Ετικέτες

80's (1) αγανακτισμένοι (1) ανθρακωρύχοι (1) απεργία (1) απολιτικ (1) Αρκετά Καλός (1) Βενιζέλος (1) γάμος (1) γλυκά (1) γλώσσα (1) διήγημα (1) εκλογές 2015 (1) επαίτες (1) επιβάτες (1) επιστολή (1) ηλεκτρικός (3) θαυμάζω (1) θηλυκότητα (1) καθρέφτης (1) Καλλιθέα (1) κιλά (1) ΚΚΕ (1) κράζω (1) κρίση (1) κυβέρνηση (1) Κύριος (1) μάγος (1) μαντήλα (1) Μεγάλη Βρετανία (1) Μέρκελ (1) μέσα κοινωνικής δικτύωσης (1) Μοναστηράκι (2) Μουσουλμανισμός (1) μπούργκα (1) ναρκωτικά (1) ΝΔ (1) Παπαδιαμάντης (1) παραμύθι (2) ΠΑΣΟΚ (1) Πλατεία Δαβάκη (1) πολιτικά ορθό (1) πολιτική ορθότητα (1) ΠΟΤΑΜΙ (1) πρίζα (1) πρωθυπουργός (1) Ρωξάνη (1) Σαμαράς (2) σπολλάτη. παιδιά (1) Σταχτομπούτα (1) ΣΧΕΣΕΙΣ (1) σχέσεις (1) ταινία (1) Ταύρος (2) Τέλειος (1) Τζήμερος (1) τραπέζι (1) Τσίπρας (2) τυρκουάζ (1) υλική στέρηση (1) φεμινισμός (1) φτώχεια (1) χορευτής (1) Χριστούγεννα (1) χωριό του Άι Βασίλη (1) ψήφος (1) AIDS (1) Barbie (1) Da Capo (1) facebook (1) gay (1) jumbo (1) LGSM (1) Matthew Warchus (1) pride (1) social media (1) tweet (1) twitter (1)

Σάββατο, 12 Νοεμβρίου 2016

ΕΣΥ, ΤΙ ΕΓΙΝΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΣ; Vol.2 "ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ" - FINALE





 ΕΣΥ, ΤΙ ΕΓΙΝΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΣ; Vol.2 "ΠΑΛΙΡΡΟΙΑ" - FINALE

...Δεν ήταν και τίποτα σπουδαίο, μια ύπαρξη εκεί δα, στο τέλος ενοχλητική για όλους, παρείσακτη ακόμα και μέσα στον ίδιο της τον εαυτό. Περιπλανήθηκε από άνθρωπο σε άνθρωπο, νόμιζε πως αγάπησε πολύ, μα δεν ήταν ικανή γι’ αυτό. Μόνο το κακό παντού μαζί της κουβαλούσε.


Στο τέλος την έφαγε ζωντανή ο φόβος. Ένιωθε μόνη της μα σε κανέναν δεν τολμούσε να πει όσα φοβόταν κι όσα σκεφτόταν. Δεν είχε κανέναν για να μοιραστεί…


Δικαίωμα να ζητήσει βοήθεια δεν είχε. Ήταν μεγάλο κορίτσι, δε θα πλήρωναν οι άλλοι τα λάθη της.  Κι έτσι, έφυγε χωρίς κανέναν να χαιρετήσει. Σε λίγο όλοι θα την είχαν ξεχάσει. Μια απογοήτευση για όλους ήταν, ποιος θέλει να θυμάται κάτι τόσο δυσάρεστο;

Στο σπίτι της πια κλειδιά δεν είχε, παντού φιλοξενούμενη ήταν. Ένας μουσαφίρης που όλοι ήθελαν να ξεφορτωθούν, ο καλεσμένος που όλοι ήθελαν να αποφύγουν.

Κι όμως εκείνη ήθελε να πει ξανά και ξανά, πως είχε αγαπήσει πολύ, μα νόημα πια δεν είχε.


Από τον εαυτό του κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει, μια ανυπέρβλητη αλήθεια. Δεν μπορούσε όμως παρά μόνο να φορτωθεί όλα τα λάθη, δεν είχε άλλη επιλογή. Ίσως και μέσα της να πίστευε πως τελικά όλα τα λάθη της ανήκουν.


Χωρίς καμιά ελπίδα πια, απλά περπατούσε. Πιο μόνη από ποτέ, με την ψυχή της κατάμαυρη και τα μάτια της γεμάτα δάκρυα. Μόνιμα. Έρχονταν στιγμές που παρακαλούσε να πεθάνει, μα κανείς δεν πεθαίνει επειδή απλώς το εύχεται.

Μακριά κι απο το λιβάδι του αιώνιου μεσημεριού με τα σεντούκια και τις υποσχέσεις. Ακόμα πιο μακριά από την παραλία με τη δροσερή άμμο, μακριά από την Αυλή που την αγκάλιασε κι εκείνη την πρόδωσε. Όσο πιο μακριά γίνεται από το βλέμμα του Λύκου...

Την Πηγή την είχε ξεχάσει πια. Δεν υπήρχε Πηγή, δεν υπήρχε κανένας ασφαλής τόπος.  

Νύχτωσε πια. Ιδέα δεν είχε πόσες ώρες είχε περπατήσει. Κοίταξε γύρω της. Βράχια. Κι ερημιά. Σωριάστηκε πάνω στις πέτρες. Δεν είχε κουράγιο για να κλάψει άλλο. Για κάμποσο νοστάλγησε τη δροσερή άμμο της παραλίας. Θυμήθηκε βλέμματα κι ανάσες και λέξεις κι αγγίγματα. Η νύχτα ήταν παγωμένη, πιο παγωμένη από ποτέ. Η θάλασσα φούσκωνε απειλητικά κι ολοένα έτρωγε τη στεριά, όλο και πιο πολύ την πλησίαζε.  "Το φεγγάρι φταίει για την παλίρροια", σκέφτηκε και λίγο χαμογέλασε, χωρίς να κουνηθεί από τη θέση της.

Δεν μπορείς να πυροβολήσεις το φεγγάρι. 

ΤΕΛΟΣ 
 

ΕΣΥ, ΤΙ ΕΓΙΝΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΣ; Vol.2, "ΜΟΝΗ"




 ΕΣΥ, ΤΙ ΕΓΙΝΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΣ; Vol.2, "ΜΟΝΗ"

Ένας μωβ φάκελος ανοιγμένος στο πάτωμα. Κρατούσε το γράμμα, εδώ και ώρα το είχε διαβάσει, μα ακόμα το κοιτούσε. Βγήκε έξω, διέτρεξε με το βλέμμα του όλη την παραλία. Ένα κορίτσι ξυπόλυτο, με τα χέρια στις τσέπες… Μα όχι, κανείς δεν περπατούσε πάνω στην άμμο. Η παραλία ήταν έρημη. Γύρισε στο παλάτι κι ανέβηκε τρέχοντας προς το δωμάτιο της Ζωής.

Η κάμαρά της ήταν άνω κάτω. Ντουλάπες ορθάνοιχτες έχασκαν, βαλίτσες αναποδογυρισμένες, τετράδια και χαρτιά σκορπισμένα στο πάτωμα.
Οι Κυρίες των Τιμών που κάποτε τόσο πολύ τη θαύμαζαν,  τώρα μιλούσαν για κείνη με μια συγκαταβατική περιφρόνηση. 

Ο Μάξιμος στεκόταν αμίλητος. Σα να μαζεύτηκαν λίγο μόλις τον είδαν, μα σε λίγο συνέχισαν το κουβεντολόι τους, πιο χαμηλόφωνα αυτή τη φορά. Σε μια άλλη ιστορία, που η δράση θα είχε κάποιο νόημα, θα ρωτούσε έξαλλος: «Μα τι έγινε εδώ;» Όμως σ’ αυτήν την ιστορία, κι ο Μάξιμος το ήξερε καλά αυτό, λίγο νόημα είχαν οι σκηνές. Συμφωνίες σιωπής δεν υπογράφουν μόνο μικροσκοπικές ηρωίδες με γίγαντες…

Καμία θέση δεν είχε μέσα στο παλάτι. Είχε διαλέξει το παραμύθι που τη βόλευε για την Αυλή. Έζησε το παραμύθι που φοβόταν σε βάρος της Αυλής. Χαμένη, όπως και να το δεις. Αλλά η Αυλή ήθελε πια να ξεμπερδεύει με την ξένη που πριν χρόνια πάτησε το πόδι της στην παραλία του βασιλείου. Τελικά όλοι συμφωνούσαν: η Ζωή ήθελε να φύγει και η Αυλή την έδιωχνε.

Την πριγκίπισσα που κάποτε τους έδωσε δεν την ήθελαν πια. Είχαν πιστέψει πως ήταν μια ευγενική ψυχή αφοσιωμένη, αλλά εκείνη προσπαθούσε μόνο να κρυφτεί από το φόβο της, γεμάτη μυστήρια και μυστικά, φυγάς από ένα πεπρωμένο που τελικά συγκρούστηκε μαζί του μετωπικά.

Μα την Αυλή δεν την ένοιαζε αν η Ζωή ήταν όλη μια πληγή. Δεν ήθελε πληγές μέσα στα ψηλοτάβανα σαλόνια της. Πολύ περισσότερο, δεν ήθελε αλλόκοτες ιστορίες για γυάλινα γοβάκια και φαρμακωμένα μήλα. Κι ο Λύκος είναι πάντα ο εχθρός. Κι αυτή εδώ, με περίσσιο θράσος τον αγκάλιασε.

«Φτάσαμε στο τέλος, Πηγή… Έγινα μόνη.»

Συνεχίζεται…

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

ΕΣΥ, ΤΙ ΕΓΙΝΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΣ; Vol.2, "ΧΑΡΑΥΓΗ"



 ΕΣΥ, ΤΙ ΕΓΙΝΕΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΣΕΣ; Vol.2 "ΧΑΡΑΥΓΗ"

Όσο προσεχτικά όμως κι αν περπατούσε, μέσα στην απόλυτη βραδινή ησυχία τα τακούνια της χτυπούσαν σχεδόν εκκωφαντικά πάνω στα μάρμαρα. Έβγαλε τα παπούτσια της και κατευθύνθηκε προς τη μεγάλη σκάλα που οδηγούσε στη σάλα κι από εκεί στην έξοδο. 

"Φεύγεις όπως ήρθες. Ξυπόλυτη." Γύρισε τρομαγμένη. Δεν είναι δυνατόν, σκέφτηκε. 

"Κι όμως, είναι", της απάντησε η φωνή που ερχόταν από το βάθος του διαδρόμου. Για μια στιγμή σκέφτηκε να το βάλει στα πόδια. Ήταν τόσο εύκολο, να κατεβεί τρέχοντας τη στριφογυριστή μαρμάρινη σκάλα, να βρεθεί στο σαλόνι, να ανοίξει την πόρτα... Αλλά έμεινε ακίνητη. Και τώρα δεν τολμούσε καν να κοιτάξει προς τη μεριά απ' όπου ερχόταν η φωνή. Το φως -για μια φορά ακόμα- ήταν λιγοστό. Όμως τώρα δεν πάσχιζε να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του προσώπου που. Το είχε πάντα μπροστά της το πρόσωπό του, έστω κι αν δεν το έβλεπε. 

"Το σκας; Ωραία συμπεριφορά για μια πριγκίπισσα!" Τώρα την είχε πλησιάσει και  μπορούσε να τον δει. 

"Τι κάνεις εσύ εδώ;"

"Εδώ μένω, το ξέχασες;"
 
"Και τι κάνεις μέσα στη νύχτα στους διαδρόμους του παλατιού;"

"Αυτό θα' πρεπε να στο ρωτήσω εγώ, Ζωή!" Κοντοστάθηκε και την κοίταξε καλύτερα. 

"Με ένα βραδινό φόρεμα, ξυπόλυτη, με τα παπούτσια σου στο χέρι κι έναν φάκελο που προσπαθείς να μου κρύψεις..." 

Η Ζωή αναστέναξε. Νικημένη - για μια φορά ακόμη- κατευθύνθηκε προς τη σκάλα και σχεδόν σωριάστηκε στο κεφαλόσκαλο. Ακούμπησε τα παπούτσια της στο από κάτω σκαλί αλλά δεν άφησε τον φάκελο από τα χέρια της... Ο Μάξιμος την ακολούθησε. Κάθισε δίπλα της. 

"Τι θες από μένα;" του είπε με μια φωνή που μόλις ακουγόταν.

"Να είσαι καλά."  

"Τώρα θα ήθελα να σε χτυπήσω... Αλήθεια..."

"Και γιατί δεν το κάνεις;"

Η μέρα πάσχιζε να φανεί, σπρώχνοντας δειλά τη νύχτα στην άκρη. Κανείς δεν είχε ξυπνήσει ακόμα στην Αυλή. Και μόνο δυο άνθρωποι είχαν ξαγρυπνήσει...

"Θα μου δώσεις το γράμμα;"

'Και πώς ξέρεις ότι είναι για σένα;"

"Γιατί με μένα είχες ανοιχτούς λογαριασμούς... Στον πρίγκιπα και στην Αυλή δεν είχες τίποτα να πεις... Ή δεν τολμάς να πεις..."

Η Ζωή σηκώθηκε από το κρεβάτι. Μια νύχτα πριν το τέλος... Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Θα μπορούσε να είναι ένα όμορφο ξημέρωμα αυτό. Δυο εραστές που σμίγουν ξανά μετά από ένα χωρισμό, μια εικόνα ωραία με έναν τρόπο μοιραίο αλλά και αναπόφευκτα οδυνηρό...

"Πάντα σε μένα θα γυρνάς, μικρή."
Τον κοίταξε. Ήξερε πως ποτέ πια δεν θα επέστρεφε στο λιβάδι του ακίνητου χρόνου. Μια για πάντα είχε αποχαιρετήσει κάθε παιδικό όνειρο, κάθε παιδική αυταπάτη. 

"Γιατί πάντα σε μένα θα ανήκεις."

"Αυτό λοιπόν έγινα όταν μεγάλωσα...", ψιθύρισε.

"Τι είπες;"

"Μια φορά, πριν χρόνια, ένα μικρό κορίτσι με ρώτησε τι έγινα όταν μεγάλωσα. Μου φάνηκε παράξενη η ερώτησή της..." Χαμογέλασε με κόπο. "Και τώρα που έχω την απάντηση, δεν μπορώ να γυρίσω πίσω να της τη δώσω..."

"Γιατί;"

"Γιατί το κορίτσι αυτό δεν υπάρχει πια... Πέθανε για να βρω εγώ την απάντησή μου."

Συνεχίζεται...