Ετικέτες

80's (1) αγανακτισμένοι (1) ανθρακωρύχοι (1) απεργία (1) απολιτικ (1) Αρκετά Καλός (1) Βενιζέλος (1) γάμος (1) γλυκά (1) γλώσσα (1) διήγημα (1) εκλογές 2015 (1) επαίτες (1) επιβάτες (1) επιστολή (1) ηλεκτρικός (3) θαυμάζω (1) θηλυκότητα (1) καθρέφτης (1) Καλλιθέα (1) κιλά (1) ΚΚΕ (1) κράζω (1) κρίση (1) κυβέρνηση (1) Κύριος (1) μάγος (1) μαντήλα (1) Μεγάλη Βρετανία (1) Μέρκελ (1) μέσα κοινωνικής δικτύωσης (1) Μοναστηράκι (2) Μουσουλμανισμός (1) μπούργκα (1) ναρκωτικά (1) ΝΔ (1) Παπαδιαμάντης (1) παραμύθι (2) ΠΑΣΟΚ (1) Πλατεία Δαβάκη (1) πολιτικά ορθό (1) πολιτική ορθότητα (1) ΠΟΤΑΜΙ (1) πρίζα (1) πρωθυπουργός (1) Ρωξάνη (1) Σαμαράς (2) σπολλάτη. παιδιά (1) Σταχτομπούτα (1) ΣΧΕΣΕΙΣ (1) σχέσεις (1) ταινία (1) Ταύρος (2) Τέλειος (1) Τζήμερος (1) τραπέζι (1) Τσίπρας (2) τυρκουάζ (1) υλική στέρηση (1) φεμινισμός (1) φτώχεια (1) χορευτής (1) Χριστούγεννα (1) χωριό του Άι Βασίλη (1) ψήφος (1) AIDS (1) Barbie (1) Da Capo (1) facebook (1) gay (1) jumbo (1) LGSM (1) Matthew Warchus (1) pride (1) social media (1) tweet (1) twitter (1)

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

ΚΥΑΝΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ: Ένα Παραμύθι σε Πρόβα Μέρος 2ο





Κι όπως πολύ καλά καταλάβατε, η Ρωξάνη μας έγινε διοργανώτρια γάμων και γιορτών και πολύ επιτυχημένη μάλιστα! Όσο για τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο,  αυτός ήταν μάλλον από εκείνους που δεν συμπαθούν τους γάμους, πολύ περισσότερο τους διοργανωτές τους!  «Είσαι μια ονειροπαρμένη φαντασιόπληκτη, μια χαζή και χαρούμενη νεράιδα, και απορώ πώς κάποτε ήσουν φίλη μου!». Αυτά ακριβώς της είχε πει την τελευταία φορά που συναντήθηκαν. Αλλά τώρα εσείς μην νομίσετε ότι η καημένη η Ρωξάνη τα πήρε και τοις μετρητοίς! «Δεν ξέρω αν είμαι ονειροπαρμένη και όλα αυτά που είπες, όμως σίγουρα εκτός απο χαζοχαρούμενη –γιατι το κατάλαβα ότι έτσι με είπες- είμαι και σκέτο χαρούμενη! Και δεν σου κρατάω κακία! Εις το επανιδείν, λοιπόν αγαπημένε μου παιδικέ φίλε!», είπε η Ρωξάνη και φεύγοντας του έστειλε ένα φιλί, κάτι που τον εξόργισε εντελώς! 

Φαντάζεστε λοιπόν την έκπληξη αλλά και την οργή του Κακού Μάγου Κακομούτσουνου όταν μια μέρα χτύπησε την ξεχαρβαλωμένη πόρτα του εργαστηρίου του ο Παναδέξιος; Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος νευρίασε πάρα πολύ γιατί τον διέκοψαν από τα πειράματά του, ακόμα περισσότερο εκνευρίστηκε όταν αντίκρυσε τον Παναδέξιο, ενώ βγήκε από τα ρούχα του όταν έμαθε ότι τον Παναδέξιο του τον έστελνε η Ρωξάνη! 

Ο καημένος ο Παναδέξιος ήταν σε κακό χάλι, μια που είχε περπατήσει πολύ, μα πάρα πολύ μέχρι να φτάσει στο σπίτι του Κακού Μάγου Κακομούτσουνου. Ο δρόμος που οδηγούσε στο σπίτι ήταν χωματόδρομος, γεμάτος λακκούβες, λάσπες, πεσμένα κλαδιά και κανείς δεν νοιαζόταν για να τον φτιάξει γιατί έτσι κι αλλιώς κανείς ποτέ δεν ήθελε να επισκεφτεί τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο! 

Ο Παναδέξιος ήταν εξαντλημενος καθώς κουβαλούσε ένα μεγάλο σάκκο και δύο καλάθια! Κι όταν ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τον ρώτησε –ή για να λέμε την αλήθεια- μούγκρισε μέσα από τα δόντια του «τι θες;», ο Παναδέξιος είχε μόνο το κουράγιο να του δώσει ένα σημείωμα που το είχε μέσα στο ένα καλάθι του και στη συνέχεια σωριάστηκε μπροστά στην πόρτα. Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος ξεδίπλωσε το σημείωμα και με πολύ κόπο κατάπιε μια όχι και τόσο κολακευτική έκφραση για την παιδική του φίλη, αφού αμέσως αναγνώρισε τον γραφικό της χαρακτήρα. Και να τι έλεγε το σημείωμα: «Αγαπημένε μου  Κακομούτσουνε, μπορεί να με θεωρείς χαζή και χαρούμενη καθώς και να ντρέπεσαι για μένα, όμως εγώ μάλλον είμαι η μοναδική σε όλη την Πολιτεία που θυμάται ότι σήμερα έχεις τα γενέθλιά σου! Γι’ αυτό και σου στέλνω το δώρο μου. Τον λένε Παναδέξιο, δεν έχει κανέναν στον κόσμο κι από μικρός ήθελε να γίνει βοηθός μάγου. Δεν ξέρω γιατί δεν ήθελε να γίνει ο ίδιος μάγος, ίσως γιατί απλά του αρέσει να βοηθάει κι όχι να αποφασίζει. Βέβαια δεν ξέρω κι εσύ γιατί επιμένεις να παριστάνεις το μάγο μέσα στην ερημιά, αλλά αυτό δεν έχει και τόση σημασία, ε; Είμαι σίγουρη ότι ο Παναδέξιος θα σου φανεί χρήσιμος. Σου στέλνω την αγάπη μου και τις ευχές μου για χαρούμενα γενέθλια, η φίλη σου Ρωξάνη». 

Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τσαλάκωσε το σημείωμα και το πρώτο πράγμα που θα ήθελε να κάνει ήταν να διώξει με τις κλωτσιές το άθλιο πλάσμα που είχε σωριαστεί μπροστά στην πόρτα του. Όμως δεν τον έδιωξε. Ο Παναδέξιος αργότερα πίστεψε ότι τον λυπήθηκε, κάτι που όμως ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος δεν παραδέχτηκε ποτέ. Εγώ τώρα πάλι, τι να σας πω, δεν είμαι και μέσα στο μυαλό του Κακού Μάγου Κακομούτσουνου, αυτό που ξέρω πάντως είναι ότι περιμάζεψε τον Παναδέξιο, του έδωσε νεράκι και λίγη σούπα. Κι όσο κι αν τον εκνεύριζε το γεγονός ότι η Ρωξάνη του τον είχε στείλει και μάλιστα ως δώρο για τα γενέθλιά του, τα οποία επίσης νευρίαζε όταν τα θυμόταν, σκέφτηκε πως ίσως τελικά ο Παναδέξιος να του φαινόταν πράγματι χρήσιμος. Έτσι κι αλλιώς, θα είχε κάποιον να τον βοηθάει αλλά και να ξεσπάει τα νεύρα του. Γιατί ήταν αλήθεια πολύ εκνευριστικό να βρίζει μόνος του τους τοίχους! 

Και αλλοίμονο στον Παναδέξιο σήμερα, γιατί σήμερα ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος είχε πάρα πολλά νεύρα. «Έχω νεύρα, πάρα πολλά νεύρα! Είμαι έξαλλος!», έλεγε και ξανάλεγε ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος. Ο Παναδέξιος καθόταν σε μια γωνιά, αμίλητος και προσπαθούσε –μάταια- να επιδιορθώσει ένα τσουκάλι που του είχε ξεκολλήσει το χέρι. Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος έβριζε μέσα από τα δόντια του, φυσούσε και ξεφυσούσε. «Ανάθεμα, ανάθεμα την ώρα!», έλεγε και ξανάλεγε. 

Ο Παναδέξιος εξακολουθούσε να προσπαθεί να κολλήσει το χεράκι στο τσουκάλι και φαινόταν να μη δίνει καμία σημασία στον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο. «Μα τι κάνεις εκεί τόσην ώρα, άχρηστο πλάσμα;», ούρλιαξε ξαφνικά ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος. Ο Παναδέξιος τρόμαξε πάρα πολύ και παρά λίγο να του πέσει κάτω το μπρούτζινο τσουκάλι. Αν έπεφτε, θα έκανε έναν εκκωφαντικό θόρυβο και οι θόρυβοι εξοργίζουν τον μόνιμα οργισμένο Κακό Μάγο Κακομούτσουνο. Για καλή τύχη όμως του Παναδέξιου, το τσουκάλι δεν έπεσε. «Προσπαθώ να επισκευάσω αυτό το τσουκάλι, Παγκάκιστε», αποκρίθηκε ο Παναδέξιος. «Προσπαθείς να επισκευάσεις το τσουκάλι!», επανέλαβε ειρωνικά ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος. «Τι να επισκευάσεις, εσύ, που είσαι μια ζημιά ανεπανόρθωτη, που υπάρχεις μόνο για να μου δημιουργείς προβλήματα, ε;» Ο Παναδέξιος, ήταν αλήθεια, δεν ήταν καλός στο να φτιάχνει ή να επισκευάζει πράγματα. Κι ο ίδιος πολύ συχνά αναρωτιόταν τι άραγε θα μπορούσε να κάνει καλά, κι όσο κι αν έψαχνε, δεν μπορούσε να βρει κάτι. Όμως είναι αλήθεια πως για να έρθει κάποιο πλάσμα σ’αυτόν τον κόσμο, τότε σίγουρα κάποιο προορισμό θα έχει. Αυτό βέβαια ο Παναδέξιος δεν το ήξερε ή δεν μπορούσε να το συνειδητοποιήσει, ωστόσο από τότε που θυμόταν τον εαυτό του, πάντα προσπαθούσε. Ίσως αυτός να ήταν ο δικός του προορισμός στον κόσμο, όμως αυτό είναι πολύ νωρίς ακόμα να το απαντήσουμε. 

«Άθλιε Παναδέξιε, έχω απίστευτα νεύρα, το καταλαβαίνεις;», εξακολουθούσε να φωνάζει ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος. «Μάλιστα, Χείριστε Εξοχώτατε, αποκρίθηκε ήρεμα ο Παναδέξιος. «Δεν θα με ρωτήσεις γιατί;» «Όχι, Παγκάκιστε!». ¨Γιατί δεν θα με ρωτήσεις γιατί έχω νεύρα, κι επιτέλους πάψε να ασχολείσαι με αυτό το ηλίθιο τσουκάλι!» «Μάλιστα, Κάκιστε», απάντησε ο Παναδέξιος κι άφησε στην άκρη το τσουκάλι. «Λοιπόν, γιατί δεν με ρωτάς γιατί έχω νεύρα;», εξακολούθησε ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος. «Γιατί, Πανάσχημε, εσείς έχετε τα νεύρα σας από τη μέρα που γεννηθήκατε!». Αυτό ήταν! Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τώρα βγήκε πράγματι από τα ρούχα του. Άρπαξε μια κουτάλα από τον πάγκο και την εκσφενδόνισε προς τον Παναδέξιο. Ο Παναδέξιος πάλι, στην προσπάθειά του να προστατευτεί, σηκώθηκε και άρπαξε το τσουκάλι για να κρύψει πίσω του το κεφάλι του. Όμως γλύστρησε, κι έτσι Παναδέξιος, τσουκάλι και κουτάλα κατέληξαν στο πάτωμα. Το θέαμα ήταν πολύ αστείο, μα ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος δεν γελούσε ποτέ, ή μάλλον, δεν γελούσε πια. Κοίταξε τον Παναδέξιο με περιφρονητικό ύφος : «Για τίποτα δεν είσαι άξιος, χάσου από μπροστά μου!». Ο Παναδέξιος σηκώθηκε και μάζεψε γρήγορα  γρήγορα το τσουκάλι και την κουτάλα. «Μάλιστα, Κάκιστε», μουρμούρισε. 

Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος όμως δεν φάνηκε να τον άκουσε. Ήταν πολύ απορροφημένος στις σκέψεις του. «Ούτε ένα, ούτε ένα πετυχημένο μαγικό. Τόσα χρόνια, τόσες προσπάθειες, τίποτα. Όμως δεν γίνεται, κάποτε θα πρέπει να πετύχει, δεν μπορεί! Αυτή τη φορά θα τα καταφέρω!». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος χρόνια τώρα προσπαθούσε να κάνει ένα καλό, πρωτότυπο, επιτυχημένο μαγικό για να μπορέσει να βάλει υποψηφιότητα και να εκλεγεί στο Μεγάλο Συμβούλιο των Μάγων. Οπωσδήποτε θα ήθελε να εκλεγεί πρόεδρος ή τουλάχιστον αντιπρόεδρος, όμως δεν θα είχε αντίρρηση και για τη θέση του γραμματέα ή έστω του ταμία. Εδώ που τα λέμε, θα ήταν ευχαριστημένος και μέλος απλό αν εκλεγόταν, αρκεί να μπορούσε να εκλεγεί! Όμως ποτέ μέχρι σήμερα δεν τα είχε καταφέρει. Κάθε φορά το δικό του μαγικό ήταν ή πολύ απλό ή πολύ περίπλοκο, πολύ συνηθισμένο ή ακαταλαβίστικο. Τα μέλη του Μεγάλου Συμβουλίου των Μάγων κουνούσαν με συγκατάβαση το κεφάλι τους κάθε φορά, όμως ποτέ δεν τον ψήφιζαν. 

Φέτος όμως, ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος ήταν σίγουρος πως είχε την εκλογή στο τσεπάκι του αφού το μαγικό του θα κατέπλησσε το Συμβούλιο. Η ιδέα ήταν απλή και έξυπνη: ένα θρυψαλιασμένο γυάλινο αντικείμενο θα γινόταν όπως ήταν πριν σπάσει, δηλαδή καινούριο. Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος είχε βρει μια μαγική φόρμουλα, ένα φίλτρο. Τι ακριβώς είχε μέσα το φίλτρο αυτό, δεν ξέρω να σας πω, πάντως το σίγουρο είναι ότι το φίλτρο ήταν σίγουρα επιτυχημένο. Είχε δοκιμάσει το πείραμα πολλές φορές στο εργαστήριό του. Είχε σπάσει βέβαια πολλά βάζα, ποτήρια, ακόμα και τζάμια απο τα παράθυρα. Στο τέλος όμως τα κατάφερε. Και να τι έκανε: μάζευε τα θρύψαλα σε μια γωνιά και τα περιέλουζε με το φίλτρο. Το φίλτρο αμέσως γινόταν ένα μπαλόνι που μέσα του βρίσκονταν τα κομμάτια γυαλί. Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τότε έλεγε τις μαγικές λέξεις: «Κομμάτια θρύψαλα γυαλιά πάλι να γίνετε γερά!».Το μπαλόνι σηκωνόταν από το έδαφος, έκανε μερικούς κύκλους στον αέρα, και, ναι, τα θρύψαλα είχαν πάλι ενωθεί! Στη συνέχεια, ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος κατέβαζε το μπαλόνι, το έσκαγε κι έβγαζε από μέσα το γυάλινο αντικείμενο, ο λ ο κ α ί ν ο υ ρ ι ο! Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος ήταν πράγματι υπερήφανος για το μαγικό του. Αυτή τη φορά πήγαινε στο Μεγάλο Συμβούλιο των Μάγων σίγουρος για την νίκη του. 

Το Μεγάλο Συμβούλιο των Μάγων θα γινόταν σε δυό μέρες κι όσο πλησίαζε αυτή η μέρα, το άγχος του μεγάλωνε. Κι αν κάτι πάει στραβά; Κι αν το μπαλόνι δε σηκωθεί; Κι αν τα γυαλιά σκορπίσουν στο πάτωμα; Λίγες φορές είχε σκάσει το μπαλόνι μέσα στο εργαστήριό του και είχε γεμίσει ο τόπος θρύψαλα; Όλα αυτά τα ερωτήματα βασάνιζαν τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο, μα δεν ήταν μόνο αυτό.  Η αναμονή, όπως και άλλα πράγματα –που είναι πάρα πολλά- τον εκνεύριζε. 

Βέβαια ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος νόμιζε ότι αυτό που τον εκνεύριζε ήταν –ποιος άλλος- ο καημένος ο Παναδέξιος! «Πρόσεξε, άθλιο πλάσμα, πρόσεξε μην κάνεις καμία ζημιά, πρόσεξε καλά! Αυτή θα είναι η σημαντικότερη μέρα της ζωής μου, γι’ αυτό κοίτα μη μου τη χαλάσεις!». «Μάλιστα, Παγκάκιστε!». «Λοιπόν, θυμάσαι τι πρέπει να κάνεις ή να στα ξαναπώ;». Ο Παναδέξιος θυμόταν τι έπρεπε να κάνει, από φόβο όμως μήπως πει κάτι λάθος, απάντησε δειλά: «Θα προτιμούσα να κάναμε μια επανάληψη, αν δεν έχετε αντίρρηση φυσικά.». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τον αγριοκοίταξε αλλά ευτυχώς δεν τον έβρισε.  

 «Λοιπόν, μέσα σ’ αυτό σάκο βρίσκονται όλα τα απαραίτητα σύνεργα για το μαγικό μου. Πρώτα θα βγάλεις το μεγάλο μπρούτζινο τσουκάλι. Θα το τοποθετήσεις πάνω στον πάγκο. Μετά, θα βγάλεις το γκρι, το κίτρινο και το άσπρο σωληνάριο, μ’ αυτή τη σειρά ακριβώς, και θα τα βάλεις δίπλα στο τσουκάλι. Μόλις εγώ ρίξω το υλικό από τα τρία σωληνάρια μέσα στο τσουκάλι, θα μου δώσεις την ξύλινη κουτάλα για να ανακατέψω το μείγμα. Όση ώρα εγώ ανακατεύω, εσύ θα βγάλεις το μαγκάλι και θα το ανάψεις. Με παρακολουθείς;» «Με πολλή προσοχή!». 

«Ωραία, συνεχίζω. Θα βάλω το τσουκάλι πάνω στο μαγκάλι και μόλις σου κάνω νόημα θα βγάλεις από το σάκο το γυάλινο βάζο. Θα μου το δώσεις κι εγω με τη σειρά μου θα το δείξω στο Συμβούλιο. Στη συνέχεια θα στο ξαναδώσω κι εσύ τι θα το κάνεις;» «Θα το σπάσω, Χείριστε Εξοχώτατε». «Ήμουν σίγουρος ότι αυτό το σημείο το θυμόσουν!». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος πήγε να σκάσει ένα χαμόγελο όμως αμέσως το κατάπιε και συνέχισε με το γνωστό αυστηρό ύφος του. «Οπωσδήποτε και θα το σπάσεις! Πρόσεχε μην πεταχτούν γυαλιά εδώ κι εκεί και χτυπήσει ο κόσμος που μας παρακολουθεί!». Ο Παναδέξιος έκανε μια παραπονεμένη σκέψη και ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος σαν να την μάντεψε και του είπε: «Πρόσεχε να μην κοπείς κι εσύ, γιατί το μόνο που μου έλειπε είναι ένας τραυματίας βοηθός!». Ο Παναδέξιος, αν και δεν μπορούσε να καταλάβει αν ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος πραγματικά ενδιαφερόταν γι’ αυτόν, αισθάνθηκε καλύτερα. «Θα μαζέψω τα σπασμένα κομμάτια και θα τα βάλω πάνω στον πάγκο κι έπειτα θα σας δώσω τη σπάτουλα, ε;». «Ακριβώς. Όση ώρα εγώ θα αλοίφω το μείγμα στα θρύψαλα με τη σπάτουλα, εσύ θα μου ετοιμάζεις το φυσερό. Πρόσεξε καλά, γιατί όλα εξαρτώνται από το φυσερό. Θα το ξεσκονίσεις καλά και θα το τρίψεις με δύναμη.». «Μα φυσικά, Παγκάκιστε. Και μετά θα σας δώσω το φυσερό κι εσείς θα φυσήξετε τα θρύψαλα που θα είναι αλειμμένα με το μείγμα και τότε αυτό θα γίνει ένα τεράστιο μπαλόνι, έτσι δεν είναι;» «Ναι, και τότε θα πω τις μαγικές λέξεις, θα κατεβάσω το μπαλόνι, θα το σκάσω και θα βγάλω από μέσα το βάζο, καινούργιο! Και τότε όλοι οι μάγοι του Συμβουλίου θα με χειροκροτήσουν και το δίχως άλλο, θα με εκλέξουν! Ίσως να μου δώσουν και κάποια τιμητική διάκριση!». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος έμοιαζε περισσότερο να μιλά στον εαυτό του παρά στον Παναδέξιο. 

«Και τότε θα είστε χαρούμενος, Πανάσχημε;». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος πετάχτηκε από τη θέση του. Έδειχνε πολύ ταραγμένος ξαφνικά. Ο Παναδέξιος φοβήθηκε πως είχε προκαλέσει έναν από τους ανεκδιήγητους θυμούς του κυρίου του, όμως προς μεγάλη του έκπληξη ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος ούτε νευρίασε ούτε κάποιο αντικείμενο του πέταξε ούτε τον έβρισε ούτε καν τον αγριοκοίταξε. Παρ’ όλ’ αυτά, ο Παναδέξιος δεν τολμούσε να κοιτάξει τον κύριό του. Αν τον κοιτούσε όμως θα έβλεπε πως το πρόσωπό του είχε χάσει το συνηθισμένο, μόνιμα θυμωμένο και συνοφρυωμένο ύφος του και είχε πάρει μια μελαγχολική, σχεδόν θλιμμένη όψη. Κάποια σκέψη πέρασε αστραπιαία από το μυαλό του, κάτι που έμοιαζε με μια παλιά ανάμνηση, όμως τόσο παλιά και τόσο σκονισμένη που πια δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήταν αληθινή ή μόνο ένα κομμάτι από κάποιο όνειρο, ένα δημιούργημα της φαντασίας του. Κούνησε το κεφάλι του σαν αν ήθελε να διώξει από πάνω του ένα ενοχλητικό έντομο. Βρήκε την ψυχραιμία του και στράφηκε προς τον Παναδέξιο: «Στόχος μου, Παναδέξιε, δεν είναι να γίνω, πώς την είπες αυτή τη λέξη, χαρούμενος.». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος πρόφερε τη λέξη «χαρούμενος» διστακτικά και σχεδον με αποστροφή. Ένιωθε πως αυτή η λέξη του άφηνε στο στόμα μια παράξενη, άσχημη γεύση, όμοια με τη γεύση που έχουν τα ρεβύθια, και στον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο δεν άρεσαν καθόλου τα ρεβύθια. «Στόχος μου λοιπόν, δεν είναι να γίνω αυτό που είπες. Στόχος μου είναι να αισθανθώ υπερήφανος, να γίνω ένα λαμπρό μέλος του Μεγάλου Συμβουλίου των Μάγων. Αυτό. Κατάλαβες, άθλιε Παναδέξιε, που σου αρέσει να χώνεις τη μύτη σου παντού;». Τώρα, η αλήθεια ήταν ότι ο Παναδέξιος εξακολουθούσε να απορεί πως είναι δυνατόν κάποιος να κάνει το όνειρο της ζωής του πραγματικότητα και να μην αισθάνεται χαρούμενος όπως επίσης αναρωτιόταν τι είπε και «έχωνε τη μύτη του παντού», όμως ακόμα και ο Παναδέξιος μπορούσε να καταλάβει ότι τώρα δεν ήταν η κατάλληλη ώρα για να κάνει αυτές τις ερωτήσεις στον κύριό του, κι έτσι αποφάσισε απλά να συμφωνήσει: «Μάλιστα, Παγκάκιστε».

Ωστόσο, από εκείνη τη στιγμή, ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος ήταν ακόμα περισσότερο κακόκεφος κι επειδή δεν είχε διάθεση ούτε να τσακωθεί με τον Παναδέξιο, προτίμησε να βγει έξω από το εργαστήριό του για λίγο. Μόνο δυο μέρες τον χώριζαν από το συμβούλιο και το μόνο που ήθελε ήταν να είναι απόλυτα συγκεντρωμένος σ’ αυτό που επρόκειτο να κάνει. Παρ’ όλ’ αυτά η συζήτησή του με τον Παναδέξιο τριγυρνούσε διαρκώς μέσα στο μυαλό του, ενώ αυτή η γεύση από ρεβύθια δεν έλεγε να φύγει από το στόμα του. «Πρέπει να είμαι συγκεντρωμένος και απόλυτα ήρεμος», σκεφτόταν. «Τίποτα δεν πρέπει να χαλάσει τη μοναδική στιγμή του θριάμβου μου», έλεγε και ξανάλεγε ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος. Κι όμως, είχε μια παράξενη αίσθηση, σαν ένα προαίσθημα ότι κάτι θα συνέβαινε και θα άλλαζε τα σχέδιά του. 

Καθώς περπατούσε έξω από το εργαστήριο, το μάτι του έπεσε στο παλιό, ερειπωμένο σπίτι. Ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται κι ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό του. Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος δεν πήγαινε ποτέ στο παλιό σπίτι, -έτσι τουλάχιστον νόμιζε ο Παναδέξιος- κι όταν έβγαινε από το εργαστήριό του απέφευγε και να το κοιτάζει. Σήμερα όμως όσο κι αν προσπαθούσε να επιβληθεί στον εαυτό του δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από πάνω του. Κι ήταν κι εκείνη η λέξη του Παναδέξιου «χαρούμενος», που δεν έλεγε να φύγει από το μυαλό του, όπως κι εκείνη η γεύση από ρεβύθια είχε μείνει από κείνη την ώρα στο στόμα του. Είχε καιρό, μήνες, ίσως και χρόνια να κοιτάξει το παλιό αρχοντικό. Βέβαια, κάθε βδομάδα έστελνε τον Παναδέξιο να ξεσκονίζει εκείνο το παλιό δρύινο μπαούλο. 

Ο Παναδέξιος στην αρχή φοβόταν κάθε φορά που έπρεπε να πάει στο σπίτι, καθώς όμως ο καιρός περνούσε, συνειδητοποίησε ότι δεν είχε τίποτα να φοβηθεί από ένα παλιό, άδειο σπίτι. Σε λίγο καιρό μάλιστα, όχι μόνο δεν το φοβόταν, αλλά το λυπόταν κιόλας. Σκεφτόταν πως κάποτε εδώ θα πρέπει να ζούσε μια πλούσια κι ευτυχισμένη οικογένεια. Σίγουρα θα ήταν άρχοντες, θα έκαναν μεγάλες δεξιώσεις και θα φιλοξενούσαν πολύ κόσμο. Θα είχαν βέβαια και υπηρετικό προσωπικό, καμαριέρες, μαγείρισσα, κηπουρό... Κι ήταν τόσο κρίμα που τώρα ήταν όλα ερημωμένα, ρημαγμένα, άσκημα. 

Ο Παναδέξιος ήταν σίγουρος πως κάτι κακό, πολύ κακό είχε συμβεί μα φυσικά δεν τολμούσε να ρωτήσει τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο. Από την άλλη, η Ρωξάννη του είχε πει ελάχιστα για το σπίτι καθώς και για την προηγούμενη ζωή του κυρίου του τον παλιό καιρό. Ωστόσο το τελευταίο βράδυ πριν φύγει, η Ρωξάννη τον φώναξε σπίτι της, του έδωσε κάποια πράγματα που ίσως να του χρειάζονταν, το σημείωμα για τον Κακομούτσουνο και την ώρα που τον χαιρετούσε του είπε: «Είναι παράξενος, αλήθεια, πολύ παράξενος. Τον φωνάζουν Κακό Μάγο Κακομούτσουνο... κι αλήθεια, δεν μπορώ, δεν ξέρω να σου πω πόσο κακός είναι στ’αλήθεια...». Ο Παναδέξιος την κοίταξε φοβισμένος αλλά η Ρωξάννη του είπε αμέσως: «Πρόσεξε, Παναδέξιε, ποτέ να μη δίνεις σε μια λέξη ή μια έκφραση μία μόνο σημασία, αυτή που σου έρχεται αμέσως στο μυαλό. Δεν μπορώ να σου πω πόσο κακός είναι γιατί πραγματικά δεν ξέρω αν είναι πολύ, λίγο ή καθόλου κακός. Αυτό σημαίνει η έκφραση «δεν μπορώ να σου πω πόσο κακός είναι», το καταλαβαίνεις τώρα;». Ο Παναδέξιος έγνεψε «ναι» με το κεφάλι, αν και περισσότερο το διαισθανόταν αυτό που του έλεγε η Ρωξάννη, παρά το καταλάβαινε. «Ωραία», απάντησε η Ρωξάννη, «τα υπόλοιπα θα τα βρεις μόνος σου».  

  Όταν ο Παναδέξιος ήρθε εδώ για πρώτη φορά, το σπίτι ήταν ήδη ερείπιο και ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος δεν έδειχνε να έχει όρεξη για πολλές κουβέντες. Ο Παναδέξιος ρωτούσε λίγα κι ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος απαντούσε σε ακόμα λιγότερα. Έτσι σιγά – σιγά ήταν σαν να είχε υπογραφεί μεταξύ τους μια συμφωνία σιωπής για το παλιό σπίτι. Βέβαια ο Παναδέξιος είχε και μια μεγάλη περιέργεια για το παλιό δρύινο μπαούλο. Πέθαινε να μάθει τι υπήρχε μέσα στο μπαούλο, μα μια φορά που τόλμησε να ρωτήσει τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο, το μόνο που εισέπραξε ήταν ένα «τίποτα που να σε νοιάζει ή που να μπορείς να το καταλάβεις», κι έτσι δεν ξαναρώτησε ποτέ. Εξ άλλου, το μπαούλο ήταν κλειδωμένο, επτασφράγιστο, απόρθητο φρούριο. Και οπωσδήποτε σε καμία περίπτωση ο Παναδέξιος δεν θα επιχειρούσε να το ανοίξει χωρίς την άδεια του κυρίου του. Γιατί, για έναν περίεργο λόγο, παρά το γεγονός ότι ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος του μιλούσε πάντα απότομα, τον έβριζε και γενικά του έδειχνε ότι δεν τον είχε σε καμία εκτίμηση, ο Παναδέξιος τον σεβόταν και τον άκουγε πάντα. Κι ακόμα κι αν ήταν πράγματι αδέξιος –όπως το έλεγε και το όνομά του, άλλωστε- κι έκανε πολλές ζημιές, ποτέ μα ποτέ δεν θα έκανε κάτι που πραγματικά θα στενοχωρούσε τον κύριό του. 

Τόση ώρα όμως έχουμε αφήσει τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο μόνο του, να στέκεται μπροστά στο παλιό, ερειπωμένο σπίτι, σχεδόν αποσβολωμένος, σαν να βλέπει φαντάσματα, σαν να αντικρύζει το παρελθόν του. Και στο μυαλό του, παρελθόν και φαντάσματα ήταν ένα. Ήταν πολύ μα πολύ θλιμμένος και λίγο ήθελε να βάλει τα κλάμματα. Όμως ξαφνικά σαν κάποιος να τον έσπρωξε και να τον έβγαλε από έναν παράξενο λήθαργο. Έσφιξε τα δόντια του και είπε: «Όχι κλάμματα, ούτε κλάμματα ούτε γέλια, όχι κλάμματα,όχι γέλια...». Κι αμέσως μετά: «Πρέπει να γυρίσω στο εργαστήριο πριν αυτός ο άθλιος Παναδέξιος μου το τινάξει στον αέρα. Εξ άλλου έχω  να σκεφτώ την παρουσίαση του νέου μου μαγικού. Πρέπει να ετοιμαστώ για το μεθαυριανό Μεγάλο Συμβούλιο των Μάγων. Δεν έχω χρόνο να ασχολούμαι με σένα, βρωμερό κι ελεεινό ερείπιο!», είπε και γύρισε την πλάτη του στο παλιό σπίτι. 

«Παναδέξιε, πού είσαι άχρηστο πλάσμα; Πάρε μια από τις αμέτρητες σκούπες που έχουμε και κοίτα να καθαρίσεις λίγο το εργαστήριο! Άντε, κουνήσου! Και συμμάζεψε λίγο εδώ μέσα. Μετά το Συμβούλιο και την εκλογή μου μπορεί κάποιος από τους Μεγάλους Μάγους να έρθει να μας επισκεφτεί. Σ’ αυτό το αχούρι θα τον υποδεχτούμε;» «Αμέσως, Χείριστε Εξοχώτατε!». 

Όση ώρα ο Παναδέξιος σκούπιζε, ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος κοιτούσε κάτι χαρτιά. Για την ακρίβεια ήταν ο λόγος που είχε ετοιμάσει για το Μεγάλο Συμβούλιο των Μάγων. Τόσο σίγουρος ήταν για τη νίκη του. Ο Παναδέξιος εξακολουθούσε να σκουπίζει, όμως εδώ και ώρα μια σκέψη τριγυρνούσε στο μυαλό του. Βέβαια φοβόταν να την πει στον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο, όμως οι λέξεις ανέβαιναν στο στόμα του και του γαργαλούσαν τη γλώσσα. Έριχνε κρυφές ματιές στον κύριό του. «Δε μου φαίνεται και τόσο κακόκεφος. Ίσως τώρα να πρέπει να του το πω. Εξ άλλου ίσως να είναι για καλό. Κι έπειτα δεν έχουμε και πολύ χρόνο. Μεθάυριο είναι το Μεγάλο Συμβούλιο των Μάγων, άρα ό,τι είναι να γίνει πρέπει να γίνει σύντομα», σκεφτόταν ο Παναδέξιος. «Λοιπόν, θα του το πω. Το πολύ – πολύ να με βρίσει. Έτσι κι αλλιώς, η πρώτη φορά θα’ ναι;». 

Πήρε μια βαθιά αναπνοή, κι ενώ συνέχιζε να σκουπίζει είπε: «Ξέρετε, Παγκάκιστε, σκέφτηκα κάτι...». Όμως ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος ήταν πολύ απορροφημένος από το λόγο του κι ούτε καν τον άκουσε. Ο Παναδέξιος όμως τώρα είχε πάρει φόρα κι ήταν αποφασισμένος να πει στον κύριό του αυτό που σκεφτόταν. Έτσι άφησε τη σκούπα και τον πλησίασε δειλά. Βέβαια δεν πήγε και πολύ κοντά ενώ έριξε και μια κλεφτή ματιά γύρω του να δει αν υπήρχαν κουτάλες δίπλα στον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο. Όταν βεβαιώθηκε ότι η πλησιέστερη κουτάλα βρισκόταν στην άλλη άκρη του πάγκου πλησίασε λίγο ακόμα, ξερόβηξε και είπε δυνατά: 
«Ξέρετε, Παγκάκιστε σκέφτηκα κάτι...». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος σήκωσε το κεφάλι του από τις σημειώσεις του και κοίταξε τον Παναδέξιο. «Σκέφτηκες; Οπωσδήποτε και σκέφτηκες! Και οπωσδήποτε θα σκέφτηκες την επόμενη ζημιά που πρόκειται να κάνεις!», απάντησε ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος και ήταν έτοιμος να βυθιστεί πάλι στα χειρόγραφά του, αν δεν τον ξαναδιέκοπτε ο Παναδέξιος. « Όχι, δεν είναι ζημιά, δηλαδή ελπίζω να μην γίνει, είναι κάτι για το μαγικό σας». Τις τελευταίες λέξεις τις είπε με μια αναπνοή, σαν να ήθελε απλά να τις ξεφορτωθεί από το μυαλό του και το στόμα του. 

Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τον κοίταξε κι ενώ μέσα του αναρωτιόταν αν θα’πρεπε να τον βρίσει που έχωνε τη μύτη του σε δουλειές για τις οποίες δεν ήξερε τίποτα ή απλά να τον αγνοήσει, ο Παναδέξιος βρήκε την ευκαιρία και συνέχισε: «Δηλαδή, δεν ξέρω ακριβώς , μπορείτε να το πάρετε όπως θέλετε, ας πούμε ότι είναι μια σκέψη ή μια ιδέα ή μια πρόταση ή ακόμα και μια απορία. Ναι,αυτό είναι μαλλον. Μια απορία που θα ήθελα να συζητήσουμε, ξέρετε...». Αυτές τις τελευταίες λέξεις ο Παναδέξιος τις πρόφερε χαμηλόφωνα από φόβο πως ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος θα εξοργιζόταν.

 Όμως ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τον κοιτούσε έκπληκτος. Έκπληκτος που ο Παναδέξιος βρήκε το θάρρος να του μιλήσει για κάτι τέτοιο αλλά κι έκπληκτος γιατί ποτέ άλλοτε δεν είχε ακούσει τονΠαναδέξιο να λέει τόσα πράγματα μαζεμένα. Κι εδώ που τα λέμε κι ο ίδιος ο Παναδέξιος απορούσε με τον εαυτό του! Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος εξακολουθούσε να μη μιλάει κι είχε απομείνει να κοιτάει τον Παναδέξιο. Κι έτσι ο Παναδέξιος, αφού ξεροκατάπιε για μια φορά ακόμα, συνέχισε: «Θα θέλατε να το συζητήσουμε; Δηλαδή να συζητήσουμε την απορία μου;». 

Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος κοιτούσε τον Παναδέξιο αμίλητος. Να συζητήσουν; Ο Παναδέξιος ήταν μαζί του περίπου ένα χρόνο και δεν θυμόταν να είχαν συζητήσει ποτέ μέχρι σήμερα. Βέβαια σαν μάγος με βοηθό αντάλλασσαν κάποιες κουβέντες –ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος έδινε εντολές και οδηγίες και ο Παναδέξιος τις εκτελούσε. Και φυσικά υπήρχαν και οι ατέλειωτοι καβγάδες τους, όπου για να λέμε και την αλήθεια, ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος έβριζε τον έρημο Παναδέξιο κι αυτός απλώς άκουγε. Όμως να συζητήσουν; Ποτέ δεν είχαν συζητήσει. «Ένα χρόνο έχω μαζί μου ένα πλάσμα και δεν έχω συζητήσει μαζί του ποτέ», σκέφτηκε ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος. «Αλήθεια, πότε ήταν η τελευταία φορά που συζήτησα με κάποιον;». Η τελευταία φορά που είχε συζητήσει με κάποιον ήταν βέβαια με την Ρωξάνη, αλλά θα προτιμούσε να ξεχάσει αυτή τη συζήτηση. 

Η σκέψη όμως της Ρωξάνης τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Στο μεταξύ ο Παναδέξιος στεκόταν μπροστά από τον κύριό του κι ήταν σίγουρος πια πως τόση ώρα ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος δεν του μιλούσε γιατί πολύ απλά έψαχνε να βρει με τι βρισιές θα τον στολίσει. Ωστόσο ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος του είπε απλά: «Σ’ ακούω. Τι ακριβώς θέλεις να συζητήσουμε;». Ο Παναδέξιος παραξενεύτηκε τόσο πολύ από την αντίδραση του κυρίου του που για λίγο σάστισε. Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος όμως τώρα είχε αρχίσει να χάνει την –λιγοστή έτσι κι αλλιώς- υπομονή του και του είπε: «Λοιπόν, Παναδέξιε, θα μου πεις τι σκέφτηκες ή και το να σκέφτεσαι αποτελεί ζημιά για το ταλαίπωρο μυαλό σου;». Ο Παναδέξιος προσπάθησε να συγκεντρωθεί και την ώρα που ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος ήταν έτοιμος να ασχοληθεί πάλι με το λόγο του, ο Παναδέξιος ξεστόμισε: «Σκέφτηκα, Παγκάκιστε, πως θα μπορούσατε, αν θέλατε φυσικά, να κάνετε το μαγικό σας πιο απλό και πιο σύντομο..., σκέφτηκα...». Στις τελευταίες λέξεις ο Παναδέξιος έκανε ένα βήμα πίσω χωρίς να το θέλει. Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος ωστόσο δεν κουνήθηκε από τη θέση του, παρα είχε απομείνει να κοιτάζει τον Παναδέξιο. Ο Παναδέξιος δεν ήταν σίγουρος αν αυτά που έλεγε πράγματι ενδιέφεραν τον Μάγο καθώς δεν τον έβλεπε να αντιδρά. Ούτε φωνές, ούτε βρισιές, ούτε κουτάλες, ούτε τίποτα. 

Ακολούθησαν μερικά δευτερόλεπτα σιωπής και ξαφνικά: «Τι ακριβώς εννοείς;» «Νομίζω ότι...». Παναδέξιος και Κακός Μάγος Κακομούτσουνος ξεκίνησαν να μιλάνε μαζί. Ο Παναδέξιος σταμάτησε κι άφησε τον κύριό του να μιλήσει. «Τι ακριβώς εννοείς όταν λες πιο απλό και πιο σύντομο; Νομίζω ότι το μαγικό μου είναι άψογο από κάθε άποψη.. Είναι έξυπνο, είναι χρήσιμο, είναι εντυπωσιακό... Δεν καταλαβαίνω πως θα μπορούσε να γίνει πιο σύντομο ή απλό. Εξ άλλου δεν κρατάει και πολλή ώρα, εκτός βέβαια αν έχεις στο μυαλό σου τις ζημιές που πρόκειται να κάνεις κατά την εκτέλεση, οπότε μάλλον έχεις δίκιο, το πείραμα πρέπει να γίνει συντομότερο, γι’ αυτό μπορούμε να παραλείψουμε το ρόλο σου!». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος ειρωνευόταν τον έρημο τον Παναδέξιο κι έπαιζε και με τον πόνο του, μια που ήξερε ότι ο Παναδέξιος περίμενε κι αυτός πώς και πώς τη μέρα του Μεγάλου Συμβουλίου των Μάγων, αφού αυτή θα ήταν η πρώτη φορά που θα έκανε την πρώτη του εμφάνιση ως επίσημος βοηθός μάγου. 

Ο Παναδέξιος όμως τώρα ήταν τόσο απορροφημένος από την ιδέα του που ούτε καν πρόσεξε το ειρωνικό σχόλιο του Μάγου, και είπε: «Οπωσδήποτε το μαγικό σας είναι άψογο, όμως αναρωτιόμουν...». Ξαφνικά ο Παναδέξιος κόμπιασε πάλι. «Μα τι πάω να κάνω», σκέφτηκε. «Έχω τρελαθεί; Πάω να πω στον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο να αλλάξει το μαγικό του;...». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος όμως φρόντισε να τον βγάλει από τις σκέψεις του: «Παναδέξιε!», φώναξε δυνατά «ξέρεις ότι με εκνευρίζει αφάνταστα να περιμένω! Λοιπόν, ξεκίνησες μία φράση, τέλειωσέ τη! Τι στην οργή αναρωτιόσουν;». Κι ο Παναδέξιος με μια αναπνοή: «Αναρωτιόμουν γιατί χρειάζεται να ακολουθήσετε όλη αυτή τη διαδικασία με τα σωληνάρια, το φίλτρο, τα τσουκάλια, το φυσερό..., ενώ, θέλω να πω, δεν θα μπορούσατε απλά να πείτε τις μαγικές λέξεις και τα σπασμένα γυαλιά να ενωθούν και πάλι; Έτσι απλά;». «Κι έτσι κι εγώ δεν θα κινδύνευα να κάνω ζημιές», σκέφτηκε ο καημένος ο Παναδέξιος, αλλά φυσικά αυτό δεν τόλμησε να το πει! 

Το παράξενο όμως ήταν ότι τώρα που τα είχε πει όλα αυτά στον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο, δεν φοβόταν για την αντίδρασή του. Ένιωθε πως ένα βάρος είχε φύγει από πάνω του, κι αλήθεια, λίγο τον ένοιαζε αν ο Μάγος θύμωνε. Ξαφνικά ο Παναδέξιος ένιωθε πιο δυνατός. Όχι βέβαια ότι είχε πάψει να φοβάται τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο! Απλά δεν τον φοβόταν τόσο πολύ, ή δεν τον φοβόταν τόσο πολύ την συγκεκριμένη στιγμή. Γι’ αυτό κι όταν ολοκλήρωσε τη φράση του δεν μετακινήθηκε από τη θέση του αλλά κοιτούσε τον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο και περίμενε την απάντησή του. 

Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος από την άλλη κοιτούσε τον Παναδέξιο χωρίς να μιλάει, γιατί πραγματικά δεν ήξερε τι να πει. Δηλαδή ήξερε τι να πει –δεκάδες βρισιές με τις οποίες θα μπορούσε να στολίσει τον Παναδέξιο και να τον βάλει στη θέση του. Θα μπορούσε να τον βρίσει λοιπόν, και να του κόψει τη φόρα, χωρίς δεύτερη κουβέντα. Όταν όμως ξεκινάς μια συζήτηση με κάποιον, ακόμα κι αν διαφωνείς μαζί του, οφείλεις πρώτα να τον ακούσεις κι έπειτα να πεις τη δική σου άποψη. Δεν θα τον ειρωνευτείς ούτε θα τον βρίσεις κι οπωσδήποτε δεν θα τον χτυπήσεις, ακόμα κι αν εσύ είσαι ο πιο μεγάλος ή ο πιο δυνατός. Κι αυτό ακόμα κι ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος το είχε μάθει κάποτε κι –ευτυχώς- το θυμόταν. Έτσι, αντί να κάνει όλα τα προηγούμενα, προτίμησε να πάρει μια βαθιά αναπνοή, να καταπιεί τις βρισιές και τις προσβολές που ανέβαιναν ως το λαρύγγι του και να σκεφτεί την άποψη που διατύπωσε ο Παναδέξιος. 

Αυτό βέβαια χρειάστηκε λίγο χρόνο. Αυτές τις στιγμές που μεσολάβησαν ο Παναδέξιος περίμενε στωϊκά την απάντηση του κυρίου του, όμως ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος αργούσε να μιλήσει. Σκεφτόταν και κοιτούσε το κενό. Ο Παναδέξιος είχε αρχίσει να πιστεύει πως ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος είχε ξεχάσει την παρουσία του κι ότι επίσης έβρισκε την ιδέα του τόσο εξοργιστική και ταυτόχρονα απερίγραπτα γελοία, που δεν έμπαινε καν στον κόπο να τον βρίσει. Απλά τον περιφρονούσε. 

Αυτά σκεφτόταν ο Παναδέξιος κι ήταν έτοιμος να ξαναπιάσει τη σκούπα του, όταν ξαφνικά ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος είπε: «Δεν γίνεται». Ο Παναδέξιος τον κοίταξε έκπληκτος. «Τι εννοείτε όταν λέτε ότι δεν γίνεται, Παγκάκιστε;». «Εννοώ ότι αυτό που λες δεν μπορεί να γίνει. Από τη μιά, δεν είμαι σίγουρος ότι μπορώ μόνο με μια φράση να ενώσω τα γυαλιά, δεν είμαι βέβαιος ότι έχω αυτή τη δύναμη, καταλαβαίνεις;». Ο Παναδέξιος έγνεψε ναι με το κεφάλι. Οπωσδήποτε θα είχε ένα σωρό ερωτήσεις να κάνει στον Κακό Μάγο Κακομούτσουνο, όμως ήταν τόσος ο ενθουσιασμός του που ο κύριός του είχε απαντήσει στην ερωτησή του, που απλά κουνούσε το κεφάλι του, χωρίς να λέει τίποτα. Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος συνέχισε να μιλάει: «Δεν ξέρω λοιπόν μέχρι πού φτάνουν οι δυνάμεις μου. Επίσης, έχουμε μόνο δυο μέρες μέχρι το Συμβούλιο και δεν  νομίζω ότι έχουμε το χρόνο να δοκιμάσουμε. Δεν μπορούμε να πειραματιστούμε.». 

Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος είχε μάλλον ξεχάσει το θυμό του και φαινόταν πως είχε διάθεση να συνεχίσει τη συζήτηση με τον Παναδέξιο. Έτσι κι ο Παναδέξιος βρήκε την ευκαιρία να ρωτήσει: «Δηλαδή αν κατορθώνατε να ενώσετε τα γυαλιά μόνο με τη μαγική φράση αυτό θα σήμαινε ότι είστε δυνατός μάγος;». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος κοντοστάθηκε για λίγο. «Ναι, δεν ξέρω, ίσως. Η αλήθεια είναι ότι δεν το είχα σκεφτεί έτσι το μαγικό από την αρχή, δηλαδή με τον τρόπο που πρότεινες εσύ. Είναι όλο μια ενότητα, έχει μια συνέχεια, κάθε κομμάτι του οδηγεί και κάπου. Αν κάτι παραλειφθεί, δεν μπορώ να είμαι σίγουρος για το αποτέλεσμα. Και δεν έχω περιθώρια να το διακινδυνεύσω.». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τέλειωσε τη φράση του κι ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα του. 

Ο Παναδέξιος ήταν έτοιμος να ευχαριστήσει τον κύριό του για τη συζήτηση που είχαν καθώς και να του ζητήσει συγγνώμη αν τον έφερε σε δύκολη θέση με την απορία του, όταν ξαφνικά ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος είπε: «Έπειτα είναι και κάτι άλλο.». Σώπασε για λίγο, σαν να είχε χαθεί μέσα στην εικόνα της σκέψης του. «Τι, Χείριστε Εξοχώτατε;», ρώτησε ο Παναδέξιος. Κι ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος απάνησε:  «Η μαγεία, Παναδέξιε, η μαγεία...». Τώρα όμως ο Παναδέξιος δεν καταλάβαινε κι έτσι ξαναρώτησε: «Η μαγεία; Δηλαδή, Παγκάκιστε;». «Δηλαδή, Παναδέξιε, η διαδικασία, η γοητεία της αναμονής, τα βήματα που τα ακολουθείς και σε οδηγούν, η προσδοκία, το μυστήριο. Το να πεις απλά μια μαγική φράση και να τελειώσουν όλα ίσως είναι αποτελεσματικό, όμως δεν είναι μαγικό, καταλαβαίνεις; Είναι ίσως μόνο ένα τρικ, αλλά δεν είναι μαγεία. Μαγεία είναι να βάλεις όλες σου τις σκέψεις και τις προσπάθειες σε μια κατεύθυνση, να θες και να προσπαθείς, με βήματα, με σχέδιο, με φίλτρα και με μαγικά λόγια. Αλλά ίσως όχι μόνο με λόγια. Ίσως...». 

Ο Παναδέξιος είχε απομείνει να ακούει τον κύριό του, χωρίς να μιλάει. Δυσκολευόταν να καταλάβει τι ακριβώς εννοούσε ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος. Μαγεία, βήματα, φίλτρα, προσδοκία, όλα αντηχούσαν στ’ αυτιά του παράξενα, πρωτόγνωρα. Προσπαθούσε να τα βάλει σε μια τάξη καθώς ήταν πολλά και μπερδεμένα. Και πάνω που ετοιμαζόταν να κάνει ακόμα μια ερώτηση, ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τον πρόλαβε: «Αρκετά όμως για σήμερα, Παναδέξιε. Ελπίζω οι απορίες σου να λύθηκαν, αλλά ακόμη κι αν δεν λύθηκαν, τώρα αυτό που προέχει είναι να συγκεντρωθούμε στο μαγικό.» Ο Παναδέξιος βέβαια πολύ θα ήθελε να συνεχίσει τη συζήτηση με τον κύριό του μια που καινούργιες απορίες του είχαν δημιουργηθεί τώρα, όμως ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος τον έκοψε: «Λοιπόν, Παναδέξιε, τη σκούπα σου και πίσω στη δουλειά! Μη χαζεύεις!». 

Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος λες κι είχε ξαναβρεί τον προηγούμενο κακόκεφο και θυμωμένο εαυτό του. Βέβαια δεν ήταν έξαλλος και μαινόμενος όπως άλλες φορές, όμως όπως και να το κάνεις ήταν αγριεμένος. Έτσι κι ο Παναδέξιος θέλοντας και μη ξανάπιασε τη σκούπα κι άρχισε να σκουπίζει μηχανικά, μια που το μυαλό του ήταν ακόμα σ’ αυτά που του είπε ο Μάγος. 

Ο Κακός Μάγος Κακομούτσονος από την άλλη βυθίστηκε μέσα στα χειρόγραφά του, μα κι αυτός δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Η συζήτηση με τον Παναδέξιο τον είχε προβληματίσει. Και να’ ταν μόνο αυτό! «Παράξενη μέρα η σημερινή!», σκέφτηκε. «Λέξεις ξεχασμένες κι απαγορευμένες όπως χ α ρ ο ύ με ν ο ς και μια απαίσια γεύση από ρεβύθια, ο Παναδέξιος και οι απορίες του, τα μαθήματα για το νόημα της μαγείας... Και σε δυο μέρες είναι το Μεγάλο Συμβούλιο των Μάγων...». Ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος είχε κι άλλες σκέψεις στο μυαλό του μα αυτές προτιμούσε να τις διώχνει: το παλιό σπίτι, ένα δρύινο μπαούλο, μα πιο πολύ απ’ όλα ένα παράξενο προαίσθημα πως κάτι αλλόκοτο τον περίμενε... «Αλλόκοτο;», σκέφτηκε. «Κι άλλα αλλόκοτα πράγματα θα συμβούν στη ζωή μου; Λες και δεν φτάνουν... Όμως αρκετά για σήμερα. Σε δυο μέρες είναι το Συμβούλιο κι έχω ένα μαγικό να σκεφτώ κι έναν λόγο να ετοιμάσω». 

Ο Παναδέξιος εξακολουθούσε να σκουπίζει όμως ήταν φανερό πως το μυαλό του ήταν αλλού. «Παναδέξιε, φτάνει πια. Θα γδάρεις το πάτωμα! Πήγαινε έξω να καθαρίσεις λίγο. Μπροστά από το εργαστήριο υπάρχουν ένα σωρό κλαδιά, ξεραμένα φύλλα. Βγες να τα μαζέψεις. Από κάπου θα πρέπει να περάσουν οι Μάγοι για να μπουν εδώ μέσα! Άντε, κουνήσου!». Ο Παναδέξιος, χωρίς δεύτερη κουβέντα πήρε τη σκούπα του, μια τσουγκράνα κι ένα φτυάρι και βγήκε έξω. «Ωραία», σκέφτηκε ο Κακός Μάγος Κακομούτσουνος «τώρα θα μπορέσω να δουλέψω ανενόχλητος». Βυθίστηκε ξανά στα χειρόγραφά του. Άρχισε να διαβάζει δυνατά το λόγο του. «Αγαπητοί Συνάδελφοι...». Τώρα είχε σηκωθεί από την καρέκλα του και αγόρευε κανονικά. «Είναι πράγματι μεγάλη η τιμή που μου κάνετε με τη σημερινή εκλογή μου...». 

Βέβαια ο Κακομούτσουνος ακόμα θυμόταν την τελευταία φορά που παρουσιάστηκε στο Μεγάλο Συμβούλιο των Μάγων. Για μια φορά ακόμα το μαγικό του είχε απορριφθεί. Είχε ήδη φύγει από τη αίθουσα των συνεδριάσεων, και διέσχιζε την –ατέλειωτη - αίθουσα αναμονής, όταν τον σταμάτησε κάποιος. «Μισό λεπτό, παιδί μου.» Ο Κακομούτσουνος γύρισε και προς μεγάλη του έκπληξη είδε ότι αυτός που τον φώναζε δεν ήταν άλλος από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου των Μάγων, το Φωκίωνα. Ο Πρόεδρος του Συμβουλίου ήταν ο γηραιότερος σε ηλικία και όπως όλοι παραδέχονταν, χωρίς αντίρρηση, ο σοφότερος μάγος του Συμβουλίου. Ο Κακομούτσουνος είδε το γέροντα που περπατούσε με κόπο προσπαθώντας να τον φτάσει και έτρεξε προς το μέρος του, για να τον βγάλει από τον κόπο να διανύσει την απόσταση που τους χώριζε… Γιατί σας το έχω πει από την αρχή, ο Κακομούτσουνός μας έχει και τρόπους και ανατροφή! «Με φωνάξατε;» «Ναι, παιδί μου. Ήλπιζα πως θα σε προλάβαινα μέσα στην αίθουσα των συνεδριάσεων, αλλά εσύ έφυγες τόσο γρήγορα… Κι εγώ πια είμαι πολύ γέρος όχι για να τρέχω μα και για να περπατάω…   

Ο γέροντας κάθισε σε ένα πέτρινο παγκάκι, ένα από τα πολλά που βρίσκονταν στην αίθουσα αναμονής. «Πόσες φορές κάθισα εδώ, σε ένα από αυτά τα παγκάκια, περιμένοντας να με φωνάξουν για να μου ανακοινώσουν το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας τους οι Μάγοι...» , σκέφτηκε ο Κακομούτσουνος. Γύρισε και κοίταξε τον Μάγο. Ήταν ένας ηλικιωμένος άνθρωπος με κάτασπρα, αραιά μαλλιά που έφταναν μέχρι τους ώμους. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο ρυτίδες και τα γαλανά μάτια του κοιτούσαν πάντα με συγκατάβαση και καλοσύνη. Αυτό το είχε παρατηρήσει ο Κακομούτσουνος από την πρώτη φορά που είχε έρθει ως υποψήφιος. Στα μάτια των υπόλοιπων μάγων έβλεπε –εκτός από τη απόρριψη, εννοείται- μια υπεροψία, ένα βλέμμα οίκτου ανακατεμένο με μια διάχυτη έκπληξη που έμοιαζε περισσότερο με εκλεπτυσμένη περιφρόνηση, κάτι που έβγαζε από τα ρούχα του τον Κακομούτσουνο. Όμως ο Πρόεδρος του Συμβουλίου, αυτός ο σεβάσμιος γέροντας τον κοιτούσε πάντα με καλοσύνη. Και να που τώρα τον είχε πάρει στο κατόπι για να του μιλήσει. 

Ο Φωκίωνας κοιτούσε το πάτωμα και φαινόταν χαμένος στις σκέψεις του. Ο Κακομούτσουνος βέβαια εκτιμούσε απίστευτα την κίνηση του Σεβάσμιου Μάγου να επιδιώξει να του μιλήσει προσωπικά, από τη άλλη όμως δεν άντεχε να μένει μακριά από το ερημητήριό του για πολύ… Δεν μπορούσε να μένει για πολλή ώρα σε χώρους που ήταν γεμάτοι κόσμο… Και ούτε και το ήθελε. Γι’ αυτό και τον σκούντησε απαλά στον ώμο. «Θέλατε να μου μιλήσετε;» Ο Μάγος γύρισε προς το μέρος του Κακομούτσουνου. «Ναι, παιδί μου. Μην ανησυχείς, δε θα σε καθυστερήσω.. Έχεις αναρωτηθεί ποτέ γιατί κανένα μαγικό σου δεν παίρνει την έγκριση του συμβουλίου;» Πριν προλάβει να απαντήσει κάτι ο Κακομούτσουνος, ο Σεβάσμιος Μάγος συνέχισε. «Το έχω σκεφτεί εγώ. Βλέπεις, όταν κάποιος δεν μπορεί πλέον να κινηθεί πολύ, όταν αναγκαστικά έχει όλο και πιο λίγες δραστηριότητες, χρησιμοποιεί το χρόνο του για να σκέφτεται. Κάθε φορά λοιπόν, έρχεσαι με ένα μαγικό, το Συμβούλιο το απορρίπτει, κ εσύ γυρνάς στο εργαστήριό σου, δουλεύεις σκληρά και επανέρχεσαι με κάτι καινούργιο, κάτι διαφορετικό. Όμως κάθε φορά το αποτέλεσμα είναι το ίδιο…» «Ξέρετε, προσπαθώ πάρα πολύ…», ψέλλισε ο Κακομούτσουνος. «Μα το ξέρω, παιδί μου. Δε φταις εσύ… αλλά ίσως πάλι και να φταις…» 

Τώρα ο Κακομούτσουνος κοιτούσε το Σεβάσμιο Μάγο με έκπληξη. «Είσαι ένας άνθρωπος διαφορετικός από όλους αυτούς εκεί μέσα… από όλους εμάς… Έρχεσαι στο Συμβούλιο των Μάγων και διεκδικείς μια θέση σ’ αυτό. Όμως ξεχνάς ποιος είσαι.» Ο Κακομούτσουνος πήγε να πει κάτι, αλλά ο Σεβάσμιος Γέροντας συνέχισε. «Είμαστε ένα συμβούλιο από γέροντες μάγους, με πολλή σοφία, ίσως, αλλά με ελάχιστη έως και ανύπαρκτη διάθεση να ανοίξουμε το νου μας και την ψυχή μας σε κάτι καινούργιο… Ίσως είμαστε πολύ κουρασμένοι για κάτι τέτοιο… Κι εσύ προσεγγίζεις τη μαγεία με έναν εντελώς δικό σου τρόπο, με τον τρόπο του επιστήμονα. Γιατί είσαι χημικός, κι αυτό φαίνεται σε κάθε σου πείραμα, σε κάθε σου παρουσίαση. Και το Συμβούλιο των Μάγων δεν μπορεί να καταλάβει τους επιστήμονες… Δε φτιάχτηκε απ’ αυτούς αλλά ούτε και για αυτούς…» 

Ο Φωκίωνας έκανε μια παύση. Ο Κακομούτσουνος είχε απομείνει να κοιτάει το πάτωμα καθώς σκεφτόταν αυτά που μόλις είχε ακούσει. Μα γιατί του τα έλεγε όλα αυτά ο Μάγος; Μήπως για να αλλάξει τον τρόπο της προσέγγισης του στη μαγεία; Ή μήπως για να του πει με ευγενικό τρόπο πως μάταια προσπαθούσε;… «Θέλετε να μου πείτε πως δεν κάνω για αυτό το Συμβούλιο;», ρώτησε εξακολουθώντας να κοιτάζει το πάτωμα. «Ναι.» Ο Κακομούτσουνος κούνησε το κεφάλι του. «Μάλιστα… Λοιπόν, σας ευχαριστώ για το χρόνο σας καθώς και για όσα μου είπατε…», κι έκανε να φύγει. «Είναι και κάτι ακόμα», είπε ο Φωκίωνας. Ο Κακομούτσουνος κοντοστάθηκε. «Μα τι θέλει επιτέλους από μένα ο Μάγος», αναρωτήθηκε. Η υπομονή του, είναι αλήθεια ,είχε αρχίσει να εξαντλείται, και ο ίδιος ήταν ήδη αρκετά στενοχωρημένος, όχι μόνο γιατί για μια φορά ακόμα δεν τα είχε καταφέρει, αλλά κυρίως γιατί ο Σεβάσμιος Μάγος του έλεγε ξεκάθαρα ότι δεν θα τα κατάφερνε ποτέ. Τι άλλο ακόμα να του πει;! Ωστόσο ξανακάθισε στο παγκάκι. 

 Ο Φωκίωνας είχε γυρίσει προς το μέρος του και τον κοιτούσε κατάματα. «Σας ακούω», είπε ο Κακομούτσουνος. «Κάθε άνθρωπος, παιδί μου, έρχεται στον κόσμο με έναν προορισμό, ένα σκοπό. Και δεν ησυχάζει ποτέ αν δεν εκπληρώσει αυτόν το σκοπό… Δεν τον ξέρουμε πάντα το σκοπό, περιπλανιόμαστε και τον αναζητάμε. Κι αυτό μας κάνει να υποφέρουμε. Άλλες φορές πάλι τον αναγνωρίζουμε αλλά τον υπερτιμάμε ή τον υποτιμάμε και γι’ αυτό τον φοβόμαστε και τον αποφεύγουμε. Στρέφουμε το βλέμμα μας αλλού, ανακαλύπτουμε άλλα ενδιαφέροντα, αποσπάμε τις σκέψεις μας σε άλλα θέματα. Μα και πάλι υποφέρουμε. Γιατί μπορείς να ξεγελάσεις το μυαλό, αλλά ποτέ την ψυχή. Κι εσύ παιδί μου, βασανίζεις την ψυχή σου εδώ και χρόνια. Γιατί ο σκοπός σου σε αυτή τη ζωή δεν είναι να γίνεις μάγος –και το ξέρεις αυτό- αλλά ούτε και χημικός. Τη χημεία την αγάπησες, όπως και την αρωματοποιία. Και στη μαγεία στράφηκες γιατί ήθελες να ακουμπήσεις κάπου. Και όλα αυτά γιατί έπρεπε να ξεφύγεις από τον πραγματικό σου προορισμό…». 

Σιωπή. Μια μακρόσυρτη σιωπή που κανείς από τους δύο δεν έλεγε να διακόψει, σαν να φοβόντουσαν πως μόνο με μία λέξη θα μπορούσε να σπάσει η σιωπή σε χίλια κομμάτια, κάνοντας έναν εκκωφαντικό θόρυβο. «Δεν ήταν επιλογή μου», ψέλλισε ο Κακομούτσουνος, μάλλον μιλώντας περισσότερο στον εαυτό του. «Το ξέρω, παιδί μου». Μη βλέποντας πια κανένα νόημα στη συζήτηση ο Κακομούτσουνος έκανε να σηκωθεί. «Θα πρέπει να με συγχωρήσετε, αλλά έχω αργήσει, πρέπει να φύγω. Σας ευχαριστώ πολύ για…». Έψαξε για κάποια δευτερόλεπτα μέσα στο μυαλό του να βρει μια λέξη. Για ποιο λόγο αλήθεια ευχαριστούσε τον Φωκίωνα; Του είχε πει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να μπει στο Συμβούλιο των Μάγων. Όμως πια αυτό δεν φαινόταν να ενοχλεί και τόσο τον Κακομούτσουνο. Τον έκανε να κοιτάξει πίσω στη ζωή του και βαθιά μέσα στην ψυχή του. Του είχε πει μια μοναδική αλήθεια, από αυτές που ο καθένας μας ξέρει για τον εαυτό του, αλλά προτιμάμε να τις κρύβουμε μέσα σε συρτάρια, να τις παραχώνουμε κάτω από σωρούς δικαιολογίες, σαν σκουπιδάκια επιμελώς σπρωγμένα κάτω από το χαλί. 

«Σας ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον», είπε τελικά ο Κακομούτσουνος, επιλέγοντας να κλείσει τη φράση του με την πιο ουδέτερη αλλά και πιο ανώδυνη λέξη. Είχε ήδη σηκωθεί και μην παίρνοντας κάποια απάντηση από τον γέροντα γύρισε την πλάτη του κι έκανε να φύγει. «Γνώριζα τον πατέρα σου». Ο Κακομούτσουνος έμεινε ακίνητος, χωρίς δύναμη να κάνει ένα βήμα ούτε για να απομακρυνθεί μα ούτε και για να στραφεί προς το γέροντα. «Εξαιρετικός, σπουδαίος άνθρωπος. Λυπήθηκα πολύ όταν πέθανε». «Τι θέλετε από μένα;» Τώρα ο Κακομούτσουνος είχε γυρίσει προς τη μεριά του Μάγου και με πολύ κόπο έντυνε με οργή τη βαθιά θλίψη που τον κυρίευε. «Πάντα τον εκτιμούσα για την ευγένεια της ψυχής του αλλά και το θάρρος του.» «Αν όπως λέτε, γνωρίζατε τον πατέρα μου, τότε πιθανώς να έχετε υπόψη σας τη μοίρα που χτύπησε την οικογένειά μας… Και σε αυτή την περίπτωση ίσως θα μπορούσατε να καταλάβετε ότι αυτή η συζήτηση, αυτή τη στιγμή, είναι εξαιρετικά οδυνηρή για μένα, κι επικίνδυνη για ολόκληρη την οικουμένη!» «Ησύχασε, παιδί μου, δεν ήθελα να σε ταράξω». «Τότε γιατί με βασανίζετε;» Δάκρυα και παράπονο και λύπη χρόνια τώρα μαζεύονταν σε μια σκοτεινή γωνιά της ψυχής του Κακομούτσουνου, καλά κρυμμένα κάτω από μια απύθμενη οργή, μα τώρα  ο Κακομούτσουνος δεν είχε κουράγιο ούτε να θυμώσει. «Κάθισε, παιδί μου, σε παρακαλώ». 

Αυτή τη φορά ο Κακομούτσουνος δεν έκατσε μα σωριάστηκε. Αμίλητος, ακούμπησε την πλάτη του στο παγκάκι κι έκλεισε τα μάτια του. Ξαφνικά ένιωσε απίστευτα κουρασμένος, εξουθενωμένος. Για κάμποση ώρα δεν μιλούσε κανείς. «Το ξέρεις ότι μπορείς να σπάσεις την κατάρα, έτσι δεν είναι;» Η σημερινή παρουσία του Κακομούτσουνου στο Συμβούλιο των Μάγων ήταν το δίχως άλλο γεμάτη εκπλήξεις – με μοναδική εξαίρεση φυσικά τη μόνιμη και σταθερή απόρριψή του από αυτό. Εμβρόντητος, με ορθάνοιχτα μάτια γύρισε προς το Φωκίωνα. Ο Σεβάσμιος Γέροντας τον κοιτούσε επίμονα, λες και προσπαθούσε να διαβάσει στο πρόσωπό του μια απάντηση. Μα ο Κακομούτσουνος δεν έλεγε να βγάλει μιλιά, απλά στεκόταν, αποσβολωμένος. Από την άλλη, ο Φωκίωνας, αυτός ο κουρασμένος και ανήμπορος γεράκος ξαφνικά είχε αποχτήσει ζωντάνια και νεύρο και ικμάδα. «Υπάρχει τρόπος να σπάσεις την κατάρα! Και το ξέρεις! Τι περιμένεις για να το κάνεις;». Εδώ και ώρα κόσμος πηγαινοερχόταν στην αίθουσα αναμονής, κι έτσι ο Φωκίωνας αναγκάστηκε να χαμηλώσει τον τόνο της φωνής του, τα γέρικα μάτια του όμως ήταν γεμάτα από έναν εφηβικό ενθουσιασμό. «Τι περιμένεις;» 

Συνεχίζεται...