Ετικέτες

80's (1) αγανακτισμένοι (1) ανθρακωρύχοι (1) απεργία (1) απολιτικ (1) Αρκετά Καλός (1) Βαρουφάκης (1) Βενιζέλος (1) γάμος (1) γλυκά (1) γλώσσα (1) διήγημα (1) εκλογές 2015 (2) εξουσία (1) επαίτες (1) επιβάτες (1) επιστολή (1) Ζωή Κωνσταντοπούλου (1) ηλεκτρικός (3) θαυμάζω (1) θηλυκότητα (1) καθρέφτης (1) Καλλιθέα (1) κιλά (1) ΚΚΕ (1) κράζω (1) κρίση (1) κυβέρνηση (2) Κύριος (1) Λάλας (1) μάγος (1) μαντήλα (1) Μεγάλη Βρετανία (1) Μέρκελ (1) μέσα κοινωνικής δικτύωσης (1) Μοναστηράκι (2) Μουσουλμανισμός (1) μπούργκα (1) ναρκωτικά (1) ΝΔ (1) Παπαδιαμάντης (1) παραμύθι (2) ΠΑΣΟΚ (1) Πλατεία Δαβάκη (1) πολιτικά ορθό (1) πολιτική ορθότητα (1) ΠΟΤΑΜΙ (1) πρίζα (1) πρωθυπουργός (1) Ρωξάνη (1) Σαμαράς (2) σπολλάτη. παιδιά (1) Σταχτομπούτα (1) ΣΧΕΣΕΙΣ (1) σχέσεις (1) ταινία (1) Ταύρος (2) Τέλειος (1) Τζήμερος (1) τραπέζι (1) Τριανταφυλλίδης (1) Τσίπρας (2) τυρκουάζ (1) υλική στέρηση (1) φεμινισμός (1) φτώχεια (1) Χατζηνικολάου (1) χορευτής (1) Χριστούγεννα (1) χωριό του Άι Βασίλη (1) ψήφος (1) AIDS (1) Barbie (1) Da Capo (1) facebook (1) gay (1) jumbo (1) LGSM (1) lifestyle (1) Matthew Warchus (1) pride (1) social media (1) tweet (1) twitter (1)

Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

ΚΑΝΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ...







ΚΑΝΕΝΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙ...

Έψαχνε τον γκρεμό για να πετάξει τον χαρταετό της, από τα υπόλοιπα παιδιά αποκομμένη. Δεν ήθελε να τον δει να ανεβαίνει ψηλά στον ουρανό, αλλά να γκρεμίζεται στο βάραθρο.

Κι έπειτα, γρήγορα γρήγορα αποτραβιόταν. Καλύτερα μόνη της, χωρίς χαρταετό.  Κάθε επόμενο πρωί όμως, θα έφτιαχνε έναν καινούργιο και θα ξεκινούσε για το ξέφωτο. Όσο πλησίαζε προσπαθούσε να κοιτάζει ευθεία, το λιβάδι. Όμως ακόμα κι αν δεν κοιτούσε προς τη μεριά του, ήξερε πως ο γκρεμός ήταν λίγο πιο πέρα. Ακόμα και με μάτια κλειστά ήξερε το δρόμο. Και γι' αυτό τον έβρισκε. Κάθε φορά. 

Από όλα τα παιχνίδια μόνο ένα τρενάκι αγαπούσε, γιατί μ' αυτό μπορούσε να γυρίσει όλο το κόσμο. Λες και η καρδιά είχε σταματήσει να χτυπάει. Στα δέκα, μπορεί και έντεκα.  Να γίνει η πριγκήπισσα κάποιου. Αυτό ήθελε; Να πάψει να κλαίει ήθελε. Να σωθεί ήθελε. 

Σε γιορτές πια δεν πήγαινε, την κούραζαν οι φωνές, την αηδίαζαν τα γέλια. 

"Θέλεις να παίξουμε;" Ήθελε, πώς όχι; Ποιο παιδί δεν λαχταράει το παιχνίδι; 

Τα χρόνια κύλησαν, δεν πειράζει που δεν είχε παίξει αρκετά, τώρα πια ήταν μεγάλο παιδί.

"Αυτό είναι για σένα." Τον κοίταξε παραξενεμένη. Μια κούκλα; Κάποια άλλη στη θέση της μπορεί και να γελούσε. Δεν γέλασε όμως, λίγο ήθελε να βάλει τα κλάματα. Πάνινη, ροζ, γελαστή. "Τι να την κάνω;" "Όταν εγώ δεν θα είμαι εδώ, να την κρατάς αγκαλιά τα βράδια που κοιμάσαι." "Μα δεν είμαι παιδί πια." "Νομίζεις."

Για ένα παιδί που πέταγε το χαρταετό του στο γκρεμό, μια πάνινη ροζ γελαστή κούκλα ήταν έξω από τον κόσμο του. Ήταν επιστροφή σε ένα ξέγνοιαστο παιδικό όνειρο που δεν ξημέρωσε ποτέ. Ήταν η υπόσχεση "θα σε κρατάω πάντα, δεν θα σε αφήσω ποτέ μόνη σου, ακόμα κι όταν λείπω."

Συνεχίζεται...