Ετικέτες

80's (1) αγανακτισμένοι (1) ανθρακωρύχοι (1) απεργία (1) απολιτικ (1) Αρκετά Καλός (1) Βενιζέλος (1) γάμος (1) γλυκά (1) γλώσσα (1) διήγημα (1) εκλογές 2015 (1) επαίτες (1) επιβάτες (1) επιστολή (1) ηλεκτρικός (3) θαυμάζω (1) θηλυκότητα (1) καθρέφτης (1) Καλλιθέα (1) κιλά (1) ΚΚΕ (1) κράζω (1) κρίση (1) κυβέρνηση (1) Κύριος (1) μάγος (1) μαντήλα (1) Μεγάλη Βρετανία (1) Μέρκελ (1) μέσα κοινωνικής δικτύωσης (1) Μοναστηράκι (2) Μουσουλμανισμός (1) μπούργκα (1) ναρκωτικά (1) ΝΔ (1) Παπαδιαμάντης (1) παραμύθι (2) ΠΑΣΟΚ (1) Πλατεία Δαβάκη (1) πολιτικά ορθό (1) πολιτική ορθότητα (1) ΠΟΤΑΜΙ (1) πρίζα (1) πρωθυπουργός (1) Ρωξάνη (1) Σαμαράς (2) σπολλάτη. παιδιά (1) Σταχτομπούτα (1) ΣΧΕΣΕΙΣ (1) σχέσεις (1) ταινία (1) Ταύρος (2) Τέλειος (1) Τζήμερος (1) τραπέζι (1) Τσίπρας (2) τυρκουάζ (1) υλική στέρηση (1) φεμινισμός (1) φτώχεια (1) χορευτής (1) Χριστούγεννα (1) χωριό του Άι Βασίλη (1) ψήφος (1) AIDS (1) Barbie (1) Da Capo (1) facebook (1) gay (1) jumbo (1) LGSM (1) Matthew Warchus (1) pride (1) social media (1) tweet (1) twitter (1)

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

ΚΥΑΝΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ: Ένα Παραμύθι σε Πρόβα Μέρος 3o



  

Ο ήχος από τις ρόδες ενός αυτοκινήτου και ο θόρυβος της μηχανής λες και ξύπνησαν τον Κακομούτσουνο που εδώ και λίγη ώρα είχε απορροφηθεί στην ανάμνηση της τελευταίας του συζήτησης με τον Φωκίωνα. Μα επιτέλους τι είναι αυτός ο θόρυβος; Τ ι φασαρία είναι αυτή; Έρχεται απ’ έξω, αυτό είναι σίγουρο, μα τι γίνεται εκεί έξω; «Ο Παναδέξιος», σκέφτηκε ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος «σίγουρα αυτός ο άθλιος κάποια ζημιά έκανε πάλι. Όμως τι ζημιά να έκανε; Έξω έχει μόνο κλαδιά και σκουπίδια. 

Μα για στάσου, νομίζω ότι ακούω ομιλίες... ναι, ομιλίες. Ο Κακομούτσουνος τέντωσε τα αυτιά του, λες και θα αναγνώριζε τις φωνές που άκουγε. Η μία ήταν του Παναδέξιου που μάλλον τραύλιζε, λέγοντας «Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω,  Καλλιστώ», άλλη μία φωνή που δεν θύμιζε τίποτα στον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο και κάτω απ’ αυτές τις φωνές σαν να ξεχώρισε άλλη μία, γνώριμη μα και αντιπαθή. Και μόνο στην ιδέα εξοργίστηκε. «Αυτό μας έλειπε τώρα... Δε φαντάζομαι...». 

Χωρίς δεύτερη σκέψη άνοιξε την πόρτα και πετάχτηκε έξω από το εργαστήριο. Μα τι ήταν αυτό που αντίκρυζε; Ένα ροζ αμάξι, μια κοπέλα με  κίτρινο πουκάμισο και γαλάζια φούστα- η Καλλιστώ- και η Ρωξάνη με κίτρινο φόρεμα και μωβ ζώνη ήταν ένας πολύχρωμος συνωστισμός μέσα στην αυλή του Κακομούτσουνου που όπως φαντάζεστε έγινε έξαλλος! «Εεεε...», έβαλε μια δυνατή φωνή. «Τι φασαρία είναι αυτή;». Ο Παναδέξιος και οι δύο κοπέλες έπαψαν να μιλούν και γύρισαν προς τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο. «Το καλό που σας θέλω, ξεκουμπιστείτε το γρηγορώτερο από εδώ! Μαζέψτε τα και δρόμο!». Ο Παναδέξιος, και η Καλλιστώ σάστισαν, μα η Ρωξάνη απάντησε: «Ναι, κι εμείς χαιρόμαστε που σε βλέπουμε, αγαπητέ Κακομούτσουνε. Καλώς ωρίσαμε!». «Κακώς, κάκιστα ωρίσατε και κακό συναπάντημα να έχετε! Τι μου κουβαληθήκατε εδώ; Ποιος σας φώναξε;». Το βλέμμα του Κακού Μάγου Κακομούτσουνου έπεσε γεμάτο οργή πάνω στον καημένο τον Παναδέξιο. «Εσύ, εσύ άθλιο πλάσμα, το κανόνισες;». Ο Παναδέξιος έκανε ένα βήμα πίσω και η Ρωξάνη πετάχτηκε: «Μην τα βάζεις με τον Παναδέξιο. Τίποτα δεν ήξερε. Δική μου ιδέα ήταν...». 

Τόση ώρα ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος απέφευγε και να κοιτάξει τη Ρωξάνη, τώρα όμως στράφηκε προς το μέρος της. «Δική σου ιδέα... Βέβαια, μονίμως δική σου ιδέα είναι να ανακατεύεις τις ζωές των άλλων, κυρίως τη δική μου, να γίνεσαι ενοχλητική, τσιμπούρι! Και τώρα, τι μου κουβαλήθηκες; Σου’ πε κανείς ότι έχω όρεξη για βεγγέρες; Κάνε μου τη χάρη κι αδειάστε μου τη γωνιά! Αμέσως!». Όλοι είχαν απομείνει χωρίς μιλιά να κοιτάζουν τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο. «Ε, αρκετά! Μάθε λοιπόν, αφού το θες, ότι δεν ήρθα εδώ για να σου κάνω βεγγέρα. Δεν είχα, αλήθεια, τόση έννοια να σε δω! Και λυπάμαι, πραγματικά που το λέω, αλλά εσύ με αναγκάζεις. Και το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι χρειάζομαι τη βοήθειά σου..» Η Ρωξάνη δεν είχε προλάβει να ολοκληρώσει ακόμα τη φράση της, όταν ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τη διέκοψε: «Ρωξάνη, για να μην αναγκαστώ να σου πω πράγματα πολύ άσκημα, κάνε μου τη χάρη και σήκω φύγε Τ Ω Ρ Α!». «Μου φαίνεται ότι δεν με άκουσες πριν. Σου λέω, υπάρχει πρόβλημα, χρειάζομαι τη βοήθειά σου. Το καταλαβαίνεις;» «Όχι, δεν καταλαβαίνω και ξέρεις και κάτι; Δεν μ’ ενδιαφέρει. Έκανες τις επιλογές σου σ’ αυτή τη ζωή, τώρα να μάθεις να ζεις και μ’ αυτές. Δεν σε κάλεσα εγώ, ποτέ δεν ζήτησα τη βοήθειά σου και δεν βρίσκω κανένα λόγο να σου δώσω τη δική μου.» 

Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος θα συνέχιζε για πολύ ακόμα, αλλά η Ρωξάνη τον διέκοψε. «Σωστά, εγώ έκανα τις επιλογές μου και ξέρω ποιες είναι. Εσύ, όμως; Τι έχεις επιλέξει σ’ αυτή τη ζωή; Ε;» Ρωξάνη και Κακός Μάγος Κακομούτσουνος κοιτάζονταν κατάματα, ο Παναδέξιος απορούσε με το θάρρος –για να μην πει θράσος- της Ρωξάνης, ενώ η Καλλιστώ που είχε κουραστεί από τη διαδρομή κι ολοφάνερα βαριόταν, κατάπινε το ένα μετά το άλλο τα χασμουρητά της. Ο Παναδέξιος έριξε μια ανήσυχη ματιά γύρω του- ευτυχώς, φτυάρια, σκούπες και τσουγκράνες ήταν μακρυά απο τον φανερά οργισμένο κύριό του! Η Ρωξάνη –για την ώρα, τουλάχιστον- δεν κινδύνευε. 

Τη συμπαθούσε ο Παναδέξιος τη Ρωξάνη. Ήταν γλυκομίλητη και πάντα χαμογελαστή. Και πάντα μύριζε υπέροχα. Μιλούσε πολύ, αστειευόταν ακόμα περισσότερο, και γελούσε ακόμα πιο πολύ!  Πολλές φορές είχε αναρωτηθεί πώς ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος και η Ρωξάνη ήταν φίλοι. Κάθε φορά που ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος έστελνε τον Παναδέξιο στην Πολιτεία, ο Παναδέξιος δεν παρέλειπε ποτέ να περάσει από το σπίτι της Ρωξάνης. Και η Ρωξάνη του έφτιαχνε ζεστή σοκολάτα και του έδινε κουλουράκια κανέλλας, ενώ την τελευταία φορά τον κέρασε παγωτό βανίλια με σιρόπι κεράσι –κι ο Παναδέξιος λάτρευε τη ζεστή σοκολάτα, τα κουλουράκια κανέλλας, και κυρίως το παγωτό βανίλια με σιρόπι κεράσι. 

Σε μια από αυτές τις επισκέψεις, ο Παναδέξιος είπε στη Ρωξάνη την απορία του. «Ξέρετε, πολύ συχνά αναρωτιέμαι πώς ο κύριός μου κι εσείς ήσασταν κάποτε φίλοι. Θέλω να πω, εσείς είστε τόσο χαρούμενη, ομιλητική, αγαπάτε τον κόσμο...» και τη ζωή, ήθελε να συμπληρώσει ο Παναδέξιος, αλλά το κατάπιε. Κοιτούσε τη Ρωξάνη και περίμενε μια απάντηση. Η Ρωξάνη μασούλησε το υπόλοιπο από το κουλουράκι κανέλλας που κρατούσε αλλά δεν εννοούσε να μιλήσει. «Η Ρωξάνη έχει οπωσδήποτε πολύ καλούς τρόπους και σε καμία περίπτωση δε θα απαντούσε με γεμάτο στόμα», σκέφτηκε ο Παναδέξιος. Η αλήθεια ήταν ότι σίγουρα η Ρωξάνη είχε καλούς τρόπους, αλλά μάλλον τώρα δεν ήταν η καλή ανατροφή της – ή τουλάχιστον όχι μόνο αυτή- που την εμπόδιζε να απαντήσει. Κοίταξε τον Παναδέξιο που με υπομονή την περίμενε να καταπιεί και το τελευταίο ψίχουλο από το κουλουράκι της. Έσκυψε προς το μέρος του, του έπιασε το χέρι και με πολύ τρυφερή φωνή, του είπε «Ξέρεις πως καταλαβαίνουμε ότι ένα πρόσωπο στη ζωή μας είναι ξεχωριστό, είναι το πιο ξεχωριστό, το πιο σημαντικό, Παναδέξιε;» Η Ρωξάνη δεν περίμενε απάντηση, συνέχισε. «Το καταλαβαίνουμε όταν το μόνο που μας απασχολεί είναι αυτό το πρόσωπο να είνα καλά, όταν ανησυχούμε μήπως κάτι κακό του συμβεί, όταν το πρόσωπο αυτό αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας, όταν η πρώτη και η τελευταία μας σκέψη είναι αυτό το πρόσωπο, γιατί νιώθουμε πως ό,τι και να γίνει, όπου κι αν βρίσκεται, όσο λίγο κι αν μοιάζουμε, όσο πολύ κι αν διαφέρουμε...» Σταμάτησε και για λίγο φάνηκε να χάθηκε μέσα σε εικόνες και αναμνήσεις, κι ίσως στο βάθος τυ μυαλού της να συνάντησε κάποιον που ήξερε παλιά κι ίσως για μια στιγμή να πιάστηκε από μια ελπίδα που κάποτε είχε, ένα όνειρο που κάποτε τη συντρόφευε... Τα σχεδόν μόνιμα γελαστά ματάκια της ήταν τώρα θολά κι ήταν φανερό πως κατέβαλλε μεγάλη προσπάθεια για να μην κλάψει. Ο Παναδέξιος πραγματικά δεν ήξερε τι να πει, κι έτσι το μόνο που έκανε ήταν να σφίξει το χέρι της Ρωξάνης και να περιμένει να ολοκληρώσει τη σκέψη της. «... όσο πολύ, λοιπόν, κι αν διαφέρουμε, αυτό το πρόσωπο το αγαπάμε», είπε με μιας και σταμάτησε. Κι έπειτα από μια μικρή παύση, συμπλήρωσε: «Ακόμα κι όταν ξέρουμε ότι αυτό το πρόσωπο μπορεί να μη μας αγαπάει πια...» 

Ο Παναδέξιος ήταν τώρα αυτός έτοιμος να κλάψει, όμως συγκρατήθηκε κι απλά εξακολούθησε να κρατάει το χέρι της Ρωξάνης που φαινόταν να έχει ξαναχαθεί μέσα στις σκέψεις και τις αναμνήσεις της. Κι έπειτα ξαφνικά ο Παναδέξιος έκανε μια σκέψη που δεν ήξερε αν θα μπορούσε να σημαίνει κάτι για τη Ρωξάνη, θεώρησε όμως σωστό να τη μοιραστεί μαζί της. «Τι δουλειά έκανε ο κύριός μου πριν καταπιαστεί με τη μαγεία, ξέρετε τον παλιό καιρό...;» Ο Παναδέξιος ήξερε πολύ καλά ότι κάθε συζήτηση που αφορούσε «τον παλιό καιρό» ήταν απαγορευμένη και η Ρωξάνη επίσης το ήξερε, γι’αυτό και ξαφνιάστηκε από την ερώτηση. Εξ άλλου δεν μπορούσε να καταλάβει σε τι ωφελούσε το επάγγελμα του Κακομούτσουνου την έτσι κι αλλιώς μάταιη συζήτηση που είχαν αρχίσει με τον Παναδέξιο,  παρ’ όλ’αυτά του απάντησε: «Ήταν χημικός. Αλλά αυτό που του άρεσε πραγματικά να κάνει ήταν να φτιάχνει αρώματα...» Κι ύστερα από λίγο, συμπλήρωσε: «Ήμασταν ακόμα παιδιά, όταν ο Ευγένιος μου έφτιαξε το πρώτο μου άρωμα. Άνθη λεμονιάς,νεραντζιάς και κίτρου και κάτι ακόμα που φυσικά δεν μου αποκάλυπτε. Ήταν το μυστικό της τέχνης του, όπως συνήθιζε να λέει... Βέβαια, τώρα έχω χρόνια να φορέσω άρωμα του. Καταλαβαίνεις φυσικά το γιατί, ε; Αλλά γιατί με ρωτάς;» 

Ο Παναδέξιος όμως δεν απαντούσε. Απλά κοιτούσε τη Ρωξάνη. Μέσα σε λίγα λεπτά είχε δεχτεί πολλές πληροφορίες, είχε κάνει πολλές σκέψεις και το ταλαίπωρο μυαλουδάκι του προσπαθούσε να τα βάλει όλα σε μια τάξη. Γιατί είχε μάθει όχι μόνο τι δουλειά έκανε ο κύριός του αλλά και πως είχε κι ένα όνομα. Κι έπειτα παρατήρησε πως ήταν η πρώτη φορά που η Ρωξάνη είχε αναφερθεί στον Κακομούτσουνο με το πραγματικό του όνομα. Και προς θεού, έπρεπε να βεβαιωθεί ότι το συμπέρασμά του ήταν σωστό, ώστε να μην κάνει κάποια γκάφα, πράγμα όχι σπάνιο για τον ίδιο. Γι΄αυτό και συνέχισε τις ερωτήσεις. «Πόσο καιρό σας κρατούσε το κάθε μπουκαλάκι, κάθε πότε σας έφτιαχνε ένα καινούργιο;» Η Ρωξάνη, όσο έξυπνη κι αν ήταν, δεν μπορούσε να αντιληφθεί πού το πήγαινε ο Παναδέξιος, ίσως όλες αυτές οι ερωτήσεις ήταν από απλή περιέργεια και αφέλεια,  ή ακόμα μια προσπάθεια του Παναδέξιου να μάθει λίγα περισσότερα για τον Κακομούτσουνο. Από την άλλη, η κουβέντα της με τον Παναδέξιο την είχε γυρίσει σε μια άλλη ζωή, πριν χρόνια, και της άφηνε μια γεύση γλυκόπικρη και γλυκόξινη μαζί, όμοια με τη μυρωδιά που είχε το άρωμα που της έφτιαχνε ο Ευγένιος. Γιατί πάντα στις δικές της σκέψεις, ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος παρέμενε ο Ευγένιος, ο αγαπημένος παιδικός της φίλος... «Περίπου ένα μήνα. Κάθε ένα μήνα μου έφτιαχνε ένα ακόμα άρωμα. Και πάντα με πείραζε, που το χαλούσα τόσο γρήγορα... Αλλά γιατί με ρωτάς;» 

Ο Παναδέξιος εδώ και ώρα συνδύαζε μέσα στο συγχυσμένο μυαλό του στιγμές, φωνές, σιωπές. Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος που κάθε ένα μήνα τον έστελνε στην Πολιτεία για να αγοράσει τις απαραίτητες προμήθειες και που πάντα μέσα στη λίστα με τα πράγματα υπήρχαν κίτρα, νεράντζια και λεμόνια. Κι ο Παναδέξιος δε θυμόταν ποτέ να είχαν φτιάξει γλυκό νεραντζάκι, μια λεμονόπιτα ή έστω μια λεμονάδα. Κι ύστερα, ο Κακομούτσουνος να κλείνεται στο εργαστήριο για ώρες, μόνος του. Κι εκείνες τις ώρες ο Παναδέξιος είχε πάντα άδεια, μπορούσε να πάει βόλτα στην Πολιτεία και να γυρίσει όσο πιο αργά γινόταν. Κι ο Παναδέξιος θυμόταν πως ο Κακομούτσουνος εκείνες τις μέρες ήταν πιο παράξενος από ποτέ. Ήταν όπως πάντα βλοσυρός, μα με έναν αλλιώτικο τρόπο. Τα μάτια του δεν είχαν μέσα οργή, μα μια βαθιά θλίψη. Και κάθε φορά που ο Παναδέξιος επέστρεφε από τις βόλτες του, ο Κακομούτσουνος δεν έβγαζε λέξη. Σερνόταν μέχρι την πόρτα του εργαστηρίου κι έφευγε. Γυρνούσε μετά από ώρες. Ο Παναδέξιος δεν διανοήθηκε ποτέ να ρωτήσει τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο ούτε τι έκανε ούτε πού πήγαινε. Κάθε φορά όμως το εργαστήριο είχε μια όμορφη, ξινούτσικη μυρωδιά... Κι έπειτα μια μέρα, καθώς ξεσκόνιζε το παλιό δρύινο μπαούλο, η ίδια μυρωδιά ανάβλυζε από το εσωτερικό του... 

«Παναδέξιε, γιατί μου κάνεις όλες αυτές τις ερωτήσεις;» Τώρα όμως ήταν η σειρά του Παναδέξιου να χαθεί μέσα στις σκέψεις του. «Παναδέξιε, σου μιλάω», και τώρα η Ρωξάνη είχε υψώσει τον τόνο της φωνής της. «Τι θες να μάθεις;» Ο Παναδέξιος, αντί για απάντηση, έκανε ακόμα μια ερώτηση «Πότε ήταν η τελευταία φορά που σας έφτιαξε ένα άρωμα;» «Πριν πέντε χρόνια, αλλά αλήθεια δεν καταλαβαίνω...» Ο Παναδέξιος όμως τώρα φαινόταν να μην ακούει πια τη Ρωξάνη «Πέντε χρόνια, δώδεκα μήνες ο χρόνος, ένα μπουκαλάκι το μήνα, πέντε επί δώδεκα...» Κι έπειτα πάλι στράφηκε στη Ρωξάνη. «Μήπως έχετε ένα χαρτί κι ένα μολύβι; Θέλω να κάνω έναν πολλαπλασιαμό...» Ξαφνικά κοκκίνισε. Τα μαθηματικά δεν ήταν ποτέ το δυνατό του σημείο... Η Ρωξάνη όμως φαινόταν να χάνει την υπομονή της. «Παναδέξιε, αν δε μου πεις τι συμβαίνει και μου κάνεις όλες αυτές τις παράξενες, τις... τις αλλόκοτες ερωτήσεις, στο ορκίζομαι, θα σε βάλω να μου πεις απ’ έξω όλη την προπαίδεια!» Σε άλλες συνθήκες η απειλή θα έπιανε τόπο, γιατί ο Παναδέξιος μπερδευόταν με την προπαίδεια, αλλά τώρα λίγο τον ένοιαζε. Κι έτσι συνέχισε: «Πέντε επί δώδεκα...» κι έπειτα από μια μικρή παύση «Εξήντα! Εξήντα!» «Μπράβο, Παναδέξιε, πέντε επί δώδεκα κάνει εξήντα, εδώ και αιώνες, φαντάζομαι, αλλά...» Ο Παναδέξιος έπιασε τώρα με δύναμη το χέρι της Ρωξάνης και της είπε με μιας: «Εδώ και πέντε χρόνια, κάθε μήνα κι ένα μπουκαλάκι, κάθε μήνα, εδώ και πέντε χρόνια, σας φτιάχνει από ένα μπουκαλάκι άρωμα, σας έχει φτιάξει...» «Εξήντα μπουκαλάκια άρωμα...» συμπλήρωσε σχεδόν ανέκφραστη η Ρωξάνη. «Γι’ αυτό σας έκανα όλες αυτές τις ερωτήσεις. Ήθελα να σιγουρευτώ ή μάλλον να σιγουρευτείτε εσείς...» «Για ποιο πράγμα;» «Για το αν ο κύριός μου δε σας αγαπά πια ή αν σας αγαπά ακόμα...» Και χωρίς να περιμένει την απάντηση της Ρωξάνης «Νομίζω, όμως, ότι είναι αργά, και σας κούρασα. Θα πρέπει να φύγω, να σας αφήσω να ησυχάσετε, να σκεφτείτε με την ησυχία σας...» Αυτή ήταν η τελευταία φορά που ο Παναδέξιος είχε συναντήσει τη Ρωξάνη. Η τελευταία μέχρι σήμερα... 

Μα όση ώρα ο Παναδέξιος ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του, ο καυγάς ανάμεσα στον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο και τη Ρωξάνη είχε φουντώσει για τα καλά. «Όπως πάντα, έτσι και τώρα, είσαι ένα επιπόλαιο, απερίσκεπτο πλάσμα, που κάνει ό,τι του κατέβει, ανακατεύει τους πάντες και τα πάντα, γιατί το βρίσκει αστείο και χαριτωμένο, κι όταν κάτι δεν πάει καλά, αλίμονο, η Ρωξάνη είναι πολύ μικρή, πολύ αδύναμη για να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά! Κάποιος άλλος πρέπει να λύσει το πρόβλημά της! Κάποιος άλλος να λύσει το δικό της πρόβλημα για εκείνη!» «Επιπόλαιη και απερίσκεπτη και χαζοχαρούμενη, οπωσδήποτε! Πόσο εύκολο σου είναι να αποδίδεις χαρακτηρισμούς στους άλλους, έχεις σίγουρα ταλέντο στο να στολίζεις τους πάντες με χίλια κοσμητικά! Η ειρωνία και η πικροχολία είναι σίγουρα το δυνατό σου σημείο και φυσικά όλοι εδώ σε φοβούνται και κανείς δεν τολμάει να σου αντιμιλήσει, όχι όμως κι εγώ! Μπορείς λοιπόν να με βρίζεις όσο θες και να με στολίζεις όπως σου κάνει κέφι, εγώ όμως δεν πρόκειται να φύγω, το κατάλαβες; Και μάθε ότι χρειάζομαι τη βοήθειά σου όχι για να λύσω ένα δικό μου πρόβλημα, ή τουλάχιστον όχι μόνο δικό μου...». 

Καθώς πρόφερε τις τελευταίες λέξεις, χαμήλωσε τον τόνο της φωνής της και πήρε μια θλιμμένη έκφραση. Ο Κακος Μάγος Κακομούτσουνος δε φάνηκε να αντιλαμβάνεται την αλλαγή στη διάθεση της Ρωξάνης, ήταν πολύ θυμωμένος για να αντιληφθεί ο,τιδήποτε άλλο εκτός από το ότι στον κήπο του σπιτιού του είχαν κουβαληθεί ανεπιθύμητοι επισκέπτες που του χαλούσαν την ηρεμία του, δεν τον άφηναν να συγκεντρωθεί στο λόγο που είχε να ετοιμάσει κι ακόμα χειρότερα, ανάμεσα στους επισκέπτες του ήταν και η Ρωξάννη! Κι έτσι συνέχισε: «Τι θράσσος! Και μου έρχεσαι απρόσκλητη, και θες τη βοήθειά μου, και μάλιστα για ένα πρόβλημα που δεν είναι δικό σου! Κι όλα αυτά μόλις δυο μέρες πριν από το Μεγάλο Συνέδριο των Μάγων! Και οπωσδήποτε, ακόμη κι αν δεν στο’χω πει εγώ, είμαι σίγουρος πως ξέρεις ότι σκοπεύω να λάβω μέρος.» Πάνω σ’ αυτό, ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος έριξε μια άγρια ματιά στον Παναδέξιο και συνέχισε: «Γιατί οπωσδήποτε, κάποιος φροντίζει να σε ενημερώνει! Μα δε μου λες, επίτηδες το κάνεις;» «Δεν ξέρεις τι λες!» «Εσύ όμως δεν ξέρεις τι κάνεις! Όπως πάντα και ....» «Ευγένιε! Θα το βουλώσεις επιτέλους; Ράγισε ο Κυανός Καθρέφτης», είπε η Ρωξάνη κι ακούμπησε εξαντλημένη πάνω στο ροζ αυτοκίνητο.

 Όση ώρα ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος και η Ρωξάνη μάλωναν, ο Παναδέξιος και η Καλλιστώ τους κοιτούσαν απορημένοι. Μα τώρα είχαν όλοι παγώσει. Γιατί ακόμα κι αν δεν ήξερες τον Κακομούτσουνο, λίγο αν τον έβλεπες, καταλάβαινες αμέσως ότι δεν του αντιμιλάς εύκολα, πολύ περισσότερο δεν του λες να «το βουλώσει»! Κι έπειτα, τι σήμαινε η φράση «ράγισε ο Κυανός Καθρέφτης»;  Τώρα όλοι είχαν καρφώσει τα μάτια τους στον Κακομούτσουνο και περίμεναν, τι άλλο, μια οργισμένη αντίδραση, πολλές φωνές και ακόμα περισσότερες βρισιές και προσβολές. Μα ο Κακομούτσουνος είχε μείνει άναυδος. Κοιτούσε τη Ρωξάνη χωρίς να μιλάει και προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τι τον είχε σοκάρει περισσότερο από αυτά που είχε ακούσει: το ότι κάποιος του είπε να το βουλώσει, το ότι τον φώναξε με το μικρό του όνομα ή ότι ράγισε ο Κυανός Καθρέφτης. Η αλήθεια είναι δε θυμόταν να του είχε πει ποτέ κανείς να το βουλώσει, είχαν χρόνια να τον φωνάξουν με το μικρό του όνομα, όσο για τον Κυανό Καθρέφτη, αυτό θα προτιμούσε να μην το είχε ακούσει καθόλου... Όμως τα είχε ακούσει όλα και τα είχε καταλάβει όλα. Λες και με μια φράση η Ρωξάνη τον έκανε να συνέλθει από έναν λήθαργο. Και είχε πέσει σ’ αυτόν το λήθαργο εδώ και χρόνια. Κι έρχεται τώρα η Ρωξάνη και με μια φράση τον επαναφέρει. Τον βάζει στη θέση του, γιατί ακόμα και ο Κακομούτσουνος πρέπει να το βουλώνει κάποτε! Γιατί ο Κακομούτοσουνος ήταν κάποτε ο Ευγένιος, είχε μια άλλη ζωή, ήταν κάποιος άλλος και γιατί ο Κυανός Καθρέφτης ήτσν ο κρίκος που συνέδεε το παρελθόν του με το παρόν του, και όχι μόνο. Ήταν κάτι πολύ περισσότερο, κι ο Κακομούτσουνος το ήξερε πολύ καλά αυτό...

 Έφερε το χέρι του στο μέτωπό του, σαν να προσπαθούσε να συγκρατήσει τις σκέψεις του μέσα στο μυαλό του, να ξεμπερδέψει τις σκόρπιες αναμνήσεις που τα τελευταία λεπτά τον είχαν κατακλύσει. Η Ρωξάνη τον πλησίασε. «Γι’ αυτό ήρθα», του είπε με σιγανή φωνή. «Είσαι σίγουρη;» τη ρώτησε με φωνή το ίδιο χαμηλή. Η Ρωξάνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Κακομούτσουνος και Ρωξάνη στέκονταν ο ένας απέναντι στον άλλο τώρα και κοιτάζονταν χωρίς να μιλάνε. Ο Παναδέξιος και η Καλλιστώ τα είχαν χαμένα. Πριν μερικά λεπτά ο Κακομούτσουνος και η Ρωξάνη μάλωναν με το χειρότερο τρόπο, και τώρα κοιτάζονταν στα μάτια και μιλούσαν χαμηλόφωνα! Η Καλλιστώ που από την αρχή βαριόταν και που όσο προχωρούσε η ώρα καταλάβαινε όλο και λιγότερα από όσα έλεγαν η Ρωξάνη και ο Κακομούτσουνος, είχε ξαφνικά βρει ενδιαφέρον στη συζήτηση γιατί της άρεααν οι ρομαντικές ιστορίες. Και με το δικό της μυαλό, σε όλο αυτό μπορούσε να δει μόνο μια ρομαντική ιστορία. Ας μη βιαστούμε όμως να κρίνουμε την Καλλιστώ, γιατί ίσως να μην μπορεί – ακόμα τουλάχιστον- να δει όλη την εικόνα, ωστόσο ίσως το κομμάτι που βλέπει να μην είναι και τόσο λάθος... Ο Παναδέξιος πάλι, ήταν σίγουρος πως το ράγισμα του Κυανού Καθρέφτη ήταν οπωσδήποτε κάτι πολύ σοβαρό, χωρίς βέβαια να καταλαβαίνει για ποιον ακριβώς λόγο. Και από την άλλη, παρ’όλο που αυτό το ράγισμα φάνταζε στο μυαλό του σαν κάτι σοβαρό κι επικίνδυνο, βαθιά μέσα του ήταν χαρούμενος γιατί ο Κακομούτσουνος και η Ρωξάνη είχαν συναντηθεί. 

Η Ρωξάνη και ο Κακομούτσουνος συνέχιζαν τη συζήτησή τους σε χαμηλούς τόνους. «Πότε έγινε?» «Πριν δυο εβδομάδες με ειδοποίησε ο Άλκιμος. Τον θυμάσαι τον Άλκιμο, ε;» Ο Κακομούτσουνος τώρα της έριξε μια αγριεμένη ματιά. «Δεν ξεχνιέται ο Άλκιμος ο Ράφτης ο Ποντικομούρης! Πώς το έμαθε αυτός;» Κι έπειτα, τάχα μου αδιάφορα: «Έχετε ακόμα επαφές, ε;» Και αμέσως μετά, με μια διάθεση ειρωνίας: «Μη μου πεις ότι ακόμα σου φτιάχνει φουστάνια για τις κούκλες σου! » Η Ρωξάνη δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί  η να εκνευριστεί με τα σχόλια του Κακομούτσουνου –προφανώς οι απαντήσεις του της προκαλούσαν και τα δύο συναισθήματα. Ωστόσο ήξερε πως ήταν πολλά αυτά που έπρεπε να ειπωθούν, ακόμα περισσότερα αυτά που έπρεπε να γίνουν, και αλίμονο, ο χρόνος θα ήταν αρκετός; «Ο Άλκιμος, όπως ξέρεις, εκτός από ποντικομούρης ράφτης, είναι Μέγας Ράφτης, που σημαίνει ότι έχει πρόσβαση...» «Στην Αίθουσα των Καθρεφτών του Κόσμου», την έκοψε ο Κακομούτσουνος, αυτή τη φορά σκεπτικός. «Μα βέβαια, πώς το ξέχασα;», συμπλήρωσε. «Ωστόσο δεν ξέχασες ότι κάποτε μου έραβε φουστάνια για τις κούκλες μου», σκέφτηκε η Ρωξάνη αλλά δεν του το είπε, παρα μόνο έσκασε ένα δειλό χαμόγελο και συνέχισε: «Πριν ένα μήνα περίπου άρχισαν να θολώνουν κάποιοι Καθρέφτες στην Αίθουσα, για λίγα λεπτά ο καθένας. Κι έπειτα καθάριζαν πάλι. Και πάλι θόλωναν, για περισσότερη ώρα, και πάλι καθάριζαν. Μα κάθε φορά η θαμπάδα διαρκούσε περισσότερο κι ήταν ακόμα δυσκολότερο να ξεθολώσουν... Κι ύστερα θόλωσαν όλοι οι Καθρέφτες και...» «Και κάπως έτσι ράγισε ο Κυανός Καθρέφτης...», συμπλήρωσε ο Κακομούτσουνος» Κι αμέσως μετά: «Κι ο όρκος; Εγώ δεν τον έσπασα ποτέ...» «Ο όρκος σου σημαίνει πως ο Κυανός Καθρέφτης προστατεύεται ακόμα από τους Φύλακες, πως δε θα σπάσει εξ αιτίας σου, όχι ότι δε θα σπάσει ποτέ... Μα το ξέρεις αυτό, Ευγένιε, όχι;» 

Ο Κακομούτσουνος το ήξερε, μα ήθελε να βεβαιωθεί πως δεν ήταν δική του ευθύνη όλο αυτό, ήθελε να το ακούσει.  «Μα τότε, πώς;… Για να θολώσουν οι Καθρέφτες και για να φτάσουμε στο σημείο να ραγίσει ο Κυανός Καθρέφτης σημαίνει ότι κάπου στον κόσμο σπάνε ολοένα και περισσότεροι καθρέφτες…» , κι αυτή τη φορά ήταν σα να μίλαγε περισσότερο στον εαυτό του. Κι έπειτα στράφηκε πάλι προς τη Ρωξάνη. «Να φανταστώ ότι οι Φύλακες έχουν αποκλείσει το ενδεχόμενο να είναι όλο αυτό μια σύμπτωση, ε;» Ο Κακομούτσουνος ήξερε καλύτερα από τον καθένα ότι μία ή ακόμα και περισσότερες συμπτώσεις δεν είχαν τη δύναμη να ραγίσουν τον Κυανό Καθρέφτη, ωστόσο βαθιά μέσα του ευχόταν να είναι έτσι… «Το ξέρεις ότι οι συμπτώσεις δεν αρκούν για να γίνει κάτι τέτοιο. Οι Φύλακες είναι πεπεισμένοι ότι πίσω απ’ αυτό υπάρχει ένα οργανωμένο σχέδιο… Γι’ αυτό και μ’ έστειλαν εδώ…» Ο Κακομούτσουνος όμως φαινόταν να μην ακούει τη Ρωξάνη.  «Τότε, η Φοβώ;...» «Και οι Φύλακες αυτήν υποψιάζονται, αλλά δεν έχουν στοιχεία στα χέρια τους. Και γι’ αυτό χρειάζονται τη βοήθειά σου.»

 Ήταν φανερό πως εδώ και ώρα Κακομούτσουνος και Ρωξάνη είχαν εντελώς απορροφηθεί στην κουβέντα τους, ενώ είχαν παντελώς ξεχάσει τον Παναδέξιο, και την  Καλλιστώ. «Αυτό σημαίνει πως έχουν θολώσει και οι δικοί σου καθρέφτες...», ψιθύρισε η Ρωξάννη. «Κι όχι μόνο...», αποκρίθηκε ο Κακομούτσουνος. Κι αμέσως μετά: «Παναδέξιε, πόσες μέρες έχεις να πας στο παλιό σπίτι; «Ακριβώς μια εβδομάδα» «Πρέπει να πάω στο σπίτι», είπε ο Κακομούτσουνος και έκανε να ξεκινήσει. Η Ρωξάνη όμως τον έπιασε δειλά από το μπράτσο και με τα μάτια της του έδειξε προς τη μεριά που στεκόταν η Καλλιστώ. «Μα, ναι, βέβαια», είπε με σιγανή φωνή. Κι έπειτα, φώναξε στον Παναδέξιο: « Παναδέξιε, οδήγησε την κυρία στο εργαστήριο...Ε, ναι... λοιπόν, είμαι ο Μάγος Κακομούτσουνος, ε...» Ώστε έτσι λοιπόν. Ακόμα κι ο Κακομούτσουνος έρχεται σε αμηχανία και χάνει τα λόγια του. Για φαντάσου! Η Ρωξάννη το κατάλαβε αμέσως κι έσπευσε να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση. «Πλησίασε, Καλλιστώ. Όπως βλέπεις, δεν δαγκώνει!» Ο Κακομούτσουνος της έριξε μια αγριεμένη ματιά, αλλά εδώ και ώρα τον απασχολούσαν άλλα πράγματα, πολύ πιο σοβαρά από το θυμό του. Η κοπέλα πλησίασε. «Από δω η Καλλιστώ, προσωπική βοηθός και φύλακας άγγελός μου!» είπε η Ρωξάννη. «Κι από’ δω, Καλλιστώ, ο παιδικός μου φίλος Ευγένιος ή αν προτιμάς Κακός Μάγος Κακομούτσουνος.» Η Καλλιστώ χαμογέλασε στον Κακομούτσουνο και πιάνοντας τη φούστα της  έκανε κάτι σαν υπόκλιση. Ο Κακομούτσουνος κούνησε το κεφάλι του. Αλλά οπωσδήποτε δεν χαμογέλασε. Αν και θα το ήθελε... Στράφηκε στον Παναδέξιο που είχε επίσης πλησιάσει. «Εσύ απ’ ό,τι φαίνεται, Παναδέξιε, γνωρίζεις την κοπέλα ε;» «Την έχω συναντήσει στο σπίτι της κυρίας Ρωξάνης κάποιες φορές, όταν με στέλνατε στην Πολιτεία...», απάντησε διστακτικά ο Παναδέξιος ενώ κοιτούσε τα παπούτσια του. «Τώρα ο Κακομούτσουνος θα θυμώσει μαζί μου», σκεφτόταν «επειδή πήγαινα στη Ρωξάνη και δεν του το είχα πει...». Ο Κακομούτσουνος, η αλήθεια είναι, εκνευρίστηκε που ο Παναδέξιος έκανε παρέα με τη Ρωξάνη πίσω από την πλάτη του, δεν μπορούσε όμως και να τον κατσαδιάσει επειδή συμπαθούσε τη Ρωξάνη. Εξ άλλου, ο Κακομούτσουνος ήξερε πόσο αγαπητή μπορούσε να γίνει η Ρωξάνη, πόσο επικίνδυνα αγαπητή...  Κι έτσι είπε: «Δεν μου είχες πει ποτέ πώς περνούσες την ώρα σου στην Πολιτεία». Ο Παναδέξιος ξαφνιάστηκε με την απάντηση του Κακομούτσουνου. Σταμάτησε να κοιτάει τα παπούτσια του κι έστρεψε το βλέμμα του στον Κακομούτοσουνο που τον κοιτούσε σοβαρός αλλά ήρεμος.  «Δεν με ρωτήσατε ποτέ», αποκρίθηκε ο Παναδέξιος, λέγοντας στην ουσία το πρώτο πράγμα που του ήρθε στο μυαλό. Ο Κακομούτσουνος δεν απάντησε, παρά απόμεινε να κοιτάζει τον Παναδέξιο. «Σήμερα είναι η δεύτερη φορά που του λέω τι σκέφτομαι και δεν γίνεται έξαλλος μαζί μου, αλλά με ακούει», σκεφτόταν ο Παναδέξιος. «Ποτέ δεν ρώτησα τον Παναδέξιο τι έκανε όταν δεν ήταν μαζί μου, ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα να μάθω πώς περνούσε την ώρα του στην Πολιτεία», σκεφτόταν ο Κακομούτσουνος. 

Η Ρωξάνη ίσως να μην μπορούσε να μαντέψει τις σκέψεις του Κακομούτσουνου και του Παναδέξιου, μπορούσε όμως να αισθανθεί την αλλαγή στη σχέση ανάμεσά τους. Ωστόσο το πρακτικό της πνεύμα της έλεγε πως τώρα δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να λύσουν ο Κακομούτσουνος και ο Παναδέξιος το πρόβλημα της επικοινωνίας τους, κι έτσι είπε: «Ευγένιε, δεν έχουμε και πολύ χρόνο στη διάθεσή μας...» Ο Κακομούτσουνος γύρισε προς το μέρος της. «Πολύ χρόνο για να κάνουμε τι;» «Τι τι να κάνουμε; Να το σταματήσουμε όλο αυτό...» «Ρωξάνη, ακούς τον εαυτό σου που μιλάει; Να σταματήσουμε κάτι τόσο φοβερό, όταν μάλιστα δεν έχουμε και ιδέα ποιος κρύβεται πίσω από αυτό! Και να το σταματήσουμε ποιοι; Ένας μάγος που δεν είναι καν μέλος του Μεγάλου Συμβουλίου των Μάγων, ο ταλαίπωρος βοηθός του, μια πρώην νεράιδα, και η γραμματέας της! Α, και μια χούφτα Μεγάλοι Ράφτες που μπορούν να μπαινοβγαίνουν στην Αίθουσα των Καθρεφτών του Κόσμου! Τι ομάδα για να σώσει την ανθρωπότητα από το χάος, αλήθεια!» «Ωραία, και τι προτείνεις; Να μείνουμε με τα χέρια σταυρωμένα και να περιμένουμε το χάος να έρθει; Ε; Κι έπειτα, ξεχνάς ποιος είσαι;...» Ο Κακομούτσουνος δεν περίμενε να ολοκληρώσει η Ρωξάνη τη φράση της. «Ποιος ήμουν, θες να πεις. Έστω. Κι έτσι αν είναι, δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω, τώρα πια...» Ο Παναδέξιος έβλεπε πως η συζήτηση έφτανε σε αδιέξοδο κι έτσι, χωρίς να σκεφτεί και πολύ είπε: «Θα θέλατε να περάσουμε μέσα; Να ετοιμάσουμε κάτι για φαγητό;» Κακομούτσουνος και Ρωξάνη γύρισαν προς τον Παναδέξιο. Η φράση του Παναδέξιου έμοιαζε να κρέμεται στον αέρα, μια που κανείς δεν έλεγε να απαντήσει. «Μπορώ να μαγειρέψω, αν κάποιος μου δείξει πού είναι η κουζίνα», πετάχτηκε η Καλλιστώ. «Μπορώ να βοηθήσω κι εγώ», συμπλήρωσε ο Παναδέξιος». Η Ρωξάννη κοίταξε τον Κακομούτσουνο και ανασήκωσε τους ώμους της. «Σωστά», είπε ο Κακομούτσουνος. «Αν είναι να σώσουμε την ανθρωπότητα από το χάος, ας έχουμε φάει πρώτα τουλάχιστον!» Ο Παναδέξιος και η Καλλιστώ κατευθύνθηκαν προς το σπιτάκι του κήπου. Τώρα η Ρωξάνη και ο Κακομούτσουνος έμειναν μόνοι να στέκονται  ο ένας δίπλα στον άλλο, χωρίς να μιλάνε. «Θα πάω στο σπίτι», είπε ο Κακομούτσουνος. «Να έρθω μαζί σου;», ρώτησε η Ρωξάνη. Ο Κακομούτσουνος ανασήκωσε τάχα μου αδιάφορα τους ώμους του, όμως δεν ήθελε να πάει μόνος του στο παλιό σπίτι. Όχι πως φοβόταν, μα θα προτιμούσε αυτή τη φορά να είχε και παρέα. Και όφειλε να ομολογήσει ότι η Ρωξάννη δεν τον εκνεύριζε τόσο όσο τελικά ήθελε να πιστεύει...