Ετικέτες

80's (1) αγανακτισμένοι (1) ανθρακωρύχοι (1) απεργία (1) απολιτικ (1) Αρκετά Καλός (1) Βενιζέλος (1) γάμος (1) γλυκά (1) γλώσσα (1) διήγημα (1) εκλογές 2015 (1) επαίτες (1) επιβάτες (1) επιστολή (1) ηλεκτρικός (3) θαυμάζω (1) θηλυκότητα (1) καθρέφτης (1) Καλλιθέα (1) κιλά (1) ΚΚΕ (1) κράζω (1) κρίση (1) κυβέρνηση (1) Κύριος (1) μάγος (1) μαντήλα (1) Μεγάλη Βρετανία (1) Μέρκελ (1) μέσα κοινωνικής δικτύωσης (1) Μοναστηράκι (2) Μουσουλμανισμός (1) μπούργκα (1) ναρκωτικά (1) ΝΔ (1) Παπαδιαμάντης (1) παραμύθι (2) ΠΑΣΟΚ (1) Πλατεία Δαβάκη (1) πολιτικά ορθό (1) πολιτική ορθότητα (1) ΠΟΤΑΜΙ (1) πρίζα (1) πρωθυπουργός (1) Ρωξάνη (1) Σαμαράς (2) σπολλάτη. παιδιά (1) Σταχτομπούτα (1) ΣΧΕΣΕΙΣ (1) σχέσεις (1) ταινία (1) Ταύρος (2) Τέλειος (1) Τζήμερος (1) τραπέζι (1) Τσίπρας (2) τυρκουάζ (1) υλική στέρηση (1) φεμινισμός (1) φτώχεια (1) χορευτής (1) Χριστούγεννα (1) χωριό του Άι Βασίλη (1) ψήφος (1) AIDS (1) Barbie (1) Da Capo (1) facebook (1) gay (1) jumbo (1) LGSM (1) Matthew Warchus (1) pride (1) social media (1) tweet (1) twitter (1)

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2018

ΝΑΙ - ΕΜΕΙΣ - ΜΑΖΙ







ΝΑΙ - ΕΜΕΙΣ - ΜΑΖΙ





Κατά παραγγελία να ράβεις κοστούμια. Αν θες κάτι να σε βολεύει, φόρα άνετα παπούτσια. Αν εμμονικα θες να παραμείνεις όπως είσαι, μην αναζητάς τον άλλον. Γιατί η Αγάπη δεν έρχεται κατόπιν παραγγελίας, εννοείται πως δε βολεύει, κι είναι από μόνη της μια αλλαγή.
 

Το ΕΓΩ είναι ασφαλές μέσα στο κέλυφός του. Ασφαλές και δειλό. Το ΕΜΕΙΣ πάλι είναι πεδίο βολής ανοιχτό. Γενναίο.
 

Κάποιος έρχεται πρώτος, κάποιος έρχεται δεύτερος. Όμως δεν ζούμε όπως οδηγούμε. Δεν δίνουμε προτεραιότητα σε αυτόν που έτυχε να είναι δεξιά μας. Αυτό είναι κανόνας. Δίνουμε προτεραιότητα σε εκείνον που είναι στην καρδιά μας. Αυτό είναι συναίσθημα.
 

Επιλογή κάνω τη στιγμή που σου ανοίγω την πόρτα μου και την καρδιά μου. Μετά από αυτό, παύεις να είσαι μία επιλογή μου. Γίνεσαι προτεραιότητα μου. Όμως για να δω, η πόρτα και η καρδιά είναι ανοιχτές;

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2018

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟ: ΜΙΚΡΕΣ ΙΝΔΙΕΣ



 ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟ: ΜΙΚΡΕΣ ΙΝΔΙΕΣ

Το να παίρνεις τον ηλεκτρικό παραμονή Δεκαπενταύγουστου είναι ίσως από μόνο του μια ιστορία. Σα να είσαι παράταιρος σε μια πόλη που δικαιωματικά και δεδομένα πρέπει να είναι αδειανή τέτοια μέρα. Ο Αύγουστος, ξερνώντας ζέστη και αδίσταχτο φως, λες και εκδικείται όσους βρίσκονται ακόμα στην Αθήνα. Από τον Ταύρο ως την Ομόνοια είσαι ένας Αθηναίος που μάλλον ξεχάστηκε πίσω. 

Η δουλειά που έχω είναι στη Μενάνδρου.  Ανηφορίζω την Πειραιώς, περνώντας μέσα από ζητιάνους, αργόσχολους που σουλατσάρουν πάνω κάτω, ανθρώπους που απλά στέκονται ο ένας δίπλα στον άλλο. Ένας αστυνομικός με παραλλαγή έχει πλησιάσει κάποιον από αυτούς που στέκονται και προφανώς τον ρωτάει τι κάνει εκεί, γιατί ακούω τον άλλο να του απαντάει "καθόμαστε, δεν κάνουμε τίποτα κακό." Το λέει επαναλαμβανόμενα, σε σπαστά Ελληνικά. Κάποιος με πλησιάζει και με ρωτάει αν θέλω γυαλιά Ray Ban, ανοίγω το βήμα μου και συνεχίζω.

Κατά μήκος της Πειραιώς μαγαζιά που παρέχουν υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας, επισκευές, μεταπωλήσεις, αξεσουάρ. Όλα σε κάποιο Ινδικό όνομα, ή για την ακρίβεια Πακιστανικό. Σε ένα τέτοιο μαγαζί κατευθύνομαι κι εγώ. Η δροσιά που με τυλίγει μόλις μπαίνω στο κατάστημα είναι σχεδόν ευεργετική. Το μαγαζί είναι μικρό και γεμάτο κόσμο, ωστόσο αμέσως ένας υπάλληλος έρχεται προς το μέρος μου. Σε σχεδόν άψογα Ελληνικά συζητάμε τη ζημιά του κινητού -μια οθόνη χίλια κομμάτια- φυσικά και έχουμε την αντίστοιχη, μου δίνει το κόστος της επισκευής "συνήθως για κάτι τέτοιο παίρνουμε 45 με 50 ευρώ, αλλά αφού σας στέλνει ο..., 30. Θέλετε να το φτιάξουμε;" "Εννοείται!" "Ωραία, κάντε αν θέλετε μια βόλτα κι ελάτε πάλι σε μισή ωρίτσα. Θα είναι έτοιμο."

Μισή ώρα χωρίς κινητό και μια βόλτα στις παρυφές της Ομόνοιας. Η Πειραιώς φαίνεται τελείως αφιλόξενος προορισμός: η λάβρα και το καυσαέριο κάνουν γκελ στην άσφαλτο και το τσιμέντο και σκάνε σαν δυο γροθιές πάνω μου, η μία στο πρόσωπο και η άλλη στο στομάχι. Προτιμώ να κινηθώ στην εγγύτητα του μικρού καταστήματος από το οποίο μόλις βγήκα και περπατάω στην Μενάνδρου προς Ζήνωνος. Αν από τον Ταύρο ως την Ομόνοια είσαι ένας Αθηναίος που ξεχάστηκε πίσω, από την Πειραιώς ως τη Ζήνωνος και μέχρι τη Σοφοκλέους  είσαι τουρίστας σε μια πόλη που δεν γνωρίζεις.

Μικρά και μεγαλύτερα μαγαζιά, όλα ινδικής-πακιστανικής ιδιοκτησίας. Καφέ, εστιατόρια και take away,  μίνι μάρκετ, ένας μικρόκοσμος από  έντονες μυρωδιές, δυνατά χρώματα και λέξεις που στα μάτια μου φαντάζουν απλώς σύμβολα σε παράταξη, απλωμένος σε όλο το τετράγωνο. Η πελατεία τους ανάμεικτη, τρώει biryani και κοτόπουλο με κάρυ, επισκευάζει τα κινητά της, αγοράζει αρώματα με παράξενα ονόματα σε ιδιότροπα μπουκαλάκια, συνεννοείται και συνυπάρχει. Σε ένα από τα μίνι μάρκετ, σε πρώτη θέα, ένα ελληνικό σημαιάκι, από αυτά που κρατάνε τα παιδάκια στις παρελάσεις. Μια αμήχανη προσέγγιση ενός αφελούς  πατριωτικού συναισθήματος, σκέφτομαι, μα εκείνη τη στιγμή δεν έχω απολύτως καμία διάθεση να αντιπαρατεθώ με τον εαυτό μου πάνω σε ζητήματα μεταναστευτικής πολιτικής.

Δεν έχω ρολόι, μα πρόχειρα μπορώ να υπολογίσω πως η περιπλάνησή μου σύντομα τελειώνει. Παίρνω το δρόμο της επιστροφής, σταματάω για λίγο να χαζέψω σε ένα μαγαζάκι που από την αρχή μου φάνηκε το πιο αλλοπρόσαλλο, αφού στις δύο μικρές βιτρίνες του είναι τοποθετημένα αξεσουάρ για κινητά δίπλα δίπλα σε συσκευασίες με αρώματα. Καθώς η πόρτα του είναι ανοιχτή, με τυλίγει μια βαριά μυρωδιά από μπαχάρι και φυσικά πατσουλί κι άλλες νότες που μου είναι αδύνατο να ξεχωρίσω. Κλείνω τα μάτια και εισπνέω: σε λιγότερο από εκατό μέτρα, καραδοκεί το καυσαέριο. Επιστρέφω εκεί από όπου ξεκίνησα, το κινητό μου είναι έτοιμο, σαν καινούργιο. 

Κάνοντας λίγα μόνο βήματα αφήνω πίσω μου τον τουρίστα να περιπλανιέται στην άγνωστη πόλη και ξαναγίνομαι ο ξεχασμένος στην πόλη Αθηναίος που κατευθύνεται γρήγορα προς τον ηλεκτρικό.  Ζητιάνοι, αργόσχολοι, σουλατσαδόροι, όλοι στη θέση που τους άφησα. Όχι, δεν θέλω Ray Ban. Δίπλα στις κυλιόμενες σκάλες, δυο κοπέλες, εποχικές προφανώς υπάλληλοι κάποιας εταιρίας κινητής τηλεφωνίας, πλευρίζουν αλλοδαπούς για να τους πουλήσουν κάρτες. 
Ο υποψήφιος πελάτης τους είναι Αιγύπτιος. Στην προσπάθειά τους να γίνουν κατανοητές τραυλίζουν ανάκατα άθλια Αγγλικά και κορακίστικα Ελληνικά: ποτέ δεν κατάλαβα τι είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους να πιστεύουν πως αν μιλήσουν σπαστά μια γλώσσα που οι ίδιοι ξέρουν αλλά ο συνομιλητής τους όχι, θα τον κάνουν να καταλάβει τι εννοούν. 20 ευρώ για μια κάρτα που θα του επιτρέπει κλήσεις και μηνύματα μόνο στην Ελλάδα, όχι στην Αίγυπτο. "Only Greece, no Egypt. No Egypt!" Νομίζω πως βλέπω την απογοήτευση να ζωγραφίζεται στα μάτια του καθώς συνειδητοποιεί τη σημασία του "no Egypt". Δεν έχω καμία επιθυμία να δω την εξέλιξη αυτής της πώλησης. 

Είμαι πια μέσα στον ηλεκτρικό. Ανάμεσα σε τουρίστες με σακίδια και  Αθηναίους που δεν μπορούν να χωνέψουν πώς ξέμειναν εδώ Δεκαπενταύγουστο για να καταλήξουν "δε βαριέσαι, μια χαρά είναι η Αθήνα, άδεια," σκέφτομαι πως κάπου πίσω εκεί, Μενάνδρου και Ζήνωνος έχω αφήσει έναν τουρίστα που θα φανεί αρκετά τολμηρός και θα δοκιμάσει ένα καυτερό ινδικό φαγητό. Και φυσικά θα αγοράσει αυτό το άρωμα που αναδίνει πατσουλί και μπαχάρι. Και με ένα αίσθημα απόλυτης συνενοχής, χαμογελάω στον εαυτό μου.






Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2018

ΣΥΣΤΗΜΕΝΟ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΤΗΝ κατίνα






ΣΥΣΤΗΜΕΝΟ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΤΗΝ κατίνα
ΛΙΓΑ ΓΙΑ ΑΡΧΗ

Το λατρεμένο υπέροχο όνομά μου είχε τη μοίρα ένα από τα πολλά υποκοριστικά του  να ταυτιστεί με την αναξιοπρεπή, χαμηλής ποιότητας γυναίκα. Στην πορεία του χρόνου, δημιουργήθηκε το μοναδικό παράγωγο κατινιά, που ήρθε στην ουσία να επεκτείνει τη συμπεριφορά μιας κατίνας υπεράνω φύλου. Τέλος, στα πλαίσια του νεολογισμού, δημιουργήθηκε κι ένα ρήμα, το ξεκατινιάζομαι, που με γλαφυρότητα περιγράφει καυγάδες, από τα στενά της γειτονιάς ως και τα έδρανα της Βουλής.

ΟΝΟΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ

Στις αρχές της δεκαετίας του ΄50 η ελληνική κοινωνία προσπαθεί να συνέλθει από έναν παγκόσμιο πόλεμο κι έναν εμφύλιο. Δημιουργείται ασυνείδητα σχεδόν μια μικρομεσαία αστική τάξη. Οι πρώτες πολυκατοικίες της εποχής διαθέτουν όλες σχεδόν μια σκάλα υπηρεσίας. Οι μικροαστοί προσπαθούν να σηκώσουν το ένα τους πόδι που ακόμα πατάει στις παράγκες της φτωχογειτονιάς και ταυτόχρονα υψώνουν το χέρι τους προς τους πλουσίους των επαύλεων της Φιλοθέης, λες η σκάλα υπηρεσίας χτίστηκε ακριβώς γι' αυτόν το σκοπό κι όχι για να ανεβοκατεβάζουν τις μπουγάδες οι υπηρέτριες.

Παράλληλα, το πρώτο μαζικό κύμα εσωτερικής μετακίνησης πληθυσμού φέρνει στην πρωτεύουσα πλήθος από κοριτσόπουλα, από χωριά και νησιά, Κατίνες και Παγώνες, με προορισμό αυτές τις σκάλες.

Στις ελληνικές ταινίες του ΄50 και ΄60, οι πλούσιες όμορφες και μοιραίες ηρωίδες λέγονταν Λίζα ή Μπέτυ. Οι υπηρέτριες πάλι, λέγονταν στην πλειοψηφία τους Κατίνα. Δεν γνωρίζω ποιο ηλίθιο στερεότυπο έκανε τους σεναριογράφους να θεωρούν ότι το Λίζα ήταν πιο ωραίο όνομα από το Ελευθερία ή το Δήμητρα, αλλά νομίζω ότι ούτε σε μία ταινία της εποχής θα βρείτε κεντρική  ηρωίδα με αυτά τα ονόματα. Πρόχειρα μπορώ να θυμηθώ μόνο έναν ρόλο- εννοείται δεύτερο- με το όνομα Κατίνα ο οποίος δεν αφορούσε  υπηρέτρια: μία από τις κόρες του Ορέστη Μακρή στο "Η Θεία από το Σικάγο", τον ρόλο ερμήνευσε η Τζένη Καρέζη.

Τέλος, η μία και μοναδική Ελληνίδα ηθοποιός που έχει βραβευτεί με Oscar Β' Γυναικείου Ρόλου είναι η μοναδική Κατίνα Παξινού για την ανεπανάληπτη ερμηνεία της ως Πιλάρ στην ταινία "Για Ποιον Χτυπά η Καμπάνα", το 1943. Για την ιστορία, η Παξινού ποτέ δεν άλλαξε το όνομά της σε Καίτη ούτε καν το χρησιμοποίησε ολόκληρο. Κατίνα.

ΣΥΣΤΗΜΕΝΟ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΤΗΝ κατίνα

Αγαπητή κατίνα

Δεν έχεις γένος, καταγωγή, ηλικία. Είσαι νοοτροπία, με τις εκφάνσεις σου να διαφοροποιούνται, άλλοτε απροκάλυπτα κραυγαλέα κι άλλοτε χυδαία μασκαρεμένη. Για την οικονομία του κειμένου θα συνεχίσω να σου απευθύνομαι σε γένος θηλυκό.

Τα  μέσα κοινωνικής δικτύωσης έδωσαν ένα βήμα έκφρασης στον καθένα. Και φτάνει μια βόλτα στα σχόλια των αναρτήσεων για να σε δω παντού. Οι επιθέσεις είναι άμεσα ή έμμεσα προσωπικές, με χτυπήματα κάτω από τη μέση. Δεν συμφωνείς με την πολιτική μου άποψη, υποστηρίζεις άλλη ομάδα στο Mundial, σου έφαγαν το γκόμενο, μαγειρεύω διαφορετικά τα γιουβαρλάκια.Θα θίξεις την εμφάνισή μου, την οικογένειά μου, τη μόρφωσή μου, θα κατεβάσεις τη διαφωνία σε προσωπικό επίπεδο. Μπορεί να μη διαφωνείς σε τίποτα. Απλά κάτι έχεις χάσει, κι επειδή εγώ έχω κάτι, όχι απαραίτητα αυτό που σου λείπει εσένα, με κάνεις στόχο. 

Άλλες φορές, με κουτοπονηριά και δήθεν αυθορμητισμό, ντυμένη με μια γλοιώδη καλοσύνη, ύπουλη και χαμηλοβλεπούσα, μπορεί και να με ξεγελάσεις, τάχα μου δεν ήθελες να πεις αυτό, μα κάτι άλλο.  Αλλά επειδή η νοημοσύνη σου είναι κοντή, θα ξεμπροστιαστείς. 

Βέβαια, οφείλουμε να το παραδεχτούμε, σε μια πρώτη ανάγνωση, ενοχλείς, ίσως και πολύ. Αλλά στο τέλος της ημέρας και κόντρα σε κάθε σου προσδοκία να βγάλεις τους άλλους από  τα ρούχα τους, προκαλείς μόνο οίκτο. Δεν είσαι εχθρός, δεν είσαι επικίνδυνη. Εγκλωβισμένη μέσα στο μικρό μυαλό σου, είσαι αξιολύπητη. 

Ξέρω όπως το ξέρεις κι εσύ πως όση ώρα με διαβάζεις έχεις γίνει έξαλλη και θες διακαώς να μου απαντήσεις όχι τόσο για να υπερασπιστείς τον εαυτό σου αλλά γιατί έχεις εξαγριωθεί που σε περιγράφω με τόση ακρίβεια. 

Μην κάνεις το λάθος να νιώσεις σημαντική επειδή ασχολήθηκα μαζί σου. Απλά θέλαμε όλες εμείς οι Κατερίνες και οι Παγώνες και οι Κατίνες να ξέρεις ότι μπορούμε να αναγνωρίσουμε μια κατίνα. Εσένα.







Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΩΡΕΣ - ΕΙΣΑΙ ΕΔΩ...






 ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΩΡΕΣ - ΕΙΣΑΙ ΕΔΩ..

Μια ιστορία για δυο ώρες, από τις οχτώ ως τις δέκα που θα φύγει το καράβι. Δεν είναι μέρα μα ούτε και σούρουπο. Κόρνες, σφυρίχτρες, φωνές, θες να κλείσεις τα αυτιά, να διώξεις από μπροστά σου τα θηριώδη φορτηγά και να βλέπεις μόνο τη θάλασσα.

Πήγαινε κι έλα, από εδώ ως το λιμάνι, από το λιμάνι ως εκεί, κι από εκεί πάλι εδώ. Το εκεί είναι πάντα αλλού, γι' αυτό και η ερώτηση είναι πάντα "είσαι εδώ;" Λύκος και Ήρωας μαζί, για να τον βρεις πρέπει να ρωτήσεις. Κι όταν απαντήσει, δεν θα τρέξεις προς την αντίθετη κατεύθυνση, αλλά όλο και πιο βαθιά μέσα στο δάσος θα χωθείς, μέχρι πάνω του να πέσεις. Δάσος ή λιμάνι, διαφορά δεν έχει. Μέσα από κλαδιά και κύματα, στο Λύκο πηγαίνεις. 

Αλλά είσαι πάντα στο λιμάνι. Στέκεσαι λίγο πιο πέρα, βλέπεις το πλήθος, σκουρόχρωμο, μαύρο σχεδόν, σαν να κοιτάζεις ένα ακίνητο φάσμα από μακριά. 

Δυο που φιλιούνται μέσα στο σκούρο γίνονται χρώμα φωτεινό. Δυο που φιλιούνται στην προκυμαία, όχι για να αποχωριστούν, αλλά για να ξανασυναντηθούν. Δυο που φιλιούνται δεν ακούνε τις κόρνες και τον θόρυβο, δεν βλέπουν τα φορτηγά, δυο που φιλιούνται βλέπουν μόνο τη θάλασσα, κι ας έχουν μάτια κλειστά. Δυο που φιλιούνται στο λιμάνι, μόνο αυτοί υπάρχουν. 

Πήγε δέκα πια, το καράβι φεύγει. Κι αν δεν πας εσύ στον Λύκο, μην ανησυχείς, θα έρθει αυτός σε σένα. Ακόμα κι αν ο ένας ταξιδεύει κι ο άλλος περιμένει, είναι πάντα δυο που φιλιούνται στην προκυμαία.  


 





Τετάρτη, 30 Μαΐου 2018

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΩΡΕΣ - COVER STORIES- ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ





ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΩΡΕΣ - COVER STORIES- ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ

Μια ιστορία για δυο ώρες. Όσο μια αναμονή, ακριβώς έτσι όπως η πρώτη ιστορία. Πάντα μια αναμονή.

Δυο ώρες ακόμα, μαζί, μόνη. Θα έχω πάντα όσα γράφω, θα έχω πάντα αυτό το καταφύγιο. Γράφε για να ξορκίσεις το κακό και τις κακές τις σκέψεις, για να πεις εκείνα που δεν τολμάς να ξεστομίσεις σε κανονικό χρόνο, για να καλέσεις το καλό. Γράφε για να απαλύνεις τον πόνο, να κλείσεις τις πληγές, να στεγνώσεις τα δάκρυα. Ή να κλάψεις ακόμα περισσότερο. Για να λυτρωθείς.  Έστω για δυο ώρες. Για να έχεις κάπου να επιστρέφεις όταν όλα σε διώχνουν, όταν ο τόπος δεν σε χωράει πια, από λύπη ή από χαρά. Για να εξηγήσεις, να ζητήσεις συγγνώμη, να πεις σ' αγαπώ. 

Κι αν κανείς δεν διαβάζει; Κι αν διαβάζει και δεν καταλαβαίνει; Κι αν καταλαβαίνει, μα ξεχνάει; Γράψε πάλι, από την αρχή.  

Η Αγάπη σκοντάφτει, πέφτει κάτω, ποδοπατιέται, ματώνει, μα πάλι σηκώνεται. Κι αν κάποιος δεν τη θέλει και την πλάτη της γυρίζει, δεν χάνεται, απομακρύνεται αφού την έδιωξαν, μα μένει ακόμα όρθια, ζωντανή να καίγεται.  

Δεν είναι άβολη η αλήθεια τελικά, το ψέμμα είναι άβολο, σαν εξόγκωμα στη μέση του δρόμου που δεν προσέχεις μέχρι να σκοντάψεις πάνω του και να φας τα μούτρα σου.  Ποιος είπε πως χρειάζεσαι φως για να βλέπεις σκιές; Σβήσε όλα τα φώτα αν τολμάς, σκιές θα γεμίσει όλο το δωμάτιο. Κι αν κλείσεις τα μάτια για να μην τις βλέπεις, σε τυλίγει η παγωνιά τους.

Δεν είναι μια ιστορία για δυο ώρες, ποτέ δεν ήταν.  Κραυγές σιωπηλές μέσα στη νύχτα ήταν, κλάμα βουβό μέσα στη μέρα, η ελπίδα που είχε το σκοτάδι πως μπορούσε κι αυτό να ονειρευτεί.

Ένα όνειρο δεν κρατάει όση ώρα κοιμάσαι,  μα εσένα σου φαίνεται σαν ταινία όση ώρα το βλέπεις. Ό,τι φοβήθηκες κι ό,τι λαχτάρησες, όλα χωράνε όσο νομίζεις πως ξεγελάς το χρόνο και τον κλέβεις για να ονειρευτείς λίγο παραπάνω. Μόνο οι λέξεις δεν χωράνε όσα θες να πεις, οι στιγμές λες και δεν χωράνε εσένα.

Δεν υπάρχει για απόψε κάτι άλλο να πεις, κύλησαν οι δυο ώρες. Μπορείς να κρατήσεις τα μάτια σου κλειστά και να περιμένεις ένα όνειρο να έρθει. Κι αύριο πάλι, όταν ξυπνήσεις, να ψάξεις καινούργιες λέξεις. Κλείσε τα μάτια.







 

Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΩΡΕΣ - COVER STORIES - ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ





ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΩΡΕΣ - ΚΑΠΟΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Μια ιστορία για δυο ώρες. Τόσο όσο μπορείς να μείνεις μόνη και σιωπηλή, με το θόρυβο που κάνουν μέσα στο κεφάλι οι σκέψεις σου. Βάζεις μουσική, να νικήσεις το θόρυβο. Το καταφέρνεις. Οι σκέψεις βέβαια δεν φεύγουν, αλλά τουλάχιστον σταματάνε να ουρλιάζουν.  

Αυτό που λες, να το νιώθεις, να το εννοείς και να το κάνεις, αλλιώς, μην το ξεστομίζεις καν. Ακούγεται σα μια γλυκιά παρηγοριά, αλλά κι ο πληγωμένος, όταν συνέλθει, θα καταλάβει πως ήταν απλά υπεκφυγή, μια όμορφη κουβέντα για να απαλύνει η εικόνα. 

Εκείνος που συνέχεια δίνει, μένει στο τέλος με τα χέρια αδειανά. Δεν περίμενε τίποτα να του επιστραφεί, απλά εκείνος έδινε, χωρίς να του ζητούν. Γιατί αυτό ήξερε ότι σημαίνει αγαπώ. Κι όσες φορές με καχυποψία τον κοίταξαν -μα είναι δυνατόν, κάποιος τόσο απλόχερα να σκορπίζεται-, άλλες τόσες συνέχιζε να δίνει. Ακόμα κι όταν κατάλαβε ότι τελικά το πολύ για κάποιους δεν είναι αρκετό. Κι όσες φορές τον σταύρωναν ζητώντας αποδείξεις, άλλες τόσες άντεχε και συνέχιζε. Πού και πού αποτολμούσε μια ερώτηση κι αυτός. "Κάποια στιγμή..." Κι έτσι όλο περίμενε. Εκείνη την κάποια στιγμή.

Το βαθύ εγώ πόσο βαθιά μέσα στο εμείς μπορεί να κολυμπήσει; 

Εκείνος που αγαπάει με την ψυχή του περιμένει, πιστεύει, ονειρεύεται, δέσμιος ακόμα και της τελευταίας ηλίθιας ελπίδας. Δεν είναι πως είναι κουτός. Ή μήπως είναι; Ποτέ δεν θα το μάθει, άλλο δρόμο δεν ξέρει. Με κόπο μαζεύει το τελευταίο χαμόγελο που του έχει απομείνει, πρέπει κι αυτή η μέρα να περάσει. 

Εκείνος που αγαπάει με την ψυχή του, αυτό που λέει το νιώθει, το εννοεί και το κάνει. 
Όλες τις στιγμές, πάντα περιμένοντας εκείνη την κάποια στιγμή.  

Χωρίς άλλη φράση.















Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΩΡΕΣ - COVER STORIES - ΟΧΙ ΣΗΜΕΡΑ




ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΩΡΕΣ - ΟΧΙ ΣΗΜΕΡΑ

Μια ιστορία για δυο ώρες. Όσο κρατάει περίπου μια ταινία. Και σαν ταινία όλα τα φαντάστηκες. Ένα παγωμένο βράδυ, σε μια αίθουσα σκοτεινή ακούμπησες το κεφάλι σου σε έναν ώμο, τυλίχτηκες γύρω από ένα μπράτσο κι έκλαψες για ένα φινάλε. 

Έξω από το σινεμά, έξω από την ταινία, ο κόσμος ανάμεσα στον κόσμο δρόμο ανοίγει, βιαστικός. Ιδέα δεν έχει και δεκάρα δεν δίνει για το μοιραίο τέλος μιας ταινίας. Ο χειμώνας τον κυνηγάει κι ανοίγει το βήμα για να του ξεφύγει.  

Έναν χειμώνα μετά, στην καρδιά της άνοιξης. Που πέφτει πάντα Πρωταπριλιά. Μου έλειψες, το ξέρεις; Θα' μαι πάντα εδώ. Μη φοβάσαι πια. Δως μου το χέρι σου. Και τα κλειδιά. Οι μόνες σκιές που θα βλέπεις θα είναι οι δικές μας, όταν θα περπατάμε αγκαλιά τις νύχτες. Ησύχασε πια.

"Να χαρείς όμως, όχι σήμερα."

Είμαι εδώ, όχι εκεί. Εδώ ήμουν πάντα. Εσύ δεν με έβλεπες. Εδώ ανήκεις. Σε μένα θα μείνεις. Το όνομά σου μαζί με το δικό μου χαραγμένο, όχι στην άμμο. Στην καρδιά. Κι όταν λείπω θα μου λείπεις, κι έτσι δεν θα είσαι μόνη. Ποτέ.

"Να χαρείς όμως, όχι σήμερα."

Μια εκδρομή κόντρα στη βροχή και τη συννεφιά. Πίσω από ένα παράθυρο με θέα τη θάλασσα αγκαλιά θα σε κρατάω. Χιλιόμετρα θα οδηγώ με σένα πλάι μου. Κι όταν θα απλώνω πάνω σου το χέρι μου θα νιώθεις δική μου. 

"Θέλω να σου πω."

"Τι;"

"Θέλω να σου πω τι νιώθω."

"Τι μέρα έχουμε;"

"Πρωταπριλιά."

"Να χαρείς, όχι σήμερα."





Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΩΡΕΣ - COVER STORIES - ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟ ΣΑΡΑΚΙ





ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΩΡΕΣ - ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟ ΣΑΡΑΚΙ

Μια ιστορία για δυο ώρες, όσο κρατάει μια μοναχική διαδρομή με το αμάξι, με συντροφιά τα ίδια τραγούδια και πάντα τις ίδιες σκέψεις. Από το σπίτι ως τη θάλασσα και μέχρι εκεί που τελειώνει η θάλασσα. Τόσο μακριά και τόσο κοντά.

Είναι κατάρα, να το ξέρεις, των άλλων τα όνειρα που κλέβεις, εφιάλτες δικοί σου να γίνονται. Και καθώς ο σταματημένος χρόνος ισοπεδώνει το παρόν, αυτοί που ήταν κάποτε δικοί, να γίνονται ξένοι.

Χιλιόμετρα διαδρομής με στάσεις, αλλά προορισμό; Ένα παιδί μόνο και μοναχικό σ' ακολουθεί παντού. Τι θες, επιτέλους; Ο χρόνος που κύλησε κι ύστερα σταμάτησε του πήρε τη φωνή. Μα αν είχε φωνή θα σου έλεγε πως αγάπη ζητούσε. Κι όταν την έβρισκε δεν ήξερε τι να την κάνει. Από τη χαρά του. Κι έτσι, σαν αδέξιο τυφλό κουτάβι, έτρεχε πάνω κάτω, σε μια απελπισμένη προσπάθεια να δείξει χαρά κι ευγνωμοσύνη. Και με τσαπατσουλιά χαλούσε τα πάντα. Και κανείς δεν θέλει ένα τυφλό κουτάβι που μόνο ζημιές κάνει. Έψαχνε να βρει αυτό που του έλειπε, ή ακόμα καλύτερα, αυτό που ποτέ δεν είχε για να ξέρει τι είναι, κι όμως ήταν αυτό που σε όλη του τη ζωή ζητούσε.

 Από το σπίτι ως τη θάλασσα και ως εκεί που η θάλασσα τελειώνει. Πάντα τόσο κοντά και τόσο μακριά. Ένας προορισμός εδώ γύρω, δίπλα σχεδόν. Μα για να τον βρεις, χίλιες φορές θα τον προσπεράσεις.

"Πες μου ένα παραμύθι να αποκοιμηθώ. Μια αφελή ιστορία, που όμως θα πιστέψω για να κλείσω τα μάτια και να πάψω να σκέφτομαι. Ψιθύρισέ μου μια μελωδία που θα με ησυχάσει σα νανούρισμα. Αγκάλιασέ με για να κρατήσεις μακριά μου τα άσχημα όνειρα. Σκέπασέ με με τη σκιά σου για να μην αφήνεις σκιές να με πλησιάζουν. Διώξε τον μπαμπούλα από την ντουλάπα και σκότωσε το σαράκι μέσα μου."

Χωρίς άλλη φράση.










 



Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ - ΕΝΑ ΒΑΓΟΝΙ






ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ - ΕΝΑ ΒΑΓΟΝΙ

Πού πάνε οι προσευχές όταν φεύγουν από τα χείλη μας;

Σε ένα βαγόνι μόνο, που πουθενά δεν πάει, με ένα κερί αναμένο, και λίγο κρασί. Ένα κλειδί. Και μια λαχτάρα. 

"Δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω και να αλλάξεις την αρχή. Μπορείς όμως να αρχίσεις εδώ που είσαι και να αλλάξεις το τέλος".

Υπάρχουν πράγματα που σου κάνουν κακό, μα συνεχίζεις να τα κάνεις. Κι όσο πληγώνεσαι, τόσο ανοίγεις κι άλλο την πληγή. Επιμονή και συνέπεια στο λάθος. Η ψυχή πάνω στη θλίψη δεμένη με αλυσίδες. 

Μια ανάγκη, η αλήθεια να είναι άλλη από αυτή που σε κυκλώνει τις νύχτες που μένεις ξάγρυπνη. 

Δεν είναι επιλογή ούτε η χαρά ούτε η λύπη. Συναισθήματα είναι. Κανείς δεν μπορεί να επιλέξει τι νιώθει.

Θα ήθελα να ήμουν, αλλά δεν υπήρξα, θα ήθελα να είμαι, αλλά δεν μπορώ, θα ήθελα  να γίνω, αλλά δεν γίνεται. Ένα κλειδί, αλλά ο ένας νιώθει κι ο άλλος σκέφτεται.

Μια προσευχή για κάθε νύχτα, η αποψινή, να αλλάξεις το τέλος. 





 









Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ - Ο ΗΡΩΑΣ ΜΟΥ







ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ - Ο ΗΡΩΑΣ ΜΟΥ

Πού πάνε οι προσευχές όταν φεύγουν από τα χείλη μας;

Ραγίζουν τα είδωλα μέσα στον καθρέφτη κι όμως αυτός παραμένει ατόφιος, κι έτσι ξεκάθαρα να φαίνονται όλα τα σπασμένα χαμόγελα και οι σπασμένες ψυχές. Τα φαντάσματα σκιές δεν έχουν, να όμως που σαν σκιά σε κυνηγάνε. Δεν είναι δικά σου, δεν τα φώναξες εσύ εδώ, αλλά αυτά τρύπωσαν στο σπίτι σου. Πνίγεσαι μέσα στην ίδια σου την αλήθεια, δεν την αντέχεις άλλο, αλλά θα πρέπει να τη μάθεις όλη, να σου σκίσει το δέρμα, να σου κόψει το κόκκαλο. 

Είναι η Μοίρα, λες; Εκεί που ποτέ δεν ζήτησες, να σου χαρίζουν, κι εκεί που περιμένεις, να σου παίρνουν τα πάντα. Δεν πέταξες ποτέ χαρταετό; Και ποιος σου φταίει που τους πέταγες στους γκρεμούς; Τα λιμάνια δεν σε θέλουν, τα καταφύγια σου κλείνουν την πόρτα, δεν το βλέπεις, δεν έχει χώρο για σένα.

Ο πληγωμένος στρατιώτης σού πετάει το βάλσαμο στα μούτρα και φεύγοντας σου μπήγει κι ένα μαχαίρι στην καρδιά. Γιατί δεν πίστεψε πως κάποιος θα μπορούσε για μια φορά να τον αγαπήσει αληθινά. Και κάποιος έπρεπε να πληρώσει και για τις δικές του τις πληγές.  Μένεις πίσω εσύ, με το βάλσαμο χυμένο στο χώμα και το μαχαίρι να στρίβει μόνο του, χαράζοντας ονόματα.

Και ποιος να σε σώσει όταν ο Ήρωάς σου έγινε φονιάς σου; Μα εκείνος με έκανε να πιστέψω, θα πεις. Ήταν η απάντηση στην τελευταία, την πιο δυνατή προσευχή μου. Δεν μπορεί να είναι φονιάς. Δεν γίνεται. Ένα κακό όνειρο βλέπω, και θα ξυπνήσω. Είναι όλα στη φαντασία μου, και θα συνέλθω. Θα έρθει να με σώσει...

Μια προσευχή για κάθε νύχτα, κι η αποψινή, να θυμάσαι, ακόμα κι αν δεν το πίστεψες, ότι σ' αγάπησα πολύ... 

To whom it may concern. 

















Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ - ΓΡΑΨΕ






 ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ - ΓΡΑΨΕ

Πού πηγαίνουν οι προσευχές όταν φεύγουν από τα χείλη μας;

"Γράψε", της έλεγε, "γράψε, να λυτρωθείς, να βρεις το δρόμο σου, μόνο γράψε. Γι' αυτό είσαι φτιαγμένη, αυτός ήταν ο προορισμός σου. Γράψε."

Μερικές φορές είναι πολύ αργά για να καταλάβεις ποιος ήταν ο προορισμός σου. Γιατί ίσως έφτασες κάποτε μα δεν το κατάλαβες... Και τον προσπέρασες.  Κλέφτρα.

Η Αγάπη μπορεί να άργησε μια ζωή ολόκληρη, δυο ζωές. Αλλά δεν έχει ανάγκη από γέφυρες για την επιστροφή. Είναι μόνη της μια γέφυρα. Κι ακόμα κι αν υπήρξες "τυφλός, κουφός και ηλίθιος", εσύ τελικά, σαν άλλος Τειρεσίας, ήσουν που ήξερες την αλήθεια. Ακόμα κι αν την ανακάλυψες στο τέλος, Οιδίποδας πια...

Είναι φορές που καμιά προσευχή δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της ψυχής που αγκομαχάει. Γιατί αυτός που κάποτε ζήτησε να ταξιδέψει χωρίς αποσκευές, τις κουβάλησε όλες... Το Ποτάμι του Χρόνου παίζει στο βάθος, συντροφιά σε μια αλλόκοτη διαδρομή. Υπάρχουν εαυτοί που δεν θα ξαναβρούμε ποτέ πια, πέθαναν με ό, τι ζήσαμε και πια δεν επιστρέφει.  "Κι αν πια δεν έχεις τίποτα, κανέναν για να προσευχηθείς;" Ψεύτρα. "Κλείσε τα μάτια σου, αν μπορείς να ονειρευτείς, μπορείς και να προσευχηθείς."

Μια προσευχή για κάθε νύχτα, η αποψινή, να ακούω τη σκέψη σου, να διαβάζεις πίσω από τις γραμμές.







Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου 2018

ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ





ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ


Πού πάνε οι προσευχές όταν φεύγουν απ' τα χείλη μας;

"Κι αν στην προσευχή σου θυμάσαι πάντα κάποιον που δεν είναι πια δικός, που δεν είναι πια μαζί σου; Τι πάει να πει αυτό;"  "Αυτό πάει να πει πως αυτός είναι τυχερός και δεν το ξέρει κι εσύ δυστυχισμένη και το ξέρεις."

Τόσα ψέμματα είχε ακούσει και προ παντός είχε πιστέψει, κι όμως ακόμα είχε τη δύναμη, το θράσσος να προσεύχεται.

Γιατί κράτησε την Αγάπη τη δύσκολη τη ματωμένη, αυτή που δεν έρχεται από ίσιο δρόμο αλλά αγκομαχά μέσα σε στράτες δύσβατες, έχει χειρότερο εχθρό τον ίδιο της τον εαυτό, κι όμως πασχίζει να ανθίσει και να μείνει για πάντα στο κουκλόσπιτο που ποτέ δεν είχε...

Οι δείκτες στο ρολόι δεν γυρίζουν ανάποδα, τι κρίμα... Ένα παγωμένο χειμωνιάτικο βράδυ σαν το αποψινό νομίζεις πως ακόμα και η καρδιά κρύσταλλο γίνεται. Αλλά μόνο νομίζεις, γιατί η καρδιά είναι πάντα ζεστή, αίμα γεμάτη και πληγές.  

Μπορεί να μην πηγαίνουν πουθενά οι προσευχές ή να χάνονται στο σύμπαν, ή να ενώνουν το χώμα με τον ουρανό. 

Μια προσευχή για κάθε νύχτα, η αποψινή, να θυμόμαστε ότι κάποτε
ανασάναμε ο ένας μέσα στον άλλο.