Ετικέτες

80's (1) αγανακτισμένοι (1) ανθρακωρύχοι (1) απεργία (1) απολιτικ (1) Αρκετά Καλός (1) Βενιζέλος (1) γάμος (1) γλυκά (1) γλώσσα (1) διήγημα (1) εκλογές 2015 (1) επαίτες (1) επιβάτες (1) επιστολή (1) ηλεκτρικός (3) θαυμάζω (1) θηλυκότητα (1) καθρέφτης (1) Καλλιθέα (1) κιλά (1) ΚΚΕ (1) κράζω (1) κρίση (1) κυβέρνηση (1) Κύριος (1) μάγος (1) μαντήλα (1) Μεγάλη Βρετανία (1) Μέρκελ (1) μέσα κοινωνικής δικτύωσης (1) Μοναστηράκι (2) Μουσουλμανισμός (1) μπούργκα (1) ναρκωτικά (1) ΝΔ (1) Παπαδιαμάντης (1) παραμύθι (2) ΠΑΣΟΚ (1) Πλατεία Δαβάκη (1) πολιτικά ορθό (1) πολιτική ορθότητα (1) ΠΟΤΑΜΙ (1) πρίζα (1) πρωθυπουργός (1) Ρωξάνη (1) Σαμαράς (2) σπολλάτη. παιδιά (1) Σταχτομπούτα (1) ΣΧΕΣΕΙΣ (1) σχέσεις (1) ταινία (1) Ταύρος (2) Τέλειος (1) Τζήμερος (1) τραπέζι (1) Τσίπρας (2) τυρκουάζ (1) υλική στέρηση (1) φεμινισμός (1) φτώχεια (1) χορευτής (1) Χριστούγεννα (1) χωριό του Άι Βασίλη (1) ψήφος (1) AIDS (1) Barbie (1) Da Capo (1) facebook (1) gay (1) jumbo (1) LGSM (1) Matthew Warchus (1) pride (1) social media (1) tweet (1) twitter (1)

Τρίτη, 26 Δεκεμβρίου 2017

ΚΑΝΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ... ΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ





ΚΑΝΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ... ΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ

Ένα άδειο σπίτι ησυχία γεμάτο. Δεν ήταν πως έλειπαν τα πράγματα. Κάθε άλλο, όλα εκεί ήταν. Η απουσία του ενός όμως είναι αρκετή για να αδειάσουν όλα. 

"Τι φοβάσαι πιο πολύ;" 

"Τη στιγμή που θα σε χρειάζομαι πιο πολύ από κάθε άλλη κι εσύ δεν θα λες τίποτα."

Μια σιωπή μπορεί να είναι πιο τρομακτική από το μπαμπούλα που κρύβεται μέσα στη ντουλάπα, πιο εφιαλτική ακόμα κι από το κενό στην άκρη του γκρεμού. 

Είναι όμως αληθινή, κι αυτό την κάνει ακόμα πιο αβάσταχτη. Και είναι πάντα ανισόρροπη, γιατί ο ένας μίλησε, ζήτησε. Κι ο άλλος απλά άκουσε και δεν απάντησε. Ποτέ. Και είναι μαρτυρική, γιατί αυτός που ζήτησε, περιμένει. Αιχμάλωτος μέσα στην ίδια του την αδυναμία, δέσμιος της τυφλής ελπίδας που κουβαλάει μέσα της η αγάπη, πιο παιδί κι απ' τα παιδιά που πιστεύουν στον Άγιο Βασίλη...

Θα ήταν όλα πολύ εύκολα αν μια ευχή ήταν αρκετή.  Αλλά δεν είναι. Τώρα το ήξεραν και οι δύο, κι εκείνη που περίμενε κι εκείνος που ήταν οχυρωμένος στη σιωπή. 

Ο γκρεμός ήταν πάντα εκεί, όλος δικός της. Με ή χωρίς χαρταετό, την περίμενε πάντα. Κοίταξε πίσω της. Κανείς. Προχώρησε με αργά βήματα. Για μια φορά ακόμα κάθησε στα χώματα, αυτή τη φορά στην άκρη του γκρεμού, με τα πόδια της να κρέμονται στο κενό. Έκλεισε τα μάτια της κι έγινε πάλι οχτώ, παιδί μόνο και ξένο, τότε όπως και τώρα. Θα φοβόταν λιγότερο αν μπορούσε να πιάσει το χέρι του, όπως της είχε πει, αλλά τώρα ήταν μόνη της, χωρίς υποσχέσεις, χωρίς ευχές. Μαζί της είχε πάρει μόνο τη σιωπή του. 

Δεν έμαθε ποτέ αν πέταξε ή αν έπεσε. Όταν έφτασε στο ξέφωτο βρήκε μόνο ένα κομμάτι από το φουστάνι της πιασμένο σε ένα βράχο. Γύρισε σπίτι, έβαλε το κομμάτι ύφασμα δίπλα στην κούκλα που της είχε χαρίσει. Αν τελικά είχε πετάξει, τότε ίσως κάποιο βράδυ, μέσα στη νοσταλγία ενός ονείρου, του πιο ακριβού ονείρου της, να γύριζε. Κι αυτή τη φορά να ήθελε να χορέψει κι έπειτα να αποκοιμηθεί στην αγκαλιά του. Και τότε θα της έλεγε όσα έκρυψε μέσα στη σιωπή του και θα της έδινε την κούκλα μόνο για παιχνίδι, γιατί δεν θα την άφηνε ποτέ ξανά να κοιμηθεί μόνη της. 

Αν είχε πετάξει...









 

Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

ΚΑΝΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ... ΕΝΑ ΣΤΟΙΧΗΜΑ




ΚΑΝΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ... ΕΝΑ ΣΤΟΙΧΗΜΑ

Δεν τη νοιάζει που φοράει το καλό της φουστάνι. Έχει γονατίσει μέσα στα χώματα και ψάχνει. Τα άλλα παιδιά την προσπερνάνε τρέχοντας. 

"Έχασες κάτι;" Γνέφει ναι, χωρίς να σηκώσει το κεφάλι της να κοιτάξει. Εξακολουθεί να ψάχνει. Τα νύχια της είναι γεμάτα χώματα, το ίδιο και το τσαλακωμένο πια φουστάνι της. 

"Μα τι ψάχνεις;"

"Ένα κέρμα." 

"Μα, ένα κέρμα;! Έλα, θα σου δώσω εγώ ένα κέρμα." Μόνο τότε σηκώνει το βλέμμα της. Χαμογελάει θλιμμένα στο αγόρι που εδώ και λίγη ώρα στέκεται από πάνω της. 

"Σ' ευχαριστώ, αλλά δεν γίνεται, πρέπει να βρω το δικό μου. Ήταν το κέρμα της ευχής μου." Το αγόρι την κοιτάει απορημένο. 

"Θες να σε βοηθήσω να ψάξουμε μαζί;" 

"Όχι, δεν πειράζει. Εξ άλλου, πρέπει να πηγαίνεις... Τα άλλα παιδιά θα έχουν ήδη φτάσει, η γιορτή θα έχει αρχίσει, μην τη χάσεις..." Το αγόρι κοντοστάθηκε. 

"Κι εσύ; Δεν θα έρθεις;" 

"Θα έρθω, αργότερα", του απάντησε με το ίδιο θλιμμένο χαμόγελο. 

Όλο το βράδυ το αγόρι κοιτούσε προς την είσοδο, περιμένοντας να μπει στη σάλα ένα κορίτσι με χώματα στα νύχια και τσαλακωμένο φουστάνι...

"Δεν έχω μια ευχή, δεν το βλέπεις; Είχα το κέρμα μου και το έχασα..."

Είχε καθίσει πάλι μέσα στα χώματα, ξανά χωρίς κέρμα...

Έκατσε δίπλα της και την πήρε αγκαλιά. Ήταν πολύ πιο δυνατός από εκείνη κι όσο την κρατούσε, ήξερε πως δεν μπορούσε να του γλυστρήσει στον γκρεμό. Κι οι δυο το ήξεραν αυτό.

"Δεν χρειάζεσαι πάντα ένα κέρμα για να κάνεις μια ευχή, μικρό." Τον κοίταξε.

"Όποια κι αν είναι η ευχή μου; Ακόμα κι αν ευχηθώ να πετάξω; Ακόμα κι αν ευχηθώ να μείνω για πάντα μαζί σου;"

"Όποια κι αν είναι η ευχή σου. Ακόμα κι αν ευχηθείς να πετάξεις, ακόμα κι αν ευχηθείς να μείνεις για πάντα μαζί μου."

"Και τι πρέπει να κάνω;"

Την έσφιξε ακόμα πιο δυνατά πάνω του.

"Να μου δώσεις το χέρι σου, ό,τι κι αν ευχηθείς." 






Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017

ΚΑΝΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ... ΜΙΑ ΕΥΧΗ









ΚΑΝΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ... ΜΙΑ ΕΥΧΗ

Μην υποτιμάς ποτέ τον θυμό, φέρνει μαζί του τη λήθη. Μια λήθη όμως ίδια μ’ αυτόν, πρόσκαιρη, επιφανειακή. Στο τέλος του δρόμου, ό,τι ένιωσες κι ο θυμός σου για λίγο έθαψε, πάλι θα αναβλύσει στην επιφάνεια. Θα αναβλύσει αυτό για να πνίξει εσένα. 

"Κι αν δεν θέλω να χορέψω;"

"Τότε, θες να περπατήσεις;" και της άπλωσε ξανά το χέρι του.

Κοίταξε την άβυσσο. "Κι αν θέλω να πετάξω;"

Θα μπορούσε να της πει πως αυτό που έλεγε ήταν μια τρέλα. Θα μπορούσε να της πει πως δεν γινόταν να πετάξει. Θα μπορούσε. Αν είχε μπροστά του μια γυναίκα. Εκείνος όμως ήταν που της είχε χαρίσει μια κούκλα για να ησυχάζει τις νύχτες που τον περίμενε. Μα και σε ένα παιδί θα μπορούσε κανείς να εξηγήσει πως δεν γίνεται να πετάξει. 

Έκλεισε τα μάτια του και την είδε, μόνη της στην άκρη του γκρεμού να κοιτάει τον χαρταετό της που μόλις είχε γκρεμιστεί. Κι έπειτα, πάλι μόνη της, να γυρνάει πίσω για να φτιάξει έναν καινούργιο. Ένα παιδικό όνειρο της χρωστούσε η ζωή, πώς να της το έπαιρνε τώρα μέσα από τα χέρια;  

Καμιά φορά, τις περισσότερες φορές, οι λέξεις που δεν τολμάμε να πούμε έστω κι αν είναι λίγες, "μη φοβάσαι, θα σε κρατάω για πάντα" ή ακόμα και δύο, "σ' αγαπώ" είναι αρκετές για να αλλάξουν μια ζωή ολόκληρη, πιο δυνατές και από όλες τις λέξεις που θα μπορούσαμε να έχουμε πει. Γιατί διαλέξαμε άλλες κι όχι αυτές. Και η σιωπή που τις καταδικάσαμε θα επιστρέψει και θα εκδικηθεί.

Δεν είχε τολμήσει ποτέ να του πει ότι το παιδικό της όνειρο ήταν η υπόσχεση που έφερνε μαζί της η κούκλα που της χάρισε. Δεν του είπε ποτέ για τις νύχτες που έμενε ξάγρυπνη από φόβο. 

"Ξεχνάς γιατί είμαι εδώ;", της απάντησε.

"Για να με φιλάς και να με φυλάς."

Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.  

"Θα με εμποδίσεις;"

"Θα πέσω πρώτος για να σε πιάσω, αν χρειαστεί."

Του χαμογέλασε. Ποτέ πριν δεν τον είχε κοιτάξει με αυτόν τον τρόπο, με ένα βλέμμα γεμάτο γαλήνη και αγάπη. 

"Αν είχα μια ευχή, θα ήταν να μείνω μαζί σου για πάντα."

"Μα έχεις μια ευχή", της είπε καταπίνοντας τον κόμπο που τον έπνιγε στο λαιμό... 












Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

ΚΑΝΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ... ΒΗΜΑΤΑ





 ΚΑΝΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ... ΒΗΜΑΤΑ

Πάλι τον γκρεμό έψαχνε. Δεν είχε μαζί της χαρταετό αυτή τη φορά και την κούκλα την είχε αφήσει πίσω. Δεν κουβαλούσε μαζί της κάτι για να πετάξει. Είχε μόνο τον εαυτό της.

Το κενό ανοιγόταν μπροστά στα πόδια της, μεγαλειώδες, αδηφάγο,  θανάσιμα ελκυστικό.

Το φως της μέρας λίγο λίγο χανόταν, μα και τι σημασία είχε τι ώρα ήταν. Κάπου στον κόσμο ήταν πολύ νωρίς και κάπου αλλού πολύ αργά...

Είχε θυμώσει, πολύ. Μα όπως πάντα και πάντα, η θλίψη πιο δυνατή από το θυμό. Πιο δυνατή από την ελπίδα. Η θλίψη πιο δυνατή από όλα. 

"Κι από την αγάπη;"

Δεν ήθελε να τον κοιτάξει, δεν ήθελε να τη δει να κλαίει. Για μια φορά ακόμα, δεν ηθελε να απαντήσει στην ερώτησή του. Ήταν πιο εύκολο να φύγει.

 Τον τρόμο κουβαλούσε μέσα της, πώς να του το έλεγε; Γι' αυτό δεν ήθελε να παίρνει αγκαλιά την κούκλα... Γιατί ήξερε πως ο έρωτας θα την έτρωγε ζωντανή... Κάθε απουσία θα την σταύρωνε. Κι όταν όλο της το αίμα θα είχε γίνει χολή από το φόβο, δεν θα είχε κουράγιο ούτε να ανοιγοκλείσει τα μάτια της, δεν θα είχε τη δύναμη ούτε καν να του ψιθυρίσει αυτό που ήθελε να ουρλιάξει: "Σ' αγαπώ"...

Είχε σκοτεινιάσει πια και το κενό του γκρεμού γινόταν ένα με τον ουρανό. Πλησίασε στην άκρη. Ένα βήμα μπρος. Και μετά δύο πίσω. Κι έπειτα άλλο ένα μπροστά. 

"Κάποτε συνάντησα ένα κορίτσι και του ζήτησα να χορέψουμε στην άκρη του γκρεμού. Μου είπε πως είναι επικίνδυνα αλλά της απάντησα μη φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ."

"Το κορίτσι αυτό δεν υπάρχει πια."

" Κι όμως, το βρήκα. Πάλι δίπλα σε έναν γκρεμό. Και θα ζητήσω πάλι το ίδιο πράγμα. Χορεύουμε;"

"Τότε είχε μουσική."

"Και τώρα έχει. Δως μου το χέρι σου."

"Έχω ξεχάσει τα βήματα."

"Θα μάθουμε καινούργια."

Δυο βήματα, και θα ριχνόταν στο στόμα της αβύσσου. Δυο βήματα, και θα έπεφτε στην αγκαλιά του.

Της έμενε να αποφασίσει προς τα πού θα περπατήσει...


















Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΑΝΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ..._ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΣΕΝΑ, ΚΑΠΟΤΕ...





ΚΑΝΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ..._ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΣΕΝΑ, ΚΑΠΟΤΕ...


"Γιατί;"

Τον κοίταξε παραξενεμένη. "Γιατί τι;"

"Γιατί κανένα παιχνίδι;"

"Δεν μπορεί να έχει κανείς πάντα όλες τις απαντήσεις."

"Δεν μπορεί κάποιος να έχει όλες τις απαντήσεις όταν πρόκειται για κάτι που δεν γνωρίζει. Για αυτό που νιώθει όμως, μπορεί."

Είχε γράψει για θηλειές και σχοινιά, μαχαίρια και χορούς πάνω σε γυαλιά. Δεν ξεκίνησε γι' αυτά όμως. Παραμύθια παιδικά ήθελε να γράψει, ή έτσι νόμιζε τουλάχιστον. 

Σε κάθε ιστορία τη συντρόφευε και μια μουσική. 

"Μέσα από σένα μπορώ να δω. Μέσα από σένα μπορώ να υπάρξω στο φως. Με σένα μπορώ να περπατήσω σε κάθε δρόμο που δεν ξέρω. Με σένα μπορώ να είμαι ένας εαυτός μου που δεν είχα ιδέα ότι υπήρχε. Με σένα μπορώ να είμαι ο,τι δεν τολμούσα πριν. Να είμαι εκείνη που θα αφεθεί.

Αυτή η μελωδία μου μιλάει μόνο για σένα, δεν μ' αφήνει να σκεφτώ τίποτε άλλο, εκτός από σένα. Μου πήρε καιρό να βρω μια τέτοια μουσική."

"Σου πήρε καιρό να φτάσεις σε μένα, μικρό."

Αν υπάρχουν στον κόσμο υποσχέσεις που δεν σπάνε κι ευχές που βγαίνουν αληθινές, τότε ίσως κάποτε να του τα έλεγε όλα αυτά.

"Γιατί  η θλίψη είναι το πιο ύπουλο και συνάμα το πιο ευφυές συναίσθημα. Σε τρώει αργά, σε αφομοιώνει και σε μπερδεύει, γιατί ξέρει να μεταμφιέζεται. Άλλοτε εμφανίζεται σαν οργή, άλλοτε σαν παραίτηση, ακόμα και σαν ξέφρενος ενθουσιασμός. Και στο τέλος της ημέρας, όταν σου αφήνει εκείνη την πικρή γεύση στο στόμα, ξέρει ότι σε νίκησε. Σου στέρησε όλα τα παιχνίδια. Και σήμερα."

Της ήταν πιο εύκολο να απαντήσει μια οδυνηρή ερώτηση  παρά να ανοίξει την καρδιά της...


Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΑΝΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ... ΑΓΡΥΠΝΙΑ





ΚΑΝΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ..._ ΑΓΡΥΠΝΙΑ

Μάζεψε όλες τις θλίψεις που την κυρίευαν, προσπάθησε να τις χωρέσει σε ένα συρτάρι, δεν τα κατάφερε. Και πάντα ένιωθε να την τραβάνε πίσω. Σαν φουστάνι που πιάστηκε σε μια πόρτα, σα μαντήλι που μάγκωσε σε μια χειρολαβή και δεν την άφηνε να προχωρήσει. Κι όλο μπέρδευε τα βήματά της και σκόνταφτε. Σκόνταφτε για να φτάσει στην ευτυχία.

"Σκόνταψες, μικρό, αλλά δεν έπεσες. Είσαι πάντα η βασίλισσα, που απλά σκόνταψε,  λίγο πριν τη στιγμή του θριάμβου της." 

Είχε διαβάσει κάποτε για μια τέτοια βασίλισσα, που σκόνταψε λίγο πριν τη στέψη της. Ο χιτώνας της ήταν πολύ βαρύς και οι ώμοι της δεν τον άντεξαν. 

"Και τι έγινε στο τέλος;" 

"Δεν έπεσε, μόνο σκόνταψε." 

Της χαμογέλασε. "Βλέπεις;" 

"Μα το φόρεμά μου είναι ακόμα πιασμένο στην πόρτα." 

"Τράβα το, κι ας σκιστεί. Μπορείς να συνεχίσεις ακόμα και με σκισμένο φουστάνι. Με ένα κομμάτι ύφασμα όμως μαγκωμένο σε μια πόρτα δεν μπορείς..."


Τα βράδια που εκείνος έλειπε, έμενε ξάγρυπνη, από φόβο και θλίψη. Ήθελε να πάρει αγκαλιά την κούκλα που της είχε χαρίσει, αλλά τότε θα πίστευε στην υπόσχεση... Κι αν δεν έβγαινε αληθινή; Κι έτσι ξημερωνόταν με τα μάτια μαύρα από τους κύκλους.

"Τα μάτια σου είναι βασιλεμένα."

"Είδα ένα άσκημο όνειρο χθες βράδυ, ξύπνησα κι έπειτα δεν ξανακοιμήθηκα." 
Η αλήθεια ήταν πως απλά φοβόταν μήπως δει ένα όμορφο όνειρο...

 

Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΑΝΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ...







ΚΑΝΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ...

Έψαχνε τον γκρεμό για να πετάξει τον χαρταετό της, από τα υπόλοιπα παιδιά αποκομμένη. Δεν ήθελε να τον δει να ανεβαίνει ψηλά στον ουρανό, αλλά να γκρεμίζεται στο βάραθρο.

Κι έπειτα, γρήγορα γρήγορα αποτραβιόταν. Καλύτερα μόνη της, χωρίς χαρταετό.  Κάθε επόμενο πρωί όμως, θα έφτιαχνε έναν καινούργιο και θα ξεκινούσε για το ξέφωτο. Όσο πλησίαζε προσπαθούσε να κοιτάζει ευθεία, το λιβάδι. Όμως ακόμα κι αν δεν κοιτούσε προς τη μεριά του, ήξερε πως ο γκρεμός ήταν λίγο πιο πέρα. Ακόμα και με μάτια κλειστά ήξερε το δρόμο. Και γι' αυτό τον έβρισκε. Κάθε φορά. 

Από όλα τα παιχνίδια μόνο ένα τρενάκι αγαπούσε, γιατί μ' αυτό μπορούσε να γυρίσει όλο το κόσμο. Λες και η καρδιά είχε σταματήσει να χτυπάει. Στα δέκα, μπορεί και έντεκα.  Να γίνει η πριγκήπισσα κάποιου. Αυτό ήθελε; Να πάψει να κλαίει ήθελε. Να σωθεί ήθελε. 

Σε γιορτές πια δεν πήγαινε, την κούραζαν οι φωνές, την αηδίαζαν τα γέλια. 

"Θέλεις να παίξουμε;" Ήθελε, πώς όχι; Ποιο παιδί δεν λαχταράει το παιχνίδι; 

Τα χρόνια κύλησαν, δεν πειράζει που δεν είχε παίξει αρκετά, τώρα πια ήταν μεγάλο παιδί.

"Αυτό είναι για σένα." Τον κοίταξε παραξενεμένη. Μια κούκλα; Κάποια άλλη στη θέση της μπορεί και να γελούσε. Δεν γέλασε όμως, λίγο ήθελε να βάλει τα κλάματα. Πάνινη, ροζ, γελαστή. "Τι να την κάνω;" "Όταν εγώ δεν θα είμαι εδώ, να την κρατάς αγκαλιά τα βράδια που κοιμάσαι." "Μα δεν είμαι παιδί πια." "Νομίζεις."

Για ένα παιδί που πέταγε το χαρταετό του στο γκρεμό, μια πάνινη ροζ γελαστή κούκλα ήταν έξω από τον κόσμο του. Ήταν επιστροφή σε ένα ξέγνοιαστο παιδικό όνειρο που δεν ξημέρωσε ποτέ. Ήταν η υπόσχεση "θα σε κρατάω πάντα, δεν θα σε αφήσω ποτέ μόνη σου, ακόμα κι όταν λείπω."

Συνεχίζεται...

















Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΔΥΟ ΩΡΕΣ

Μια ιστορία για δυο ώρες. Για συντροφιά σε μια αναμονή, με έναν καφέ μέτριο, γλυκόπικρο, όπως η επίγευση σε κάθε τι μέσα στη μέρα.

Η θλίψη, κουρτίνα βαριά, κρύβει τη θάλασσα και τη μεσημεριάτικη αντηλιά.

Μια μοναχική βόλτα, από το λιμάνι ως το σταθμό, χωρίς εισιτήριο ούτε για το πλοίο ούτε για το τρένο.

Ένα εισιτήριο θα ήταν μια εύκολη λύση για κάποιον που έφευγε. Εκείνος που ήρθε όμως δεν χρειάζεται εισιτήριο πια, θέλει μόνο κάπου να μείνει. Κάπου που να τον θέλουν. Και δεν θέλει να αγοράσει ποτέ ξανά εισιτήριο.

Βήματα κάτω από τον αδυσώπητο ήλιο του Αυγούστου. Μια μοναχική σιλουέτα περπατάει στην προκυμαία. Από μακριά όλοι μπορούν να δουν ένα φουστάνι που ανεμίζει μεσημεριάτικα. Τα μάτια δεν τα βλέπει κανείς, ευτυχώς.

Αν πιστεύεις στην επίδραση της πανσελήνου και της έκλειψης, θα πεις απλά πως το χτεσινό φεγγάρι παίρνει σήμερα την εκδίκησή του γιατί χθες δεν το αποθέωσες.

Από την άλλη, μπορείς να σκεφτείς ότι ζεις μέσα σε έναν κόσμο χωρίς να έχεις κανένα λόγο στη συνθήκη, δεν ανήκεις εκεί, απλά διατελείς.

Η καλοκαιρινή αύρα μάλλον δεν μπορεί να γίνει προτεραιότητα για όλους, κάποιες φορές ούτε καν επιλογή.

Ο καφές φτάνει στο τέλος του, μια ευχή σου έχει απομείνει, να φταίει για όλα το φεγγάρι.

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ, ΣΕ ΚΡΑΤΑΩ - ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΕ 50 ΛΕΞΕΙΣ

 

 

 

 

"Μη φοβάσαι, σε κρατάω" - Μια ιστορία σε 50 λέξεις









«Δεν θα έπρεπε να είμαι εδώ!», σκέφτηκε καθώς ένιωθε το φως αδίστακτα να ξεχύνεται από κάθε γωνιά. 

Προσπέρασε τον κόσμο, τα βλέμματά του, τις φωνές κι ακολούθησε τη μουσική. Στο τέλος του κήπου, στην άκρη του γκρεμού, την περίμενε. Της άπλωσε το χέρι του. 

«Χορεύουμε;» 

«Είναι επικίνδυνα.» 

«Άκου τη μουσική κι εμπιστέψου με. Εγώ είμαι εδώ, μη φοβάσαι.»


Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

ΜΑΥΡΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ_ΕΝΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΡΟΜΟ...




 ΜΑΥΡΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ_ΕΝΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΡΟΜΟ...

Έριξε μια ματιά γύρω της. Όλα ήταν μαζεμένα. Τα είχε πάρει όλα, τίποτα δεν είχε ξεχάσει. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Την παραξένεψε για λίγο το είδωλό της, δεν είχε συνηθίσει τον εαυτό της με μαλλιά μαζεμένα, σκουρόχρωμα. Κούμπωσε το σακάκι της και το τράβηξε προς τα κάτω. Ατσαλάκωτο κι αλύγιστο. 

Εδώ και ώρα η ίδια μελωδία έπαιζε. Πώς θα μπορούσε να τη βαρεθεί, ήταν ο ήχος της ζωής της, όσο είχε ζωή. Με προσοχή έβγαλε τις βαλίτσες της στο δρόμο, δύο-δύο, κι ας ήταν βαριές. Δεν ήταν οι βαλίτσες που φοβόταν να σηκώσει. Το δωμάτιό της είχε αδειάσει πια. Τα μαύρα τετράδια είχαν απομείνει μόνο. Ο βασιλιάς του άδειου δωματίου, αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος. Το δωμάτιο τους ανήκε. 

Ήθελε να καθήσει στο πάτωμα με την πλάτη της ακουμπισμένη στον τοίχο. Αυτό όμως ήταν συμπεριφορά για ένα κορίτσι με ανοιχτόχρωμες μπούκλες, όχι για τη γυναίκα του καθρέφτη. 

Σκεφτόταν...

"Όσοι σ' αγάπησαν ήταν εγωιστές, σε ήθελαν όλοι για τον εαυτό τους." Ένα κορίτσι με κέρματα στα χέρια δεν καταλαβαίνει γιατί μια μαυροντυμένη γυναίκα του μιλάει για το μέλλον σε χρόνο παρελθοντικό. 

Είχε μόνο μια ευχή, μια πιθανότητα στην τύχη και μια τελευταία διαδρομή.  

Ένα φόβο -ανάμεσα στους πολλούς- είχε τελευταία, πως μια μέρα θα βρεθεί σε ένα λευκό δωμάτιο, κάτω από ένα αδυσώπητα λευκό φως... Ίσως τελικά να ήταν καλύτερα πίσω, στο σκοτεινό δωμάτιο. 

Ένα σπίρτο θα ήταν αρκετό, εύκολα θα γίνονταν παρανάλωμα όλα τα τετράδια. Κάψε τα τετράδια, ό, τι έγραψες μπορείς να το σβήσεις;



Δεν της άρεσαν οι αποχωρισμοί, οι αποχαιρετισμοί. Δεν άντεχε να συνοδεύει ανθρώπους σε λιμάνια και αεροδρόμια. Και τόσες φορές χρειάστηκε να αποχωριστεί και να αποχαιρετήσει. Για πάντα. 

Τα τετράδια κατείχαν όλο το δωμάτιο, δεν την ένοιαζε που δεν είχε τίποτα δικό της, ποτέ δεν την ένοιαξε. Δεν ανήκε πουθενά, κι αυτό την πόναγε και την βάραινε, την τράβαγε ακόμα πιο βαθιά στην άβυσσο. 

Συμπλήρωμα στα κενά ήταν, για λίγο, πάντα.  Σταύρωση χωρίς ανάσταση, τίτλος από ένα βιβλίο που ποτέ δεν είχε διαβάσει, κι όμως έμοιαζε η φράση αυτή να συμπυκνώνει την κατάστασή της. La condition humaine, η ανθρώπινη κατάσταση... Και λοιπόν, σε τι βοήθησε όλη η φιλοσοφία κι όλα τα βιβλία; 

Μην πιστεύεις αυτά που λένε, ακόμα κι αυτά που σου λέω εγώ. Είναι όλα μισές αλήθειες, εικόνες στρεβλές. Ο χρόνος θα γιάτρευε αν δεν είχε ημερομηνίες που επαναλαμβάνονταν, αν οι μέρες κι οι γιορτές δεν ξανασυνέβαιναν ποτέ. Μην πιστεύεις ακόμα κι αν βλέπεις πως είμαι όρθια κι αποφασισμένη, μην πιστεύεις ακόμα κι όταν με βλέπεις να απομακρύνομαι με γρήγορο βήμα. Μην πιστεύεις τίποτα.

Η δύναμη της λύπης είναι ισοπεδωτική. Δεν έχει σημασία αν μετανιώνει κανείς, όσο νιώθει ότι δεν μπορεί να συγχωρεθεί. Όλοι φεύγουν, όλοι μια δικαιολογία καλή θα βρουν, τα τετράδια θα κλείσουν μόνο με το τελευταίο κέρμα..."









    
 


  

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

ΜΑΥΡΑ ΤΕΤΡΑΔΙΑ _ ΕΝΑ ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ




Σκεφτόταν...
 
"Νιώθω όλα τα μέσα μου θρύψαλα, είμαι χαμένη, δεν έχω ιδέα πού πάω. Οι φάροι είναι για να δείχνουν τον δρόμο στα πλοία, όχι για να πέφτουν τα πλοία πάνω τους. 
 
Ένα λιμάνι για να αγκυροβολήσει ένα πλοίο, μια αγκαλιά για να κρυφτεί μια ύπαρξη. Αλλά μάλλον λάθος έκανα, καμιά ευτυχία δεν υπάρχει για μένα. Και γιατί άλλωστε, δεν μου αξίζει. Δεν μπορώ πουθενά να γυρίσω, δεν έχω πουθενά να πάω. Και ξαφνικά το μπαλκόνι φαίνεται ο πιο ελκυστικός προορισμός. Ψέματα παντού, ή μισές αλήθειες. Κι εγώ που τόλμησα να ονειρευτώ...
Θέλω να ουρλιάξω, να κλάψω δυνατά, να αφήσω τη θλίψη και τον πόνο να με εξαϋλώσουν...

 
Φοβάμαι, κρυώνω, είμαι ολομόναχη σε μια εχθρική παραλία γεμάτη άγρια βράχια. Περπατάω ξυπόλητη πάνω σε αιχμηρές πέτρες, τα πόδια μου είναι καταματωμένα, σε λίγο θα σωριαστώ κάτω και δεν θα σηκωθώ ποτέ ξανά. Κι αν είμαι τυχερή όπως η Ζωή, θα με καταπιεί η παλίρροια. Δεν έχω καρδιά πια, λες και την έσπασαν αφού πρώτα τη γέμισαν καρφιά. Όλη μου η δύναμη είναι αυτό που γράφω, η μόνη βοήθεια για να μη βουλιάξω..."

Τα θεμέλια του χρόνου συνθλίβονται σε ένα κλάσμα δευτερολέπτου και σε μια αιωνιότητα.
Βγαίνει στο δρόμο, όχι για να παίξει, ποτέ δεν έπαιζε στο δρόμο. Έτσι κι αλλιώς ο δρόμος είναι άδειος από παιδιά, έρημος. Καρφώνει το βλέμμα της στην ευθεία, προσπαθεί να διακρίνει πού τελειώνει ο δρόμος. "Θα περπατήσω και θα το βρω το τέλος", σκέφτεται. 


Νομίζει πως διακρίνει μια σιλουέτα που έρχεται προς το μέρος της. Ανοίγει το βήμα της. Δεν ξέρει γιατί, αλλά βιάζεται να την συναντήσει. Περνάει από δίπλα της. Είναι μια γυναίκα, ψηλή, υπερβολικά αδύνατη, αποστεωμένη σχεδόν. Έχει μαύρα μακριά μαλλιά, μάτια τεράστια σε κόγχες βαθουλωμένες, το στόμα της μια λεπτή κόκκινη γραμμή πάνω στο ανέκφραστο πρόσωπό της.  Η γυναίκα αδιάφορη την προσπερνάει, η μικρή όμως γυρίζει και τρέχει ξοπίσω της. "Μια τσιγγάνα", σκέφτεται. Μέσα της ίσως και να ξέρει ότι αυτή η γυναίκα δεν είναι βέβαια τσιγγάνα, μα δεν τη νοιάζει, δεν θέλει να το πιστέψει. Θέλει να μάθει, πρέπει να μάθει. 


"Εεειι... περίμενε!" Η γυναίκα γυρνάει. Το κορίτσι ασυναίσθητα κάνει ένα βήμα πίσω. Όχι γιατί η όψη της γυναίκας είναι αποκρουστική, αλλά γιατί είναι παραπάνω αληθινή απ' όσο μπορεί να αντέξει κανείς. Ίσως τελικά δεν ήταν καλή ιδέα να την κυνηγήσει. Κανείς δεν την υποχρεώνει βέβαια να μείνει εκεί. Παιδί είναι, μπορεί να έκανε λάθος. Το βλέμμα της γυναίκας όμως, αιχμηρό, σπαθί που πέφτει πάνω σε κάθε δικαιολογία και την κόβει στα δύο, δεν αφήνει περιθώρια για παιδικά λάθη. Η μικρή μηχανικά βάζει το χέρι της στην τσέπη της, βγάζει κάτι κέρματα και τα δείχνει στη γυναίκα: "Θα μου πεις;" Η γυναίκα μένει σιωπηλή. "Θα μου πεις;"

«Κράτησε τα κέρματά σου, μικρή. Θα τα χρειαστείς αργότερα... Ένα κέρμα για να το πετάξεις σε ένα πηγάδι μαζί με μια ευχή, ένα για να το παίξεις κορώνα-γράμματα. Κι ένα κέρμα για τον Βαρκάρη." 

Το κορίτσι αλαφιασμένο εισβάλλει στο δωμάτιο. Ανοίγει ντουλάπες, ψάχνει συρτάρια. 
"Τι γυρεύεις;" 
"Σφαίρες." 
"Τι τις θες;" 
"Να σκοτώνω κάθε τελευταία ελπίδα."
 
Η γιαγιά δεν σηκώνει τα μάτια από το βελονάκι της, νομίζεις πως ούτε καν άκουσε τι είπες. "Μια ψυχή χωρίς καμιά άμυνα γίνεται πληγή με το παραμικρό, ακόμα και για μια φευγαλέα ματιά που περίμενε και δεν έπεσε πάνω της. Γίνεται πληγή και αργοπεθαίνει κάθε στιγμή γιατί είναι αδύναμη, εντελώς ανήμπορη.
 
Κι όλοι νομίζουν πως τα έχεις όλα κι από εγωισμό και κακό χαρακτήρα δεν σου φτάνουν. Κι αυτό που δεν κατάλαβε ποτέ κανείς είναι ότι το μόνο που ήθελες ήταν να γαντζωθείς σε ένα χέρι για να πάψεις να φοβάσαι, για να μην είσαι πια μόνη σ' εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο. Ουρλιάζει το μέσα σου μα κανείς δεν το ακούει.  Κι είναι που οι ψυχές δεν ανασταίνονται σ' αυτόν τον κόσμο, σ' ετούτη τη ζωή... 

Σφαίρες γυρεύεις, μα γιατί να πυροβολήσεις έναν νεκρό;"