλά να τον αγνοήσει, ο Παναδέξιος βρήκε την ευκαιρία και συνέχισε: «Δηλαδή, δεν ξέρω ακριβώς , μπορείτε να το πάρετε όπως θέλετε, ας πούμε ότι είναι μια σκέψη ή μια ιδέα ή μια πρόταση ή ακόμα και μια απορία. Ναι,αυτό είναι μαλλον. Μια απορία που θα ήθελα να συζητήσουμε, ξέρετε...». Αυτές τις τελευταίες λέξεις ο Παναδέξιος τις πρόφερε χαμηλόφωνα από φόβο πως ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος θα εξοργιζόταν.

 Όμως ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τον κοιτούσε έκπληκτος. Έκπληκτος που ο Παναδέξιος βρήκε το θάρρος να του μιλήσει για κάτι τέτοιο αλλά κι έκπληκτος γιατί ποτέ άλλοτε δεν είχε ακούσει τονΠαναδέξιο να λέει τόσα πράγματα μαζεμένα. Κι εδώ που τα λέμε κι ο ίδιος ο Παναδέξιος απορούσε με τον εαυτό του! Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος εξακολουθούσε να μη μιλάει κι είχε απομείνει να κοιτάει τον Παναδέξιο. Κι έτσι ο Παναδέξιος, αφού ξεροκατάπιε για μια φορά ακόμα, συνέχισε: «Θα θέλατε να το συζητήσουμε; Δηλαδή να συζητήσουμε την απορία μου;». 

Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος κοιτούσε τον Παναδέξιο αμίλητος. Να συζητήσουν; Ο Παναδέξιος ήταν μαζί του περίπου ένα χρόνο και δεν θυμόταν να είχαν συζητήσει ποτέ μέχρι σήμερα. Βέβαια σαν μάγος με βοηθό αντάλλασσαν κάποιες κουβέντες –ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος έδινε εντολές και οδηγίες και ο Παναδέξιος τις εκτελούσε. Και φυσικά υπήρχαν και οι ατέλειωτοι καβγάδες τους, όπου για να λέμε και την αλήθεια, ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος έβριζε τον έρημο Παναδέξιο κι αυτός απλώς άκουγε. Όμως να συζητήσουν; Ποτέ δεν είχαν συζητήσει. «Ένα χρόνο έχω μαζί μου ένα πλάσμα και δεν έχω συζητήσει μαζί του ποτέ», σκέφτηκε ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος. «Αλήθεια, πότε ήταν η τελευταία φορά που συζήτησα με κάποιον;». Η τελευταία φορά που είχε συζητήσει με κάποιον ήταν βέβαια με την Ρωξάνη, αλλά θα προτιμούσε να ξεχάσει αυτή τη συζήτηση. 

Η σκέψη όμως της Ρωξάνης τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Στο μεταξύ ο Παναδέξιος στεκόταν μπροστά από τον κύριό του κι ήταν σίγουρος πια πως τόση ώρα ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος δεν του μιλούσε γιατί πολύ απλά έψαχνε να βρει με τι βρισιές θα τον στολίσει. Ωστόσο ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος του είπε απλά: «Σ’ ακούω. Τι ακριβώς θέλεις να συζητήσουμε;». Ο Παναδέξιος παραξενεύτηκε τόσο πολύ από την αντίδραση του κυρίου του που για λίγο σάστισε. Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος όμως τώρα είχε αρχίσει να χάνει την –λιγοστή έτσι κι αλλιώς- υπομονή του και του είπε: «Λοιπόν, Παναδέξιε, θα μου πεις τι σκέφτηκες ή και το να σκέφτεσαι αποτελεί ζημιά για το ταλαίπωρο μυαλό σου;». Ο Παναδέξιος προσπάθησε να συγκεντρωθεί και την ώρα που ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος ήταν έτοιμος να ασχοληθεί πάλι με το λόγο του, ο Παναδέξιος ξεστόμισε: «Σκέφτηκα, Παγκάκιστε, πως θα μπορούσατε, αν θέλατε φυσικά, να κάνετε το μαγικό σας πιο απλό και πιο σύντομο..., σκέφτηκα...». Στις τελευταίες λέξεις ο Παναδέξιος έκανε ένα βήμα πίσω χωρίς να το θέλει. Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος ωστόσο δεν κουνήθηκε από τη θέση του, παρα είχε απομείνει να κοιτάζει τον Παναδέξιο. Ο Παναδέξιος δεν ήταν σίγουρος αν αυτά που έλεγε πράγματι ενδιέφεραν τον Μάγο καθώς δεν τον έβλεπε να αντιδρά. Ούτε φωνές, ούτε βρισιές, ούτε κουτάλες, ούτε τίποτα. 

Ακολούθησαν μερικά δευτερόλεπτα σιωπής και ξαφνικά: «Τι ακριβώς εννοείς;» «Νομίζω ότι...». Παναδέξιος και Κακός Μάγος Κακομούτσουνος ξεκίνησαν να μιλάνε μαζί. Ο Παναδέξιος σταμάτησε κι άφησε τον κύριό του να μιλήσει. «Τι ακριβώς εννοείς όταν λες πιο απλό και πιο σύντομο; Νομίζω ότι το μαγικό μου είναι άψογο από κάθε άποψη.. Είναι έξυπνο, είναι χρήσιμο, είναι εντυπωσιακό... Δεν καταλαβαίνω πως θα μπορούσε να γίνει πιο σύντομο ή απλό. Εξ άλλου δεν κρατάει και πολλή ώρα, εκτός βέβαια αν έχεις στο μυαλό σου τις ζημιές που πρόκειται να κάνεις κατά την εκτέλεση, οπότε μάλλον έχεις δίκιο, το πείραμα πρέπει να γίνει συντομότερο, γι’ αυτό μπορούμε να παραλείψουμε το ρόλο σου!». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος ειρωνευόταν τον έρημο τον Παναδέξιο κι έπαιζε και με τον πόνο του, μια που ήξερε ότι ο Παναδέξιος περίμενε κι αυτός πώς και πώς τη μέρα του Μεγάλου Συμβουλίου των Μάγων, αφού αυτή θα ήταν η πρώτη φορά που θα έκανε την πρώτη του εμφάνιση ως επίσημος βοηθός μάγου. 

Ο Παναδέξιος όμως τώρα ήταν τόσο απορροφημένος από την ιδέα του που ούτε καν πρόσεξε το ειρωνικό σχόλιο του Μάγου, και είπε: «Οπωσδήποτε το μαγικό σας είναι άψογο, όμως αναρωτιόμουν...». Ξαφνικά ο Παναδέξιος κόμπιασε πάλι. «Μα τι πάω να κάνω», σκέφτηκε. «Έχω τρελαθεί; Πάω να πω στον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο να αλλάξει το μαγικό του;...». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος όμως φρόντισε να τον βγάλει από τις σκέψεις του: «Παναδέξιε!», φώναξε δυνατά «ξέρεις ότι με εκνευρίζει αφάνταστα να περιμένω! Λοιπόν, ξεκίνησες μία φράση, τέλειωσέ τη! Τι στην οργή αναρωτιόσουν;». Κι ο Παναδέξιος με μια αναπνοή: «Αναρωτιόμουν γιατί χρειάζεται να ακολουθήσετε όλη αυτή τη διαδικασία με τα σωληνάρια, το φίλτρο, τα τσουκάλια, το φυσερό..., ενώ, θέλω να πω, δεν θα μπορούσατε απλά να πείτε τις μαγικές λέξεις και τα σπασμένα γυαλιά να ενωθούν και πάλι; Έτσι απλά;». «Κι έτσι κι εγώ δεν θα κινδύνευα να κάνω ζημιές», σκέφτηκε ο καημένος ο Παναδέξιος, αλλά φυσικά αυτό δεν τόλμησε να το πει! 

Το παράξενο όμως ήταν ότι τώρα που τα είχε πει όλα αυτά στον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο, δεν φοβόταν για την αντίδρασή του. Ένιωθε πως ένα βάρος είχε φύγει από πάνω του, κι αλήθεια, λίγο τον ένοιαζε αν ο Μάγος θύμωνε. Ξαφνικά ο Παναδέξιος ένιωθε πιο δυνατός. Όχι βέβαια ότι είχε πάψει να φοβάται τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο! Απλά δεν τον φοβόταν τόσο πολύ, ή δεν τον φοβόταν τόσο πολύ την συγκεκριμένη στιγμή. Γι’ αυτό κι όταν ολοκλήρωσε τη φράση του δεν μετακινήθηκε από τη θέση του αλλά κοιτούσε τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο και περίμενε την απάντησή του. 

Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος από την άλλη κοιτούσε τον Παναδέξιο χωρίς να μιλάει, γιατί πραγματικά δεν ήξερε τι να πει. Δηλαδή ήξερε τι να πει –δεκάδες βρισιές με τις οποίες θα μπορούσε να στολίσει τον Παναδέξιο και να τον βάλει στη θέση του. Θα μπορούσε να τον βρίσει λοιπόν, και να του κόψει τη φόρα, χωρίς δεύτερη κουβέντα. Όταν όμως ξεκινάς μια συζήτηση με κάποιον, ακόμα κι αν διαφωνείς μαζί του, οφείλεις πρώτα να τον ακούσεις κι έπειτα να πεις τη δική σου άποψη. Δεν θα τον ειρωνευτείς ούτε θα τον βρίσεις κι οπωσδήποτε δεν θα τον χτυπήσεις, ακόμα κι αν εσύ είσαι ο πιο μεγάλος ή ο πιο δυνατός. Κι αυτό ακόμα κι ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος το είχε μάθει κάποτε κι –ευτυχώς- το θυμόταν. Έτσι, αντί να κάνει όλα τα προηγούμενα, προτίμησε να πάρει μια βαθιά αναπνοή, να καταπιεί τις βρισιές και τις προσβολές που ανέβαιναν ως το λαρύγγι του και να σκεφτεί την άποψη που διατύπωσε ο Παναδέξιος. 

Αυτό βέβαια χρειάστηκε λίγο χρόνο. Αυτές τις στιγμές που μεσολάβησαν ο Παναδέξιος περίμενε στωϊκά την απάντηση του κυρίου του, όμως ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος αργούσε να μιλήσει. Σκεφτόταν και κοιτούσε το κενό. Ο Παναδέξιος είχε αρχίσει να πιστεύει πως ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος είχε ξεχάσει την παρουσία του κι ότι επίσης έβρισκε την ιδέα του τόσο εξοργιστική και ταυτόχρονα απερίγραπτα γελοία, που δεν έμπαινε καν στον κόπο να τον βρίσει. Απλά τον περιφρονούσε. 

Αυτά σκεφτόταν ο Παναδέξιος κι ήταν έτοιμος να ξαναπιάσει τη σκούπα του, όταν ξαφνικά ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος είπε: «Δεν γίνεται». Ο Παναδέξιος τον κοίταξε έκπληκτος. «Τι εννοείτε όταν λέτε ότι δεν γίνεται, Παγκάκιστε;». «Εννοώ ότι αυτό που λες δεν μπορεί να γίνει. Από τη μιά, δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ μόνο με μια φράση να ενώσω τα γυαλιά, δεν είμαι βέβαιος ότι έχω αυτή τη δύναμη, καταλαβαίνεις;». Ο Παναδέξιος έγνεψε ναι με το κεφάλι. Οπωσδήποτε θα είχε ένα σωρό ερωτήσεις να κάνει στον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο, όμως ήταν τόσος ο ενθουσιασμός του που ο κύριός του είχε απαντήσει στην ερωτησή του, που απλά κουνούσε το κεφάλι του, χωρίς να λέει τίποτα. Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος συνέχισε να μιλάει: «Δεν ξέρω λοιπόν μέχρι πού φτάνουν οι δυνάμεις μου. Επίσης, έχουμε μόνο δυο μέρες μέχρι το Συμβούλιο και δεν  νομίζω ότι έχουμε το χρόνο να δοκιμάσουμε. Δεν μπορούμε να πειραματιστούμε.». 

Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος είχε μάλλον ξεχάσει το θυμό του και φαινόταν πως είχε διάθεση να συνεχίσει τη συζήτηση με τον Παναδέξιο. Έτσι κι ο Παναδέξιος βρήκε την ευκαιρία να ρωτήσει: «Δηλαδή αν κατορθώνατε να ενώσετε τα γυαλιά μόνο με τη μαγική φράση αυτό θα σήμαινε ότι είστε δυνατός μάγος;». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος κοντοστάθηκε για λίγο. «Ναι, δεν ξέρω, ίσως. Η αλήθεια είναι ότι δεν το είχα σκεφτεί έτσι το μαγικό από την αρχή, δηλαδή με τον τρόπο που πρότεινες εσύ. Είναι όλο μια ενότητα, έχει μια συνέχεια, κάθε κομμάτι του οδηγεί και κάπου. Αν κάτι παραλειφθεί, δεν μπορώ να είμαι σίγουρος για το αποτέλεσμα. Και δεν έχω περιθώρια να το διακινδυνεύσω.». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τέλειωσε τη φράση του κι ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα του. 

Ο Παναδέξιος ήταν έτοιμος να ευχαριστήσει τον κύριό του για τη συζήτηση που είχαν καθώς και να του ζητήσει συγγνώμη αν τον έφερε σε δύκολη θέση με την απορία του, όταν ξαφνικά ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος είπε: «Έπειτα είναι και κάτι άλλο.». Σώπασε για λίγο, σαν να είχε χαθεί μέσα στην εικόνα της σκέψης του. «Τι, Χείριστε Εξοχώτατε;», ρώτησε ο Παναδέξιος. Κι ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος απάνησε:  «Η μαγεία, Παναδέξιε, η μαγεία...». Τώρα όμως ο Παναδέξιος δεν καταλάβαινε κι έτσι ξαναρώτησε: «Η μαγεία; Δηλαδή, Παγκάκιστε;». «Δηλαδή, Παναδέξιε, η διαδικασία, η γοητεία της αναμονής, τα βήματα που τα ακολουθείς και σε οδηγούν, η προσδοκία, το μυστήριο. Το να πεις απλά μια μαγική φράση και να τελειώσουν όλα ίσως είναι αποτελεσματικό, όμως δεν είναι μαγικό, καταλαβαίνεις; Είναι ίσως μόνο ένα τρικ, αλλά δεν είναι μαγεία. Μαγεία είναι να βάλεις όλες σου τις σκέψεις και τις προσπάθειες σε μια κατεύθυνση, να θες και να προσπαθείς, με βήματα, με σχέδιο, με φίλτρα και με μαγικά λόγια. Αλλά ίσως όχι μόνο με λόγια. Ίσως...». 

Ο Παναδέξιος είχε απομείνει να ακούει τον κύριό του, χωρίς να μιλάει. Δυσκολευόταν να καταλάβει τι ακριβώς εννοούσε ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος. Μαγεία, βήματα, φίλτρα, προσδοκία, όλα αντηχούσαν στ’ αυτιά του παράξενα, πρωτόγνωρα. Προσπαθούσε να τα βάλει σε μια τάξη καθώς ήταν πολλά και μπερδεμένα. Και πάνω που ετοιμαζόταν να κάνει ακόμα μια ερώτηση, ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τον πρόλαβε: «Αρκετά όμως για σήμερα, Παναδέξιε. Ελπίζω οι απορίες σου να λύθηκαν, αλλά ακόμη κι αν δεν λύθηκαν, τώρα αυτό που προέχει είναι να συγκεντρωθούμε στο μαγικό.» Ο Παναδέξιος βέβαια πολύ θα ήθελε να συνεχίσει τη συζήτηση με τον κύριό του μια που καινούργιες απορίες του είχαν δημιουργηθεί τώρα, όμως ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τον έκοψε: «Λοιπόν, Παναδέξιε, τη σκούπα σου και πίσω στη δουλειά! Μη χαζεύεις!». 

Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος λες κι είχε ξαναβρεί τον προηγούμενο κακόκεφο και θυμωμένο εαυτό του. Βέβαια δεν ήταν έξαλλος και μαινόμενος όπως άλλες φορές, όμως όπως και να το κάνεις ήταν αγριεμένος. Έτσι κι ο Παναδέξιος θέλοντας και μη ξανάπιασε τη σκούπα κι άρχισε να σκουπίζει μηχανικά, μια που το μυαλό του ήταν ακόμα σ’ αυτά που του είπε ο Μάγος. 

Ο Κακός Μάγος Κακομούτσονος από την άλλη βυθίστηκε μέσα στα χειρόγραφά του, μα κι αυτός δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Η συζήτηση με τον Παναδέξιο τον είχε προβληματίσει. Και να’ ταν μόνο αυτό! «Παράξενη μέρα η σημερινή!», σκέφτηκε. «Λέξεις ξεχασμένες κι απαγορευμένες όπως χ α ρ ο ύ με ν ο ς και μια απαίσια γεύση από ρεβύθια, ο Παναδέξιος και οι απορίες του, τα μαθήματα για το νόημα της μαγείας... Και σε δυο μέρες είναι το Μεγάλο Συμβούλιο των Μάγων...». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος είχε κι άλλες σκέψεις στο μυαλό του μα αυτές προτιμούσε να τις διώχνει: το παλιό σπίτι, ένα δρύινο μπαούλο, μα πιο πολύ απ’ όλα ένα παράξενο προαίσθημα πως κάτι αλλόκοτο τον περίμενε... «Αλλόκοτο;», σκέφτηκε. «Κι άλλα αλλόκοτα πράγματα θα συμβούν στη ζωή μου; Λες και δεν φτάνουν... Όμως αρκετά για σήμερα. Σε δυο μέρες είναι το Συμβούλιο κι έχω ένα μαγικό να σκεφτώ κι έναν λόγο να ετοιμάσω». 

Ο Παναδέξιος εξακολουθούσε να σκουπίζει όμως ήταν φανερό πως το μυαλό του ήταν αλλού. «Παναδέξιε, φτάνει πια. Θα γδάρεις το πάτωμα! Πήγαινε έξω να καθαρίσεις λίγο. Μπροστά από το εργαστήριο υπάρχουν ένα σωρό κλαδιά, ξεραμένα φύλλα. Βγες να τα μαζέψεις. Από κάπου θα πρέπει να περάσουν οι Μάγοι για να μπουν εδώ μέσα! Άντε, κουνήσου!». Ο Παναδέξιος, χωρίς δεύτερη κουβέντα πήρε τη σκούπα του, μια τσουγκράνα κι ένα φτυάρι και βγήκε έξω. «Ωραία», σκέφτηκε ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος «τώρα θα μπορέσω να δουλέψω ανενόχλητος». Βυθίστηκε ξανά στα χειρόγραφά του. Άρχισε να διαβάζει δυνατά το λόγο του. «Αγαπητοί Συνάδελφοι...». Τώρα είχε σηκωθεί από την καρέκλα του και αγόρευε κανονικά. «Είναι πράγματι μεγάλη η τιμή που μου κάνετε με τη σημερινή εκλογή μου...». 

Βέβαια ο Κακομούτσουνος ακόμα θυμόταν την τελευταία φορά που παρουσιάστηκε στο Μεγάλο Συμβούλιο των Μάγων. Για μια φορά ακόμα το μαγικό του είχε απορριφθεί. Είχε ήδη φύγει από τη αίθουσα των συνεδριάσεων, και διέσχιζε την –ατέλειωτη - αίθουσα αναμονής, όταν τον σταμάτησε κάποιος. «Μισό λεπτό, παιδί μου.» Ο Κακομούτσουνος γύρισε και προς μεγάλη του έκπληξη είδε ότι αυτός που τον φώναζε δεν ήταν άλλος από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου των Μάγων, το Φωκίωνα. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου ήταν ο γηραιότερος σε ηλικία και όπως όλοι παραδέχονταν, χωρίς αντίρρηση, ο σοφότερος μάγος του Συμβουλίου. Ο Κακομούτσουνος είδε το γέροντα που περπατούσε με κόπο προσπαθώντας να τον φτάσει και έτρεξε προς το μέρος του, για να τον βγάλει από τον κόπο να διανύσει την απόσταση που τους χώριζε… Γιατί σας το έχω πει από την αρχή, ο Κακομούτσουνός μας έχει και τρόπους και ανατροφή! «Με φωνάξατε;» «Ναι, παιδί μου. Ήλπιζα πως θα σε προλάβαινα μέσα στην αίθουσα των συνεδριάσεων, αλλά εσύ έφυγες τόσο γρήγορα… Κι εγώ πια είμαι πολύ γέρος όχι για να τρέχω μα και για να περπατάω…   

Ο γέροντας κάθισε σε ένα πέτρινο παγκάκι, ένα από τα πολλά που βρίσκονταν στην αίθουσα αναμονής. «Πόσες φορές κάθισα εδώ, σε ένα από αυτά τα παγκάκια, περιμένοντας να με φωνάξουν για να μου ανακοινώσουν το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας τους οι Μάγοι...» , σκέφτηκε ο Κακομούτσουνος. Γύρισε και κοίταξε τον Μάγο. Ήταν ένας ηλικιωμένος άνθρωπος με κάτασπρα, αραιά μαλλιά που έφταναν μέχρι τους ώμους. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο ρυτίδες και τα γαλανά μάτια του κοιτούσαν πάντα με συγκατάβαση και καλοσύνη. Αυτό το είχε παρατηρήσει ο Κακομούτσουνος από την πρώτη φορά που είχε έρθει ως υποψήφιος. Στα μάτια των υπόλοιπων μάγων έβλεπε –εκτός από τη απόρριψη, εννοείται- μια υπεροψία, ένα βλέμμα οίκτου ανακατεμένο με μια διάχυτη έκπληξη που έμοιαζε περισσότερο με εκλεπτυσμένη περιφρόνηση, κάτι που έβγαζε από τα ρούχα του τον Κακομούτσουνο. Όμως ο Πρόεδρος του Συμβουλίου, αυτός ο σεβάσμιος γέροντας τον κοιτούσε πάντα με καλοσύνη. Και να που τώρα τον είχε πάρει στο κατόπι για να του μιλήσει. 

Ο Φωκίωνας κοιτούσε το πάτωμα και φαινόταν χαμένος στις σκέψεις του. Ο Κακομούτσουνος βέβαια εκτιμούσε απίστευτα την κίνηση του Σεβάσμιου Μάγου να επιδιώξει να του μιλήσει προσωπικά, από τη άλλη όμως δεν άντεχε να μένει μακριά από το ερημητήριό του για πολύ… Δεν μπορούσε να μένει για πολλή ώρα σε χώρους που ήταν γεμάτοι κόσμο… Και ούτε και το ήθελε. Γι’ αυτό και τον σκούντησε απαλά στον ώμο. «Θέλατε να μου μιλήσετε;» Ο Μάγος γύρισε προς το μέρος του Κακομούτσουνου. «Ναι, παιδί μου. Μην ανησυχείς, δε θα σε καθυστερήσω.. Έχεις αναρωτηθεί ποτέ γιατί κανένα μαγικό σου δεν παίρνει την έγκριση του συμβουλίου;» Πριν προλάβει να απαντήσει κάτι ο Κακομούτσουνος, ο Σεβάσμιος Μάγος συνέχισε. «Το έχω σκεφτεί εγώ. Βλέπεις, όταν κάποιος δεν μπορεί πλέον να κινηθεί πολύ, όταν αναγκαστικά έχει όλο και πιο λίγες δραστηριότητες, χρησιμοποιεί το χρόνο του για να σκέφτεται. Κάθε φορά λοιπόν, έρχεσαι με ένα μαγικό, το Συμβούλιο το απορρίπτει, κ εσύ γυρνάς στο εργαστήριό σου, δουλεύεις σκληρά και επανέρχεσαι με κάτι καινούργιο, κάτι διαφορετικό. Όμως κάθε φορά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο…» «Ξέρετε, προσπαθώ πάρα πολύ…», ψέλλισε ο Κακομούτσουνος. «Μα το ξέρω, παιδί μου. Δε φταις εσύ… αλλά ίσως πάλι και να φταις…» 

Τώρα ο Κακομούτσουνος κοιτούσε το Σεβάσμιο Μάγο με έκπληξη. «Είσαι ένας άνθρωπος διαφορετικός από όλους αυτούς εκεί μέσα… από όλους εμάς… Έρχεσαι στο Συμβούλιο των Μάγων και διεκδικείς μια θέση σ’ αυτό. Όμως ξεχνάς ποιος είσαι.» Ο Κακομούτσουνος πήγε να πει κάτι, αλλά ο Σεβάσμιος Γέροντας συνέχισε. «Είμαστε ένα συμβούλιο από γέροντες μάγους, με πολλή σοφία, ίσως, αλλά με ελάχιστη έως και ανύπαρκτη διάθεση να ανοίξουμε το νου μας και την ψυχή μας σε κάτι καινούργιο… Ίσως είμαστε πολύ κουρασμένοι για κάτι τέτοιο… Κι εσύ προσεγγίζεις τη μαγεία με έναν εντελώς δικό σου τρόπο, με τον τρόπο του επιστήμονα. Γιατί είσαι χημικός, κι αυτό φαίνεται σε κάθε σου πείραμα, σε κάθε σου παρουσίαση. Και το Συμβούλιο των Μάγων δεν μπορεί να καταλάβει τους επιστήμονες… Δε φτιάχτηκε απ’ αυτούς αλλά ούτε και για αυτούς…» 

Ο Φωκίωνας έκανε μια παύση. Ο Κακομούτσουνος είχε απομείνει να κοιτάει το πάτωμα καθώς σκεφτόταν αυτά που μόλις είχε ακούσει. Μα γιατί του τα έλεγε όλα αυτά ο Μάγος; Μήπως για να αλλάξει τον τρόπο της προσέγγισης του στη μαγεία; Ή μήπως για να του πει με ευγενικό τρόπο πως μάταια προσπαθούσε;… «Θέλετε να μου πείτε πως δεν κάνω για αυτό το Συμβούλιο;», ρώτησε εξακολουθώντας να κοιτάζει το πάτωμα. «Ναι.» Ο Κακομούτσουνος κούνησε το κεφάλι του. «Μάλιστα… Λοιπόν, σας ευχαριστώ για το χρόνο σας καθώς και για όσα μου είπατε…», κι έκανε να φύγει. «Είναι και κάτι ακόμα», είπε ο Φωκίωνας. Ο Κακομούτσουνος κοντοστάθηκε. «Μα τι θέλει επιτέλους από μένα ο Μάγος», αναρωτήθηκε. Η υπομονή του, είναι αλήθεια ,είχε αρχίσει να εξαντλείται, και ο ίδιος ήταν ήδη αρκετά στενοχωρημένος, όχι μόνο γιατί για μια φορά ακόμα δεν τα είχε καταφέρει, αλλά κυρίως γιατί ο Σεβάσμιος Μάγος του έλεγε ξεκάθαρα ότι δεν θα τα κατάφερνε ποτέ. Τι άλλο ακόμα να του πει;! Ωστόσο ξανακάθισε στο παγκάκι. 

 Ο Φωκίωνας είχε γυρίσει προς το μέρος του και τον κοιτούσε κατάματα. «Σας ακούω», είπε ο Κακομούτσουνος. «Κάθε άνθρωπος, παιδί μου, έρχεται στον κόσμο με έναν προορισμό, ένα σκοπό. Και δεν ησυχάζει ποτέ αν δεν εκπληρώσει αυτόν το σκοπό… Δεν τον ξέρουμε πάντα το σκοπό, περιπλανιόμαστε και τον αναζητάμε. Κι αυτό μας κάνει να υποφέρουμε. Άλλες φορές πάλι τον αναγνωρίζουμε αλλά τον υπερτιμάμε ή τον υποτιμάμε και γι’ αυτό τον φοβόμαστε και τον αποφεύγουμε. Στρέφουμε το βλέμμα μας αλλού, ανακαλύπτουμε άλλα ενδιαφέροντα, αποσπάμε τις σκέψεις μας σε άλλα θέματα. Μα και πάλι υποφέρουμε. Γιατί μπορείς να ξεγελάσεις το μυαλό, αλλά ποτέ την ψυχή. Κι εσύ παιδί μου, βασανίζεις την ψυχή σου εδώ και χρόνια. Γιατί ο σκοπός σου σε αυτή τη ζωή δεν είναι να γίνεις μάγος –και το ξέρεις αυτό- αλλά ούτε και χημικός. Τη χημεία την αγάπησες, όπως και την αρωματοποιία. Και στη μαγεία στράφηκες γιατί ήθελες να ακουμπήσεις κάπου. Και όλα αυτά γιατί έπρεπε να ξεφύγεις από τον πραγματικό σου προορισμό…». 

Σιωπή. Μια μακρόσυρτη σιωπή που κανείς από τους δύο δεν έλεγε να διακόψει, σαν να φοβόντουσαν πως μόνο με μία λέξη θα μπορούσε να σπάσει η σιωπή σε χίλια κομμάτια, κάνοντας έναν εκκωφαντικό θόρυβο. «Δεν ήταν επιλογή μου», ψέλλισε ο Κακομούτσουνος, μάλλον μιλώντας περισσότερο στον εαυτό του. «Το ξέρω, παιδί μου». Μη βλέποντας πια κανένα νόημα στη συζήτηση ο Κακομούτσουνος έκανε να σηκωθεί. «Θα πρέπει να με συγχωρήσετε, αλλά έχω αργήσει, πρέπει να φύγω. Σας ευχαριστώ πολύ για…». Έψαξε για κάποια δευτερόλεπτα μέσα στο μυαλό του να βρει μια λέξη. Για ποιο λόγο αλήθεια ευχαριστούσε τον Φωκίωνα; Του είχε πει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να μπει στο Συμβούλιο των Μάγων. Όμως πια αυτό δεν φαινόταν να ενοχλεί και τόσο τον Κακομούτσουνο. Τον έκανε να κοιτάξει πίσω στη ζωή του και βαθιά μέσα στην ψυχή του. Του είχε πει μια μοναδική αλήθεια, από αυτές που ο καθένας μας ξέρει για τον εαυτό του, αλλά προτιμάμε να τις κρύβουμε μέσα σε συρτάρια, να τις παραχώνουμε κάτω από σωρούς δικαιολογίες, σαν σκουπιδάκια επιμελώς σπρωγμένα κάτω από το χαλί. 

«Σας ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον», είπε τελικά ο Κακομούτσουνος, επιλέγοντας να κλείσει τη φράση του με την πιο ουδέτερη αλλά και πιο ανώδυνη λέξη. Είχε ήδη σηκωθεί και μην παίρνοντας κάποια απάντηση από τον γέροντα γύρισε την πλάτη του κι έκανε να φύγει. «Γνώριζα τον πατέρα σου». Ο Κακομούτσουνος έμεινε ακίνητος, χωρίς δύναμη να κάνει ένα βήμα ούτε για να απομακρυνθεί μα ούτε και για να στραφεί προς το γέροντα. «Εξαιρετικός, σπουδαίος άνθρωπος. Λυπήθηκα πολύ όταν πέθανε». «Τι θέλετε από μένα;» Τώρα ο Κακομούτσουνος είχε γυρίσει προς τη μεριά του Μάγου και με πολύ κόπο έντυνε με οργή τη βαθιά θλίψη που τον κυρίευε. «Πάντα τον εκτιμούσα για την ευγένεια της ψυχής του αλλά και το θάρρος του.» «Αν όπως λέτε, γνωρίζατε τον πατέρα μου, τότε πιθανώς να έχετε υπόψη σας τη μοίρα που χτύπησε την οικογένειά μας… Και σε αυτή την περίπτωση ίσως θα μπορούσατε να καταλάβετε ότι αυτή η συζήτηση, αυτή τη στιγμή, είναι εξαιρετικά οδυνηρή για μένα, κι επικίνδυνη για ολόκληρη την οικουμένη!» «Ησύχασε, παιδί μου, δεν ήθελα να σε ταράξω». «Τότε γιατί με βασανίζετε;» Δάκρυα και παράπονο και λύπη χρόνια τώρα μαζεύονταν σε μια σκοτεινή γωνιά της ψυχής του Κακομούτσουνου, καλά κρυμμένα κάτω από μια απύθμενη οργή, μα τώρα  ο Κακομούτσουνος δεν είχε κουράγιο ούτε να θυμώσει. «Κάθισε, παιδί μου, σε παρακαλώ». 

Αυτή τη φορά ο Κακομούτσουνος δεν έκατσε μα σωριάστηκε. Αμίλητος, ακούμπησε την πλάτη του στο παγκάκι κι έκλεισε τα μάτια του. Ξαφνικά ένιωσε απίστευτα κουρασμένος, εξουθενωμένος. Για κάμποση ώρα δεν μιλούσε κανείς. «Το ξέρεις ότι μπορείς να σπάσεις την κατάρα, έτσι δεν είναι;» Η σημερινή παρουσία του Κακομούτσουνου στο Συμβούλιο των Μάγων ήταν το δίχως άλλο γεμάτη εκπλήξεις – με μοναδική εξαίρεση φυσικά τη μόνιμη και σταθερή απόρριψή του από αυτό. Εμβρόντητος, με ορθάνοιχτα μάτια γύρισε προς το Φωκίωνα. Ο Σεβάσμιος Γέροντας τον κοιτούσε επίμονα, λες και προσπαθούσε να διαβάσει στο πρόσωπό του μια απάντηση. Μα ο Κακομούτσουνος δεν έλεγε να βγάλει μιλιά, απλά στεκόταν, αποσβολωμένος. Από την άλλη, ο Φωκίωνας, αυτός ο κουρασμένος και ανήμπορος γεράκος ξαφνικά είχε αποχτήσει ζωντάνια και νεύρο και ικμάδα. «Υπάρχει τρόπος να σπάσεις την κατάρα! Και το ξέρεις! Τι περιμένεις για να το κάνεις;». Εδώ και ώρα κόσμος πηγαινοερχόταν στην αίθουσα αναμονής, κι έτσι ο Φωκίωνας αναγκάστηκε να χαμηλώσει τον τόνο της φωνής του, τα γέρικα μάτια του όμως ήταν γεμάτα από έναν εφηβικό ενθουσιασμό. «Τι περιμένεις;» 

Συνεχίζεται...