Ετικέτες

80's (1) αγανακτισμένοι (1) ανθρακωρύχοι (1) απεργία (1) απολιτικ (1) Αρκετά Καλός (1) Βενιζέλος (1) γάμος (1) γλυκά (1) γλώσσα (1) διήγημα (1) εκλογές 2015 (1) επαίτες (1) επιβάτες (1) επιστολή (1) ηλεκτρικός (3) θαυμάζω (1) θηλυκότητα (1) καθρέφτης (1) Καλλιθέα (1) κιλά (1) ΚΚΕ (1) κράζω (1) κρίση (1) κυβέρνηση (1) Κύριος (1) μάγος (1) μαντήλα (1) Μεγάλη Βρετανία (1) Μέρκελ (1) μέσα κοινωνικής δικτύωσης (1) Μοναστηράκι (2) Μουσουλμανισμός (1) μπούργκα (1) ναρκωτικά (1) ΝΔ (1) Παπαδιαμάντης (1) παραμύθι (2) ΠΑΣΟΚ (1) Πλατεία Δαβάκη (1) πολιτικά ορθό (1) πολιτική ορθότητα (1) ΠΟΤΑΜΙ (1) πρίζα (1) πρωθυπουργός (1) Ρωξάνη (1) Σαμαράς (2) σπολλάτη. παιδιά (1) Σταχτομπούτα (1) ΣΧΕΣΕΙΣ (1) σχέσεις (1) ταινία (1) Ταύρος (2) Τέλειος (1) Τζήμερος (1) τραπέζι (1) Τσίπρας (2) τυρκουάζ (1) υλική στέρηση (1) φεμινισμός (1) φτώχεια (1) χορευτής (1) Χριστούγεννα (1) χωριό του Άι Βασίλη (1) ψήφος (1) AIDS (1) Barbie (1) Da Capo (1) facebook (1) gay (1) jumbo (1) LGSM (1) Matthew Warchus (1) pride (1) social media (1) tweet (1) twitter (1)

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

ΔΑΜΑΛΙΣ, by Papyrus






ΔΑΜΑΛΙΣ

Δωμάτιο σε ακριβό ξενοδοχείο. Χαμηλός φωτισμός. Ένα διπλό κρεβάτι στη δεξιά πλευρά της σκηνής, δίπλα του ένα κομοδίνο και πάνω του η φωτογραφία ενός νεαρού γύρω στα 16. Απέναντι ένας καθρέφτης και μια κομψή γυναικεία τουαλέτα. Κοντά στο μέσο της σκηνής ένα τραπεζάκι με δύο πολυθρόνες. Αριστερά ένα παράθυρο κλειστό με τραβηγμένη κουρτίνα, με θέα τους τρούλους μιας εκκλησίας να υψώνονται στον ουρανό. Σιγά-σιγά, ανεβαίνει ο φωτισμός και χαμηλώνει η μουσική –Το Ποτάμι του Χρόνου, Σταύρος Λάντσιας. Ανοίγει η πόρτα του δωματίου και μπαίνουν η Πασιφάη και ο Δαίδαλος. Η Πασιφάη φοράει μαύρη στενή ψηλόμεση φούστα, μαύρο σακάκι, λευκό πουκάμισο με βαθύ μπούστο και ένα κόκκινο φουλάρι γύρω από το λαιμό της. Ο Δαίδαλος φοράει ένα γκρι κοστούμι, λευκό πουκάμισο και γραβάτα.


ΠΑΣΙΦΑΗ: Επιτέλους! Πίστευα ότι δεν θα τελειώσει ποτέ αυτό το ταξίδι.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που κλωτσάει την πόρτα πίσω του για να κλείσει. Αφήνει τις δύο βαλίτσες που κρατάει: Κι όμως, τελείωσε! Τώρα μπορείς να ξεκουραστείς και να ηρεμήσεις.

Η Πασιφάη αφήνει την τσάντα της κι ένα νεσεσέρ που κρατάει και κοιτάει γύρω της.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Πολύ ωραίο δωμάτιο. Κοιτάει πιο επισταμένα. Δεν έχει τηλεόραση ή μου φαίνεται;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ναι, εγώ το έχω ζητήσει. Έχω όμως αυτό το ραδιόφωνο. Της δείχνει. Το έχω συντονίσει σε έναν τοπικό σταθμό. Παίζει παλιά τραγούδια και λέει ειδήσεις. Αρκετό και για ενημέρωση και για ψυχαγωγία, δε βρίσκεις;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Κι όμως, τον καιρό της Κνωσού όχι μόνο έβλεπες τηλεόραση αλλά σε έβλεπαν και πολύ συχνά! Πάντα υπήρχε μια ευκαιρία για μια συνέντευξη! Η Σικελία σε άλλαξε!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Με κουράζει πια αυτή η αδιάκοπη παρέλαση εικόνων. Εξ άλλου, μόνη σου το είπες: «τον καιρό της Κνωσού». Αυτός ο καιρός έχει τελειώσει πια. Δεν ξέρω αν η Σικελία με άλλαξε, πάντως σίγουρα μου έδωσε μια ηρεμία που είχα χρόνια να αισθανθώ. Δεν έχει τον πλούτο και την πολυτέλεια της Κνωσού, αλλά ούτε και την αλαζονεία της. Σε μια προσπάθεια να αλλάξει θέμα, Πώς σου φαίνεται το ξενοδοχείο;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Έχει έναν αέρα πολύ ρομαντικό.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Είναι από τα πιο παλιά ξενοδοχεία στο Παλέρμο.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Έρχεσαι συχνά στο Παλέρμο, ε;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ναι, τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα. Και μένω πάντα εδώ. Βγάζει το σακάκι του και το πετάει πάνω στο κρεβάτι και χαλαρώνει τη γραβάτα του .

ΠΑΣΙΦΑΗ: Και το σπίτι στην Κύμη;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Το σπίτι στην Κύμη μου το παραχώρησε ο Κώκαλος όταν πρωτοήρθα.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Προφανώς είστε πολύ φίλοι με τον Κυβερνήτη της Κύμης.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Γίναμε, στην πορεία. Θες κάτι να πιείς; Η Πασιφάη γνέφει αρνητικά. Ο Δαίδαλος πηγαίνει στο μπαρ και φτιάχνει ένα ποτό. Ο Κώκαλος με φιλοξένησε το πρώτο διάστημα που ήρθα στη Σικελία. Θαύμαζε τη δουλειά μου από παλιά, από τον καιρό της Αθήνας. Μάλιστα το διάστημα που ήμουν στην Κνωσό μου είχε ζητήσει να αναλάβω την κατασκευή του νέου κυβερνείου του… Μια παύση. Φυσικά όπως καταλαβαίνεις αυτό δεν ήταν δυνατό… Τέλος πάντων. Όταν τελικά ήρθα, με βοήθησε να κάνω δυο-τρεις χρήσιμες γνωριμίες. Με ξαναέβαλε στο παιχνίδι.

ΠΑΣΙΦΑΗ, με μια διάθεση να τον πειράξει: Μ’ άλλα λόγια, είσαι πάλι ο εκλεκτός μηχανικός ενός ισχυρού!  Με πόση συνέπεια και καλή τύχη εργάζεται το πεπρωμένο σου!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, με μια δόση πικρίας και ειρωνείας στο ύφος: Καλότυχο πεπρωμένο να είσαι ο εκλεκτός του Μίνωα…

ΠΑΣΙΦΑΗ, που αντιλαμβάνεται την αλλαγή στη διάθεσή του: Με συγχωρείς, ήθελα μόνο να αστειευτώ…

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που της χαμογελάει: Δεν πειράζει καρδιά μου. Μια μικρή παύση. Λοιπόν, δε μου είπες. Πώς σου φάνηκε ο Κώκαλος;

ΠΑΣΙΦΑΗ, που ανασηκώνει αδιάφορα τους ώμους: Όταν πήγα στην Κύμη για να παραλάβω τη σορό του Μίνωα προσπάθησα να έχω όσο το δυνατόν λιγότερες επαφές.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Με τον Κώκαλο;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Με όλους. Αλλά τον Κώκαλο, φίλε μου, αυτόν, δεν μπορείς να τον αποφύγεις!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, με γελαστό ύφος: Η αλήθεια είναι ότι είναι ιδιαιτέρως χαρίεις και κοινωνικός!

ΠΑΣΙΦΑΗ, που επίσης χαμογελάει: Ζαλάδα σκέτη! «Και πώς είστε, αγαπητή; Αν χρειαστείτε ό,τιδηποτε μη διστάσετε να μου το ζητήσετε.» Σταματάει για λίγο. Του έχεις μιλήσει για μας;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Εξομολογήσεις μεταξύ ανδρών… Γιατί; Είπε κάτι που σε έθιξε;

ΠΑΣΙΦΑΗ, που κουνάει αρνητικά το κεφάλι: Όχι, κάθε άλλο. Προσπαθούσε ο καημένος με μισόλογα και υπονοούμενα να μου δώσει να καταλάβω πως είσαι καλά και ασφαλής. Κι από την άλλη, όλη του η συμπεριφορά είχε μέσα της μια ένταση και μια νευρικότητα. Σα να ήθελε κάτι να κρύψει…

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Δεν μπορώ να φανταστώ τι θα ήθελε να κρύψει. Αυτό που μπορώ όμως να σου πω με βεβαιότητα είναι ότι ο θάνατος του Μίνωα τον αναστάτωσε πάρα πολύ. Και απόλυτα δικαιολογημένα. Ένας απροσδόκητος επισκέπτης πεθαίνει στην Αυλή του. Κι όχι κάποιος τυχαίος, αλλά ο Μίνωας.  Δεν ήταν σε θέση να ξέρει πώς σκόπευε η Κρήτη να διαχειριστεί την υπόθεση. Κι αυτός ήταν ο φόβος όλων μας. Σου είπε κάτι άλλο;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Τις γνωστές τυπικότητες, πως η πολιτεία της Κύμης και ο ίδιος προσωπικά είναι πάντα στο πλευρό μου και στη διάθεσή μου και ότι οπωσδήποτε λυπόταν πάρα πολύ για το θάνατο του Μίνωα αλλά και για το ότι αυτό το ατυχές συμβάν έλαβε χώρα στην Αυλή του! Γυρνάει προς τον Δαίδαλο. Ο θάνατος του Μίνωα, ατυχές συμβάν;! Γελάει.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που εξακολουθεί να έχει χαμογελαστό ύφος: Όχι και τόσο επιτυχής χαρακτηρισμός, ε;

ΠΑΣΙΦΑΗ, που ξαφνικά σοβαρεύει: Εσύ τι λες; Ήταν;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ε δεν λες το θάνατο ενός βασιλιά, και δη του Μίνωα «ατυχές συμβάν»!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Δεν εννοώ αυτό, Δαίδαλε!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Συγγνώμη, αλλά δεν νομίζω ότι σε παρακολουθώ…

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ήταν ο θάνατος του Μίνωα μια σύμπτωση; Δυσάρεστη κατά τον Κώκαλο;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Κι εξακολουθώ να μην σε καταλαβαίνω.

ΠΑΣΙΦΑΗ, Κομπιάζει για λίγο: Τίποτα, ασ’ το. 

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Τι τίποτα; Τι θες να πεις;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Τίποτα, Δαίδαλε! Σου είπα, ασ’το! Είμαστε και οι δύο πολύ κουρασμένοι. Πηγαίνει προς το μέρος του. Τον αγκαλιάζει. Τελικά νομίζω ότι θα ήθελα ένα ποτό.

Χαμογελάει ενώ βγάζει το σακάκι της.

Όταν κατάλαβε ότι έχεις φύγει από την Κρήτη, έγινε έξαλλος. Ο Δαίδαλος την κοιτάει, σαν να μην έχει καταλάβει.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ο Μίνωας. Σαν αγρίμι μέσα σε κλουβί.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ένας ένοχος που δεν είχε καταφέρει να τιμωρήσει, ε;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ήταν κάτι περισσότερο από αυτό. Ένα μίγμα οργής και… θαυμασμού.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Θαυμασμού;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Του είχες δώσει το σύμβολο της παντοδυναμίας του και τώρα κατάφερνες να το νικήσεις και να ξεπεράσεις τον ίδιο σου τον εαυτό. Είχες μια εξουσία που ο Μίνωας δεν θα μπορούσε ποτέ να αποκτήσει. Και τώρα ήθελε μανιωδώς να σε βρει και να σε φέρει πίσω στην Κρήτη.  Δεν ξέρω αν ήθελε να σε φυλακίσει στο Λαβύρινθο, να σε θανατώσει ή να σου αναθέσει ένα καινούργιο σχέδιο, μια νέα αποστολή που θα τον οδηγούσε σε νέους θριάμβους. Το σημαντικό για εκείνον ήταν να σε έχει ο ίδιος. Η δύναμη της γνώσης ξεπέρναγε την πολιτική εξουσία. Έτρεμε στην ιδέα ότι θα αποφάσιζες να συνεργαστείς με κάποιον άλλο ηγέτη. Η Αθήνα είχε ήδη σηκώσει κεφάλι. Κι είχε κάθε λόγο να σε υποδεχτεί ως ήρωα, να σου δώσει άσυλο. Ο Μίνωας λοιπόν έπρεπε πάση θυσία να σε βρει. Κι έπρεπε να πεθάνει για να σε βρω κι εγώ…

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ο μόνος τρόπος για να σε προστατέψω ήταν να μην μάθεις πού είμαι!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Μήπως δεν με εμπιστευόσουν;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Μη λες ό, τι θέλεις! Ήξερα πως ο Μίνωας είχε παντού σπιούνους και κατασκόπους όπως ήξερα ότι υπήρχε ένας κρυφός λογαριασμός από τον οποίο πλήρωνε κι εξαγόραζε πρεσβευτές, γραμματείς υπουργείων, στρατιωτικούς ακολούθους άλλων χωρών. Φαντάζεσαι ότι δεν θα παρακολουθούσε την αλληλογραφία σου και τις επικοινωνίες σου; Δεν με ενδιέφερε αν θα μάθαινε πού βρίσκομαι. Αυτό που με ένοιαζε ήταν να μη μάθει τη σχέση σου μαζί μου. Ήσουν μόνη σου στην Κνωσό κι εγώ πολύ μακριά για να μπορέσω να κάνω κάτι! Ήμουν βέβαιος ότι θα με έβρισκε, ήταν ζήτημα χρόνου να με εντοπίσει. Στην Κρήτη μπορεί να μην είχατε ιδέα πού θα πήγαινε, αλλά στη Σικελία τον περιμέναμε. Όταν μάθαμε με τον Κώκαλο ότι ο Μίνωας έφυγε από την Κρήτη καταλάβαμε ότι σύντομα θα χτύπαγε την πόρτα μας.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Επομένως είχατε χρόνο να προετοιμαστείτε…

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Δεν ήταν τόσο θέμα προετοιμασίας όσο καλού συντονισμού. Το βράδυ που ο Μίνωας ταξίδευε από την Ιταλία εδώ, εγώ ήμουν καθ’ οδόν προς την Ιταλία.

Η Πασιφάη τον κοιτάει κάπως έκπληκτη.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, με ένα χαμόγελο: Είχε κι ο Κώκαλος τους κατασκόπους του…

Η Πασιφάη κάθεται μπροστά στον καθρέφτη. Ο Δαίδαλος της φέρνει το ποτό της και στέκεται από πάνω της.



ΠΑΣΙΦΑΗ: Πόσο θα’ θελα να δω τι μούτρα έκανε όταν έφτασε στην Κύμη μόνο για να μάθει πως δεν ήσουν εκεί!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Απ’ όσα μου μετέφερε ο Κώκαλος, προσπάθησε να κρατήσει τους τύπους. Υποτίθεται πως ήταν σε ταξίδι αναψυχής, γι’ αυτό και ταξίδευε incognito. Ο ερχομός του λοιπόν στην Κύμη ήταν συμπτωματικός και άλλα τέτοια. Η απογοήτευση του προφανώς δεν μπορούσε να κρυφτεί. Με διακριτική επιμονή προσπαθούσε να αποσπάσει οποιαδήποτε πληροφορία γινόταν από τον Κώκαλο.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Κι ο Κώκαλος;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, με ένα χαμόγελο: Βούτυρο στο ψωμί του Κώκαλου τέτοιες καταστάσεις! Οπωσδήποτε δεν μπορούσε να αρνηθεί ότι έμενα στη Σικελία, κάτι τέτοιο θα ήταν τουλάχιστον γελοίο και τελικά αναποτελεσματικό. Έτσι δεν σταμάτησε να εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι ο Μίνωας δεν κατάφερε να συναντήσει τον παλιό και αγαπημένο συνεργάτη του! Και ζητούσε συγγνώμη επειδή αυτός με είχε στείλει επαγγελματικό ταξίδι στη Νίκαια. Σταματάει για λίγο. Γελάει. Είμαι σίγουρος ότι ο Κώκαλος το διασκέδασε απίστευτα όλο αυτό!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Επικίνδυνη αίσθηση του χιούμορ έχει ο Κώκαλος! Άρα λογικά, ο επόμενος σταθμός του Μίνωα θα ήταν η Γαλλία;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Αν υποθέσουμε ότι πίστεψε όσα του είπε ο Κώκαλος, ναι. Και με ένα πονηρό χαμόγελο, Αλλά τώρα δεν θα μάθουμε ποτέ.

Μια παύση. Η Πασιφάη δείχνει σκεπτική.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, σε μια προσπάθεια να ανοίξει μια άλλη συζήτηση: Αλήθεια, δεν μου είπες πώς ήταν τα πράγματα αυτές τις μέρες στην Κρήτη. Πώς αντέδρασε η Μινωϊκή πολιτεία στο θάνατο του βασιλιά της;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Όπως κάθε πολιτεία που σέβεται τον εαυτό της.  Στην αρχή με έκπληξη. Ήταν ξαφνικό, όχι βέβαια και απροσδόκητο… Τέλος πάντων. Κηρύχθηκε τριήμερο εθνικό πένθος, οι δημόσιοι λειτουργοί δεν πήγαν στις υπηρεσίες τους, τα παιδιά δεν πήγαν σχολείο, οι σημαίες κυμάτιζαν μεσίστιες. Υπουργοί, στρατιωτικοί διοικητές και αξιωματούχοι και αντιπροσωπείες από ξένα κράτη μπαινόβγαιναν στα ανάκτορα για να μου υποβάλουν τα συλλυπητήριά τους. Ιερατείο και στρατός στολίστηκαν, πρώτοι πάντα σε τέτοιου είδους περιστάσεις. Κι έπειτα στην κηδεία, όλοι αυτοί κι άλλοι τόσοι ήρθαν δήθεν να συνοδέψουν το  Μίνωα στην τελευταία του κατοικία. Επικήδειοι λόγοι γεμάτοι από πατριωτικές κορώνες, λόγια κενά από περιεχόμενο, αηδιαστικά επαναλαμβανόμενες στερεοτυπίες. Σταματάει για λίγο. Το ‘βλεπες όμως στα μάτια τους.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ποιο;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Το μίσος που χρόνια μαζευόταν. Είχε κατασταλάξει μέσα τους κι έβγαινε στα μάτια τους σα μια στωική ικανοποίηση. Ο αδελφός που τους παραγκώνισε και με δόλο τους πήρε την εξουσία, ο δυνάστης που εξανάγκαζε συμμαχίες και ταπείνωνε τις χώρες τους, ο πατέρας που τους αποκλήρωσε. Στην τελευταία αποστροφή έχει έναν κόμπο στο λαιμό. Συνεχίζει. Η Αριάδνη ήρθε μόνο επειδή την παρακάλεσα εγώ. Έχω την αίσθηση πως αυτό το παιδί δεν το αγάπησε ποτέ. Σαν κάτι να τον κρατούσε μακριά της. Λες κι έβλεπε πως η Αριάδνη θα τον νικούσε μια μέρα… Σταματάει για λίγο. Και το πιο δύσκολο πράγμα για μένα τη μέρα της κηδείας του Μίνωα ήταν να κρύψω τη συμφωνία στο δικό μου βλέμμα, να καλύψω τη συγκατάνευση μου στο ύφος τους, να μην τους επιστρέψω την ίδια στωική ικανοποίηση, καθώς δεχόμουν τα συλλυπητήριά τους. Κι έπειτα… Σταματάει ξανά.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Έπειτα, τι;

Η Πασιφάη ξαφνικά βάζει τα γέλια.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Τι έγινε; Γιατί γελάς;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Φαντάζομαι τα πρωτοσέλιδα των αυριανών εφημερίδων: «αχώνευτη βασίλισσα, εύθυμη χήρα!» Συνοφρυώνεται. Τώρα θα βρουν την ευκαιρία να ξεράσουν όση χολή και φαρμάκι μου φυλάγανε για χρόνια.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ε και; Τι σε νοιάζει; Δεν υπάρχει τίποτα πια που να σε δένει με τον Μίνωα και το βασίλειό του. Απολύτως τίποτα. Ως χήρα έπραξες το καθήκον σου. Ήρθες στην Σικελία, παρέλαβες τη σορό του, τον κήδεψες με όλες τι τιμές στην πατρίδα του…

ΠΑΣΙΦΑΗ, που τον διακόπτει: … κι επέστρεψα στη Σικελία για να βρω τον εραστή μου. Που από μια μαγική σύμπτωση βρισκόταν μόνο μερικά χιλιόμετρα μακριά από την πόλη όπου μυστηριωδώς πέθανε ο Μίνωας. Πολύ βολικό, ε;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Βολικό ίσως, αλλά καθαρά συμπτωματικό. Ο Μίνωας πέθανε από ανακοπή την ώρα που έκανε μπάνιο. Δεν βλέπω που το πας.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ο Μίνωας είχε έρθει στη Σικελία για να βρει εσένα.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ναι. Αλλά δεν πρόλαβε. Και δεν κρύβω τη χαρά μου γι’ αυτό.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ο τελευταίος άνθρωπος που τον είδε ζωντανό ήταν ο Κώκαλος, ο επιστήθιος φίλος σου! Σύμπτωση κι αυτό;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Προφανώς. Της χαμογελάει. Αλλά κάτι μου λέει ότι δεν έχω απαντήσει στην ερώτηση που δεν κάνεις.

ΠΑΣΙΦΑΗ, που ξανακοιτάζεται στον καθρέφτη και λύνει την αλογοουρά της. Ειλικρινά, καθόλου δεν με μοιάζει αν ο Μίνωας έπαθε ανακοπή ή αν κατάπιε τη γλώσσα του την ώρα που κοιμότανε. Ξαφνικά σοβαρεύει. Γυρίζει προς τον Δαίδαλο. Δεν θέλω να με κυνηγάει ο θάνατός του. Αυτό μόνο.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που αποκτά ξαφνικά ένα ύφος σκεπτικό. Ούτε κι εγώ.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Είσαι σίγουρος λοιπόν ότι δεν έχεις εσύ ή ο Κώκαλος κάποια ανάμιξη στο θάνατο του Μίνωα; Ή ακόμα κι αν έχεις –και καθόλου δε με νοιάζει, στο ξαναλέω- είσαι απόλυτα σίγουρος ότι κανείς δεν θα μας κυνηγήσει; Ότι σήμερα, αύριο, δεν θα χτυπήσει την πόρτα αυτού του δωματίου ένας αστυνομικός ζητώντας μας ευγενικά να τον ακολουθήσουμε στο τμήμα για μια συμπληρωματική κατάθεση; Ότι δεν υπάρχει ούτε ένα στοιχείο που να συνδέει εσένα ή τον Κώκαλο με το θάνατο του Μίνωα; Κι έχεις τόση εμπιστοσύνη στον Κώκαλο; Ότι δεν θα σε προδώσει;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Μα τι σ’ έπιασε τώρα; Κατ’ αρχάς, τι σε κάνει να πιστεύεις ότι έχω κάποια σχέση με το θάνατο του Μίνωα;  Ή ο Κώκαλος;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Είπες πριν πως ήταν θέμα χρόνου να σε βρει. Τότε…

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Τότε τι;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Γιατί ήρθες στη Σικελία; Γιατί στη Σικελία κι όχι κάπου αλλού; Αν είχες επιλέξει κάποιο άλλο μέρος, αυτό δεν θα σου εξασφάλιζε περισσότερο χρόνο; Έτσι όπως το περιγράφεις, η Σικελία ήταν ο προφανής προορισμός. Μια σιωπή. Η Πασιφάη χαμογελάει σαρδόνια. Το είχες σκεφτεί από την αρχή, έτσι δεν είναι;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Μα τι λες τώρα; Ο Μίνωας θα μπορούσε να με ξετρυπώσει σχεδόν παντού…

ΠΑΣΙΦΑΗ, που τον διακόπτει: … σχεδόν παντού. Κι από όλα τα σχεδόν παντού, εσύ διαλέγεις το λιγότερο σχεδόν! Γιατί ήθελες να μάθει πού είσαι!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Είσαι καλά; Είναι δυνατόν να πιστεύεις πως ήθελα να με βρει ο Μίνωας;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Δεν με προσέχεις! Δεν είπα πως ήθελες να σε βρει. Είπα πως ήθελες να μάθει πού είσαι!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Πασιφάη, ειλικρινά, για μια φορά ακόμα, δεν μπορώ να σε παρακολουθήσω…

ΠΑΣΙΦΑΗ, πάντα με το ίδιο χαμόγελο: Εγώ όμως μπορώ να παρακολουθήσω απόλυτα τον τρόπο που σκέφτηκες! Θα μπορούσες να κρυφτείς οπουδήποτε, επέλεξες όμως τον τόπο που ίσως πρώτα απ’ όλους θα ερευνούσε! Ο Δαίδαλος την κοιτάζει με μια συγκρατημένη απορία, χωρίς να μιλάει. Ήθελες να σε βρει στη Σικελία, γιατί στη Σικελία ήσουν εσύ ο δυνατός! Ό, τι έχανες σε χρόνο, το κέρδιζες σε συμμαχία!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που τώρα σηκώνει τον τόνο του: Η Σικελία ήταν ο προφανής προορισμός. Και για μένα αποδείχθηκε ο πιο ασφαλής γιατί είχα τη στήριξη του Κώκαλου. Δεν λέμε κάτι διαφορετικό!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Έλα τώρα, Δαίδαλε! Ο Μίνωας ξεσηκώνεται από την Κρήτη για να έρθει στη Σικελία για να βρει εσένα. Φτάνει στην Αυλή του Κώκαλου, φίλου και προστάτη σου. Και πεθαίνει! Ποιος θα ήταν τόσο αφελής ώστε να μην κάνει τους συσχετισμούς, τόσο τυφλός να μη δει το προφανές;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Πασιφάη, επιτέλους, σταμάτα! Μια μικρή παύση. Συνεχίζει με αυστηρό, απόλυτο ύφος. Συσχετισμούς μπορεί να κάνει όποιος έχει όλα τα δεδομένα, το παρελθόν και τις σχέσεις των ανθρώπων. Για την Αστυνομία της Σικελίας ο Μίνωας ήταν απλώς ένας σημαίνων επισκέπτης που βρισκόταν σε ταξίδι αναψυχής. Ένας σημαίνων αλλά άτυχος επισκέπτης. Ήρθε μόνος του, ανεπίσημα. Εσύ η ίδια μου είπες όταν ήρθες για να παραλάβεις τη σορό του πως στην Κρήτη δεν είχατε ιδέα ότι είχε προγραμματίσει αυτό το ταξίδι! Σταματάει για λίγο. Εκτός… εκτός αν φοβάσαι ότι θα μας κυνηγήσουν άνθρωποι του Μίνωα…

ΠΑΣΙΦΑΗ, με έναν καγχασμό: Άνθρωποι του Μίνωα;! Κανένας δεν είναι «άνθρωπος του Μίνωα»! Σταματάει για λίγο. Τις πρώτες μέρες και όσο εδώ βρίσκονταν σε εξέλιξη οι ανακρίσεις, υπήρχε στην Κνωσό μια μεγάλη αναστάτωση. Φήμες κυκλοφορούσαν από τα υπουργικά γραφεία και τις λαμπερές λεωφόρους μέχρι τα κακόφημα στενά στις παρυφές της πόλης.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Τι φήμες;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Κάθε είδους. Από τις πιο αληθοφανείς μέχρι τις πιο απίθανες. Ο Μίνωας δολοφονήθηκε από μία σέχτα τρομοκρατών πριν καν φτάσει στη Σικελία, ο Μίνωας δολοφονήθηκε από ανθρώπους του Κώκαλου, ο Μίνωας σκηνοθέτησε την εξαφάνισή του. Μέσα σε λίγες ώρες οι διαδόσεις είχαν γίνει ειδήσεις που αναπαράγονταν από κάθε μέσο, ανά πέντε λεπτά.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που τη διακόπτει: Κι όμως, από την πλευρά του Κρητικού κράτους δεν έγινε καμία επίσημη έρευνα σχετικά με το θάνατο του Μίνωα. Λίγο πριν κλείσει  η υπόθεση, έφτασε ένα κλιμάκιο αξιωματούχων της Κυβέρνησης του Μίνωα, αλλά αυτοί το μόνο που έκαναν ήταν να ασχοληθούν με τις διατυπώσεις προκειμένου να μεταφερθεί η σορός στην Κρήτη.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Γιατί αυτές ήταν οι εντολές που είχαν.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Από ποιον;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Από τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Που έπαιρνε εντολές από ποιον;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Από τη Βασίλισσα!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, ελαφρώς καχύποπτος: Και τι ήξερε η Βασίλισσα που έπρεπε να καλύψει;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Απολύτως τίποτα, γι’ αυτό έπρεπε να καλύψει τα πάντα! Μια μικρή παύση. Ο θάνατος του Μίνωα σήμαινε ένα κενό εξουσίας. Μια εξουσία που για χρόνια δεν μοιράστηκε με κανένα και που και οι δυο μας ξέρουμε πώς την απέχτησε… Σταματάει  για λίγο. Πριν έρθω στη Σικελία κάλεσα τον Ραδάμανθυ στα διαμερίσματά μου.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που κοντοστέκεται και την κοιτάει με καχύποπτη απορία: Πάντα σε συμπαθούσε…

ΠΑΣΙΦΑΗ, με ένα αδιόρατο χαμόγελο ειρωνείας: Κάλεσα στα διαμερίσματά μου τον αδελφό του Μίνωα και Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης. Κι εγώ τον συμπαθούσα.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Και ποιο ήταν το αντικείμενο της συνάντησης:

ΠΑΣΙΦΑΗ: Το βασιλικό σκήπτρο παιζότανε στα ζάρια. Ετεροθαλή αδέλφια του Μίνωα, αλλά και τα μπάσταρδα που έσπειρε όλα αυτά τα χρόνια, χωρίζονταν σε στρατόπεδα με εύθραυστες συμμαχίες, ύαινες έτοιμες να αλληλοσπαραχθούν. Ο Ραδάμανθυς ήξερε πολύ καλά ότι εγώ δεν είχα καμία διάθεση να παίξω αυτή την παρτίδα. Ως μεγαλύτερος από τον Σαρπηδόνα,  ήταν ο φυσικός διάδοχος και κληρονόμος του θρόνου… αφού βέβαια ξεκαθάριζε τους λογαριασμούς του με όλους τους προηγούμενους. Μοιράστηκα, λοιπόν,  μαζί του την αγωνία μου πως ο θάνατος του Μίνωα εντασσόταν στο πλαίσιο μιας οργανωμένης ενέργειας με στόχο την πολιτική αποσταθεροποίηση του βασιλείου.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, με ένα πονηρό χαμόγελο: Είχες όντως στοιχεία;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Το σημαντικό είναι ότι στο τέλος της συζήτησης ο Ραδάμανθυς είχε την ίδια αγωνία με μένα.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Τον εξαπάτησες.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ίσως ναι, ίσως όχι.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Τι εννοείς;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ο Ραδάμανθυς ήθελε την εξουσία, το δίχως άλλο. Όταν ο Μίνωας τον έκανε Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης και τον ξαπόστειλε στη Φαιστό, κατάπιε με υπερηφάνεια το χρυσωμένο χάπι. Τον έπνιγε το δίκιο, αλλά δεν είχε το σθένος να τα βάλει με τον Μίνωα. Τώρα μπορούσε επιτέλους να αποκαταστήσει το δίκαιο. Από την άλλη είχε δει τον αδελφό του να του αρπάζει τη βασιλεία στην κυριολεξία μέσα από τα χέρια, με έναν τρόπο χυδαίο και ανίερο. Μπροστά του ανοιγόταν ένας νέος κίνδυνος: ο ορφανός θρόνος να υφαρπαχθεί από μια σπείρα συνωμοτών. Συνάμα όμως ο κίνδυνος αυτός του έδινε και μια μοναδική ευκαιρία: να ανέβει σ’ αυτόν το θρόνο, αδιαφιλονίκητος βασιλιάς που έσωσε τη χώρα του από σίγουρη διάλυση. Ήταν όμως όλα ζήτημα χρόνου, χρόνου πολύτιμου που κυλούσε γρήγορα. Έπρεπε λοιπόν να κάνει μια επιλογή: αν θα σπαταλούσε το χρόνο του διερευνώντας το θάνατο ενός ανθρώπου που μισούσε ή αν θα τον αξιοποιούσε –χρόνο και θάνατο μαζί- προκειμένου να πάρει αυτό που δικαιωματικά του ανήκε. Όλα αυτά ο Ραδάμανθυς τα ήξερε, απλώς χρειαζόταν κάποιον να του τα επισημάνει. Κι έπειτα υπήρχε και κάτι άλλο…

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Τι;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Είχα μείνει ολομόναχη στην Κνωσό, βασίλισσα ενός λαού που δε με ήθελε και δεν εκτιμούσα. Έπρεπε να προλάβω την όποια αντίδραση. Έφτανε μόνο ο Ραδάμανθυς να με υποδείξει όχι ως υπαίτια, απλά ως ύποπτη για τον θάνατο του Μίνωα για να με ποδοπατήσει το πλήθος.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που τη διακόπτει: Νόμιζα ότι υπήρχε μια συμπάθεια μεταξύ σας…

ΠΑΣΙΦΑΗ: Συμπάθεια ναι, εμπιστοσύνη όχι. Αν έμαθα ένα πράγμα κοντά στον Μίνωα όλα αυτά τα χρόνια, αυτό ήταν να μην εμπιστεύομαι κανέναν όταν διεκδικεί την εξουσία. Τα μέτωπα ήταν πολλά και ο Ραδάμανθυς θα μπορούσε να ξεκινήσει από οπουδήποτε. Μπορεί να ήταν ξεκάθαρο ότι δεν με ενδιέφερε η βασιλεία, αλλά ακόμα δεν ήταν ξεκάθαρο στο μυαλό του Ραδάμανθυ πώς ακριβώς θα γινόταν ο ίδιος βασιλιάς. Μια εντυπωσιακή σύλληψη και μια υποδειγματική καταδίκη θα τον έκανε ήρωα του πλήθους που ξέπλυνε το αίμα του αδικοχαμένου βασιλιά, απέδωσε δικαιοσύνη και τώρα με λαμπρότητα ανέβαινε τα σκαλιά στην αίθουσα του θρόνου.… Έπρεπε να τον κάνω φίλο πριν με κάνει εχθρό του. Υπήρχαν πολλοί δρόμοι για να φτάσει στην εξουσία, το μόνο που ήθελα ήταν να ακολουθήσει αυτόν που θα του έδειχνα εγώ.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Τον χειραγώγησες, λοιπόν.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Απλώς έστρεψα την προσοχή του σε αυτό που πραγματικά έπρεπε να αποκατασταθεί: η πολιτική ομαλότητα στην Κρήτη.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Αποσπώντας την προσοχή του από πού;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Από το ποιος σκότωσε το Μίνωα. Έτσι, ο απόηχος των διαδόσεων καλύφθηκε από το βόμβο των  συνωμοσιών. Ένας αόρατος εσωτερικός εχθρός επεδίωκε τη διασάλευση του πολιτεύματος και τελικά τη διάλυση του βασιλείου. Σύντομα η αναστάτωση που προκάλεσε ο θάνατος του Μίνωα έγινε ένα απέραντο πέπλο καχυποψίας:  οι υπουργοί δεν εμπιστεύονταν τους γραμματείς τους, ο διοικητής του στρατού τους αξιωματικούς του. Όλοι μόνιμα κοιτούσαν πάνω από τον ώμο, με μια αγωνία μόνο: «μήπως είμαι εγώ το επόμενο θύμα;». Κι έτσι ήταν πολύ εύκολο να ξεθωριάσει η άλλη αγωνία, που έτσι κι αλλιώς αφορούσε το θάνατο κάποιου άλλου… Τώρα όλοι είχαν  καινούργια φονικά να σχεδιάσουν για ν’ ανοίξουν το δρόμο τους προς το θρόνο. Πού καιρός για να ερευνήσουν το θάνατο του Μίνωα!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Γιατί τόση επιμονή όμως να μην ερευνηθεί ο θάνατος το Μίνωα περαιτέρω; Τι ήθελες να αποφύγεις;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Αυτό που δεν ήξερα, αυτό που φοβόμουν ότι είχε συμβεί. Όσο μισητός κι αν ήταν ο Μίνωας, αν βρισκόταν ο δολοφόνος του, τότε θα έπρεπε να δικαστεί και να τιμωρηθεί.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Και τι σε ένοιαζε αν έμπαινε φυλακή κάποιος άγνωστος σε σένα που στην τελική ανάλυση θα ήταν και ένοχος;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Με ένοιαζε γιατί δεν ήξερα αν ήσουν εσύ ή κάποιος που έχει σχέση μαζί σου!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Τότε άκου! Αν για την Κρήτη ο θάνατος του Μίνωα ήταν μια βολική εξέλιξη, φαντάστηκες ότι στη Σικελία θα αποτελούσε κοσμοϊστορικό γεγονός που θα κινητοποιούσε τις Αρχές για μια εξαντλητική έρευνα; Στην Κρήτη περίμεναν το θάνατό του, εδώ τον εύχονταν!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Θες να πεις ότι η υπόθεση συγκαλύφθηκε;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Κάθε άλλο!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Τότε;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Κανείς δεν έχει την πρόθεση ή την επιθυμία να ανασκαλέψει την υπόθεση. Είναι όλοι ευχαριστημένοι με την απόδοση της δικαιοσύνης.  Έγιναν ανακρίσεις, δόθηκαν καταθέσεις, ο φάκελος έκλεισε! Ο θάνατος του Μίνωα αποδόθηκε σε ανακοπή. Σταματάει για λίγο. Σκέφτεται. Πασιφάη, μήπως υπάρχει κάτι που δεν μου έχεις πει;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Τι εννοείς;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, με ένα αδιόρατο χαμόγελο: Αν εγώ είμαι σίγουρος ότι δεν έχω καμία ανάμιξη στο θάνατο του Μίνωα, αν αποκλείσουμε τον Κώκαλο από τη λίστα των υπόπτων αλλά εσύ εξακολουθείς να ανησυχείς μήπως έρθει στην επιφάνεια κάποιο στοιχείο που θα οδηγούσε την έρευνα σε άλλη κατεύθυνση, τότε μήπως ξέρεις κάτι περισσότερο από μένα;

ΠΑΣΙΦΑΗ, ατάραχη: Με κατηγορείς για κάτι;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Δεν είναι αυτή η πρόθεσή μου. Απλά σου επιστρέφω τις ερωτήσεις που μόλις μου έκανες. Λοιπόν;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Λοιπόν, τι; Μίλα ανοιχτά!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Μα δεν υπαινίσσομαι κάτι. Έχω την ίδια ανησυχία με σένα, μόνο που το κίνητρό μου είναι διαφορετικό: εμένα δε με νοιάζει αν θα με κυνηγήσουν, έτσι κι αλλιώς δεν θα’ ναι πρώτη φορά. Αυτό που με νοιάζει είναι να ξέρω την αλήθεια, για να μπορώ να σε προστατέψω : εμπλέκεσαι με κάποιον τρόπο στο θάνατο του Μίνωα;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Να σου θυμίσω ότι όταν ο Μίνωας πέθανε στη Σικελία, εγώ βρισκόμουν στην Κνωσό;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, πάλι με ένα αδιόρατο χαμόγελο: Κι από πότε η απόσταση είναι πρόβλημα για μια γυναίκα σαν και σένα;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Μου πετάς στα μούτρα την καταγωγή μου; Κι εσύ;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Με συγχωρείς. Δεν ήθελα να πω αυτό. Ήθελα απλώς…

ΠΑΣΙΦΑΗ: Δεν έχει σημασία, Πίστεψέ με. Θες μια απάντηση; Αν μπορούσα να σχεδιάσω το θάνατό του και να πληρώσω έναν εκτελεστή; Προφανώς. Αν μπορούσα να του στείλω το θάνατο στην πόρτα του, ποτισμένο σε ένα πουκάμισο ή σε ένα μπουκάλι κρασί; Και βέβαια. Αν το σκεφτόμουν μέρα-νύχτα; Ναι!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, κοφτά: Υπάρχει κάποιο στοιχείο που θα μπορούσε να σε εμπλέξει στον θάνατο του Μίνωα;

ΠΑΣΙΦΑΗ, ακλόνητη: Απολύτως κανένα.

Κοιτάζονται για λίγο χωρίς να μιλάνε.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που την κοιτάει κατάματα: Κανείς, λοιπόν, δεν θα κυνηγήσει κανέναν. Και κανείς δεν θα προδώσει κανέναν. Ο θάνατος του Μίνωα δεν θα μας ακολουθήσει. Κάθεται στην πολυθρόνα, κουρασμένος. Η Πασιφάη σηκώνεται και τον πλησιάζει.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Πίστευα πως όταν πεθάνει, θα νιώσω ένα βάρος να σηκώνεται από το στήθος μου. Κι όμως, έχω ακόμα το ίδιο βάρος, εδώ. Παράξενο δεν είναι;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Γλυκιά μου, είναι πολύ νωρίς ακόμα. Το ’πες και μόνη σου, έγιναν τόσα πολλά, τόσο σύντομα. Θέλεις χρόνο για να ηρεμήσεις. Προσπαθώντας να αλλάξει λίγο το κλίμα. Θα μπορούσαμε να πάμε ένα ταξίδι. Τι λες;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Μόλις γύρισα από ένα ταξίδι! Καθόλου ευχάριστο πίστεψέ με!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Έλα, Πασιφάη! Τι άρνηση πια! Ένα ταξιδάκι, να γυρίσουμε, ας πούμε, όλη τη Σικελία, ε; Να τη δούμε πόλη-πόλη. Τι λες;

ΠΑΣΙΦΑΗ, μαλακώνει λίγο τον τόνο της: Συγγνώμη, ξανά. Ίσως έχεις δίκιο. Ένα ταξίδι θα μας έκανε καλό.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Και όταν επιστρέψουμε, μπορούμε να εγκατασταθούμε μόνιμα στο Παλέρμο. Εγώ το σκεφτόμουν καιρό. Δεν έχει νόημα πια να πηγαινοέρχομαι από την Κύμη στο Παλέρμο. Αλλά βλέπεις, ήμουν μόνος και δεν μ’ ένοιαζε. Τώρα όμως θα ήταν υπέροχο να έχουμε το δικό μας σπίτι. Μια παύση. Βάζει τα χέρια του στους ώμους της. Εφ’ όσον το θες, φυσικά. Αλλά όλα αυτά έχουμε χρόνο να τα σκεφτούμε!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Να έχουμε το δικό μας σπίτι;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ; Ναι! Έχω βρει μια κουκλίστικη βίλλα, δυο τετράγωνα από εδώ. Αν θες, όταν ξεκουραστείς, μπορούμε να πάμε να τη δούμε. Και βέβαια, αν δε σου αρέσει, μπορώ πάντα να σου χτίσω ένα σπίτι όπως το ονειρεύεσαι. Στο ενδιάμεσο, μπορούμε να μένουμε εδώ ή όπου αλλού θες. Η Πασιφάη δεν ανταποκρίνεται. Ο Δαίδαλος βεβιασμένα αλλάζει θέμα: Μήπως πεινάς; Το ξενοδοχείο έχει καταπληκτική κουζίνα…

ΠΑΣΙΦΑΗ, κουνάει το κεφάλι της αρνητικά. Κι έπειτα, σα να μιλάει περισσότερο στον εαυτό της:  Η Πασιφάη που ξεκίνησε από την κορυφή του κόσμου για να έχει το δικό της σπίτι σε μια γειτονιά του Παλέρμο!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, τώρα φανερά ενοχλημένος: Δεν σε καταλαβαίνω. Τι θέλεις να πεις;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Αλήθεια πιστεύεις πως θα μπορούσαμε να έχουμε το δικό μας σπίτι;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Φυσικά. Γιατί όχι;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Μια ρομαντική βίλλα ή μια μοντέρνα μονοκατοικία, ε;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ό, τι θες.

ΠΑΣΙΦΑΗ: … που η Πασιφάη θα διακοσμήσει με γούστο. Και τις Κυριακές θα έρχονται ο φίλοι μας για φαγητό, στον κήπο, πάντα στον κήπο, κι όλοι θα είναι χαμογελαστοί. Το πλάνο απομακρύνεται, οι άνθρωποι πίνουν κρασί, γελάνε, αστειεύονται και η ταινία τελειώνει. Κάπως έτσι;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Θα μπορούσε να είναι και έτσι. Μα δεν σε καταλαβαίνω. Δε νομίζεις ότι έχουμε ταλαιπωρηθεί αρκετά για μια ζωή; Αρκετά δεν στροβιλιστήκαμε μέσα σε χίλια βάσανα; Δεν χρωστάμε στους εαυτούς μας λίγη ηρεμία; Λίγη ευτυχία; Ναι, αυτό το τελευταίο πλάνο της ταινίας εμείς δεν το ζήσαμε ποτέ. Τώρα είναι η ευκαιρία μας.

ΠΑΣΙΦΑΗ, τον κοιτάζει: Και την αξίζουμε;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Περισσότερο από τον καθένα! Την κερδίσαμε!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Και με τι τρόπους!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Με όλους τους τρόπους! Μα τι σ’ έχει πιάσει απόψε;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Με συγχωρείς. Δεν ξέρω. Μια μικρή παύση. Μέσα σε λίγες μέρες έγιναν τόσο πολλά. Και μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, έγιναν ακόμα περισσότερα.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Έγιναν. Και τέλειωσαν. Ακριβώς έτσι. Κοιτάμε μπροστά τώρα!

ΠΑΣΙΦΑΗ, επαναλαμβάνει μηχανικά: Κοιτάμε μπροστά τώρα. Κι έπειτα από μια μικρή παύση Αυτό ήταν. Δεν θα γυρίσω ποτέ ξανά στην Κνωσό. Ακουμπάει στην πλάτη της καρέκλας.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Φαντάζομαι αυτή η προοπτική σε γαληνεύει.

ΠΑΣΙΦΑΗ, που ανασηκώνει τους ώμους. Ένιωθα πάντα σαν φιλοξενούμενη. Πάντα είχα την αίσθηση ότι η παραμονή μου στην Κρήτη ήταν προσωρινή. Ποτέ δεν ένιωσα την Κνωσό σπίτι μου. Από την πρώτη μέρα που πάτησα το πόδι μου στην Κρήτη, ήξερα ότι θα φύγω. Παράξενο δεν είναι;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Η αλήθεια είναι ότι πάντα υπήρχε μια αποστασιοποίηση, και στα λόγια σου και στη συμπεριφορά σου. Ήταν «οι υπήκοοι του Μίνωα», «το βασίλειο του Μίνωα». Κάποιες φορές μου έδινες την εντύπωση πως ήσουν βασίλισσα απλά και μόνο επειδή ήσουν σύζυγος του βασιλιά. Καμιά υπόθεση της Κρήτης δεν φαινόταν να σε ενδιαφέρει. Λες και ξετυλιγόταν μπροστά σου μια ταινία κι εσύ –όχι, δεν την παρακολουθούσες- μόνο την κοιτούσες. Πάντα πίστευα… Σταματάει, χαμογελάει κάπως αμήχανα. Δεν ξέρω πώς θα το πάρεις αυτό…

ΠΑΣΙΦΑΗ: Τι; Πες.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Θεωρούσα πως ήταν ο χαρακτήρας σου. Μια έμφυτη υπεροψία δε σε άφηνε να συγχρωτισθείς με τον κόσμο του Μίνωα. Για κάθε έναν που σε πλησίαζε –υπουργό, αξιωματούχο της Αυλής, ακόμα και για τον ίδιο το Βασιλιά- είχες ένα μόνιμο βλέμμα ειρωνικής συγκατάβασης. Μια μικρή παύση. Για το λαό δεν είχες βλέμμα, γιατί δεν καταδεχόσουν αν τον κοιτάξεις.

ΠΑΣΙΦΑΗ, καγχάζοντας: Οι επιτελείς του Μίνωα! Μια παρωδία κυβερνητικού συμβουλίου που ο Μίνωας είχε διορίσει για να βουλώσει το στόμα των αντιπολιτευόμενων εφημερίδων που τον χαρακτήριζαν συγκεντρωτικό και φασίστα. Εξέδιδαν υπουργικές αποφάσεις που κατά γράμμα τους είχε υπαγορεύσει ο Μίνωας, ψήφιζαν ομόφωνα «ναι» κάθε μέτρο που θα έφερνε στο τραπέζι ο βασιλιάς τους! Έκλειναν τα μάτια και τα αυτιά τους σε όσες φωνές διαμαρτυρίας ξεσηκώνονταν μέσα κι έξω από το βασίλειο. Γύριζαν την πλάτη στην κατάφωρη καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κάθε φορά που ο περήφανος ηγέτης τους φυλάκιζε, βασάνιζε, εξόριζε ή σκότωνε όσους τολμούσαν να εναντιωθούν στην απάνθρωπη πολιτική του! ! Όσο για το λαό του, υπάκουοι εργάτες, που ο Μίνωας τους γέμιζε το στομάχι και τους άδειαζε το μυαλό! Δεν ήταν ειρωνική συγκατάβαση αυτό που έβλεπες στα μάτια μου. Αηδία ήταν!

Ο Δαίδαλος σηκώνεται και την πλησιάζει.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Πασιφάη, αγάπη μου, υπάρχει κάτι που δε μου λες; Αφού σε πνίγει, το βλέπω.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Κάτι που με πνίγει; Ολόκληρη η ζωή μου με πνίγει! Μια μικρή παύση. Αυτός ο γάμος ήταν η αρχή της δυστυχίας μου.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Αυτός ο γάμος σ’ έφερε σε μένα.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Μέσα από τι διαδρομή όμως! Ξαφνικά γελάει. Και να σκεφτείς ότι πέρασα όλο αυτό μαρτύριο εξ αιτίας του Μίνωα! Δεν είναι τραγική ειρωνεία να κομματιάζεις την ύπαρξή σου για κάποιον που δε σε νοιάστηκε ποτέ;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: «Είναι η γυναίκα μου και η βασίλισσά μου».

ΠΑΣΙΦΑΗ: Τι είπες;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Αυτά ήταν τα  λόγια του Μίνωα την πρώτη φορά που μου μίλησε για σένα: «η γυναίκα μου και η βασίλισσά μου».

ΠΑΣΙΦΑΗ, με έναν καγχασμό: Ένα χαριτωμένο στολίδι από λαμπρή γενιά, ένα καλό χαρτί για να το παίζει τελευταίο στα τραπέζια των διαπραγματεύσεών του. Αυτό ήμουν για τον Μίνωα. Κι έπειτα ένα βάρος, μια παραφωνία μέσα στην Αυλή του. Και  ντροπή. Η αλαφρoΐσκιωτη βασίλισσα, παρμένη από ένα πάθος απάνθρωπο κι αλλότριο, μια ξενόφερτη γυναίκα, τώρα πιο ξένη από ποτέ. Και μόνη. Ποτέ κανείς δε με συμπάθησε στο Παλάτι. Και δεν τους αδικώ.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Γιατί;

ΠΑΣΙΦΑΗ, χαμογελάει: Γιατί μάλλον οι γυναίκες της γενιάς μου είναι κακές, μοιραίες, χωρίς καλό τέλος για όσους αγαπούν κι όσους μισούν. Χωρίς καλό τέλος για τις ίδιες, επίσης.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Τώρα εσύ τα βάζεις με την καταγωγή σου!

ΠΑΣΙΦΑΗ, με το ίδιο χαμόγελο στην έκφραση: Όταν η αδελφή σου ποτίζει με βοτάνια τους άπιστους εραστές της και τους καταδικάζει σε αιώνιες παραισθήσεις και η ανιψιά σου σφάζει τα παιδιά της και στέλνει τον πιο φριχτό θάνατο στην ερωμένη του άντρα της, τι περιμένεις να σκεφτούν για σένα οι ταπεινοί σου υπήκοοι, που έτσι κι αλλιώς ποτέ δε σε χώνεψαν;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Κυκλοφορούσαν και για σένα φήμες στην Αυλή…

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ότι;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ότι με κάποιο φίλτρο … είναι αμήχανος… προκάλεσες κάτι τρομερό στον Μίνωα…

ΠΑΣΙΦΑΗ, που ξεσπάει σε γέλια: Φίλτρο; Κάτι τρομερό; Εξακολουθεί να γελάει. Ξέρω, μη συνεχίζεις! Ότι τάχα έβγαιναν ερπετά από όλο του το κορμί, ε; Γελοία, αμόρφωτα ανθρωπάκια! Και τις πίστεψες κι εσύ αυτές τις τερατολογίες; Δαίδαλε, με απογοητεύεις!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Η ιστορία της γενιάς σου ήταν γνωστή, μόνη σου το είπες.

ΠΑΣΙΦΑΗ, σοβαρεύει: Δεν χρειάζεται να είσαι μάγισσα ή από τρελή γενιά για να προκαλέσεις ανεπανόρθωτο κακό. Ένα γύρισμα του νου φτάνει. Μια παύση. ένα γύρισμα του νου για να λιώσεις ακόμα και τον εαυτό σου… Σα να βυθίζεται στον εαυτό της.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που την επαναφέρει: Κι ο Μίνωας; Τι είχε τελικά;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Αρρώστιες που τον κόλλαγαν οι πόρνες που νυχθημερόν μπαινόβγαιναν στα διαμερίσματά του! Αυτό είχε ο Μίνωας! Αφροδίσια που μου κουβάλαγε το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο, από τον πρώτο χρόνο του γάμου μας, μόλις γέννησα την Αριάδνη! Όπως βλέπεις φτάνει μόνο λίγη φαντασία για να γίνει μια δοξασία φήμη! Σταματάει για λίγο. Ξαφνικά, είχα βρεθεί σε μια ξένη χώρα, με άφιλους ανθρώπους, μέσα σε ένα γάμο παρωδία. Τον Μίνωα δεν τον αγάπησα ποτέ, κι ούτε κι αυτός μ’ αγάπησε.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Τον παντρεύτηκες όμως!

ΠΑΣΙΦΑΗ, ανασηκώνει τους ώμους:  Ήμουν σχεδόν δεκαεφτά, κλεισμένη σε μια βασιλική Αυλή. Είχα ό, τι ήθελα: στην αρχή κούκλες και παιχνίδια, μετά φουστάνια και στολίδια. Δάσκαλοι και γκουβερνάντες πήγαιναν κι έρχονταν. Μεγάλωνα, αλλά δεν ζούσα. Ονειρευόμουν μια φυγή, ένα ταξίδι, μια ζωή. Ξαφνικά βουρκώνει. Ήμουν απλά ένα παιδί που ονειρευόταν μια ζωή.

Ο Δαίδαλος την πλησιάζει. Της πιάνει το χέρι.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Όλοι κάποτε ονειρευτήκαμε μια ζωή, αγάπη μου.

ΠΑΣΙΦΑΗ, σαν να μην τον άκουσε καθόλου: Και μια μέρα, ήρθε ο Μίνωας στον πατέρα μου. Ήθελε τη βοήθειά του για να παραγκωνίσει τα αδέλφια του και να μείνει εκείνος μόνο βασιλιάς.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ο Μίνωας είχε ανάγκη τη στήριξη ενός ισχυρού. Ο πατέρας σου όμως γιατί δέχτηκε να τον βοηθήσει;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ο πατέρας μου ήταν ένας σοφός άνθρωπος αλλά κι ένας έξυπνος πολιτικός. Καταλάβαινε πολύ καλά ότι καμία αυτοκρατορία δεν μπορεί να είναι ή να παραμείνει για πολύ το κέντρο του σύμπαντος. Ο κόσμος άλλαζε και η παλιά εξουσία έμοιαζε να μην μπορεί να βρει τα βήματά της ανάμεσα στις νέες δυνάμεις που ξεφύτρωναν από παντού. Για να επιβιώσει η δύναμη του χθες έπρεπε να απλώσει τα πόδια της παραπέρα από τα δικά της κεκτημένα, να βάλει πλάτη στο καινούργιο, όχι βέβαια για να το βοηθήσει να εξελιχθεί –τουλάχιστον όχι μόνο γι΄ αυτό αλλά κυρίως…

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που την διακόπτει κουνώντας το κεφάλι του: … για να δημιουργήσει εξαρτήσεις και υποχρεώσεις. Προφανώς. Τελικά, ο πατέρας σου και ο Μίνωας ασκούσαν την ίδια πολιτική, ο πατέρας σου με το γάντι, ο Μίνωας με το αίμα.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Κανείς δεν είπε ότι η πολιτική είναι μια καθαρή δουλειά.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Γιατί δέχτηκε να παντρευτείς τον Μίνωα; Στα πλαίσια της ίδιας πολιτικής;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Δεσμεύτηκε να βοηθήσει το Μίνωα να γίνει βασιλιάς της Κρήτης. Η συγκατάνευσή του σε αυτό το γάμο σφράγιζε την υπόσχεσή του. Αλλά έστελνε κι ένα μήνυμα στον υπόλοιπο κόσμο: η λαμπρή αυτοκρατορία πήγαινε μπροστά, αγκάλιαζε τη νέα δύναμη. Χαμογελάει. Ο τύπος της εποχής χαρακτήρισε το γάμο μου με τον Μίνωα «ένα κομψό  διπλωματικό συνοικέσιο».

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Κι εσύ;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Γνώρισα τον Μίνωα σε μια δεξίωση που δώσαμε προς τιμήν του. Γέμισε την αίθουσα με την παρουσία του. Επιβλητικός, αρρενωπός, με ένα βλέμμα αεικίνητο. Αγαπούσε τη μουσική, τη ζωγραφική, τα βιβλία, τα ταξίδια.  Ήμουν παιδί και ήταν άντρας Γοητεύτηκα. Ένα εισιτήριο γύρευα για μια έξοδο από τον μικρόκοσμό μου. Κι ο Μίνωας μου έριχνε γέφυρα για να περάσω στην αληθινή ζωή. Χαμογελάει. Όχι βέβαια χωρίς ένα αντίκρισμα: ο γάμος μας του εξασφάλιζε την πιο ισχυρή συμμαχία που θα μπορούσε να έχει. Σταματάει για λίγο. Ίσως όχι την πιο ισχυρή… Τέλος πάντων. Δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά. Χαμογελάει με πικρία. Ακολούθησα τη μοίρα που μου είχε κληρώσει…

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ποιος ήταν ο πραγματικός λόγος που παντρεύτηκες τον Μίνωα;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Νομίζω ότι μόλις στον εξήγησα.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που κουνάει το κεφάλι του αρνητικά. Όχι, δεν ήταν η φυγή από ένα ανιαρό βασίλειο. Τουλάχιστον δεν ήταν μόνο αυτή.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Τι εννοείς;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ούτε για μια στιγμή δεν σε ενθουσίασε η ιδέα ότι θα ήσουν γυναίκα ενός πανίσχυρου μονάρχη; Ότι θα μοιραζόσουν μαζί του το σκήπτρο της ηγεμονίας; Θα είχες τη δική σου Αυλή, με τους δικούς σου κανόνες, τα δικά σου πρωτόκολλα. Και άπλετο χρόνο για να ασχοληθείς με όλα αυτά που ασχολούνται οι βασίλισσες: φιλανθρωπικές εκδηλώσεις, εγκαίνια νοσοκομείων και παιδικών σταθμών , πάντα πρωτοσέλιδο άρθρο με ολόσωμη φωτογραφία η κάθε σου δραστηριότητα. Για ένα κορίτσι που συναναστρέφεται δασκάλες και γκουβερνάντες ήταν ένα μεγάλο βήμα.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Μα ήμουν ήδη πριγκίπισσα! Κι ο Μίνωας ήταν ένας δυνάστης! Όχι, δεν ήταν φιλοδοξία μου να μοιραστώ την αίγλη της εξουσίας με έναν τύραννο!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Πριγκίπισσα μπορεί, μα πολύ μικρή! Και με μεγαλύτερα αδέλφια που σίγουρα θα σε παραγκώνιζαν, θα έθαβαν κάθε σου πρωτοβουλία. Ίσως όχι από πρόθεση, μα ήταν μεγαλύτεροι, και άντρες. Οι ρόλοι στο βασίλειο του πατέρα σου είχαν ήδη μοιραστεί, πολύ προτού γεννηθείς εσύ. Και τώρα είχες την ευκαιρία να φτιάξεις μόνη σου τον δικό σου ρόλο. Κι όταν τον παντρεύτηκες, δεν είχες ιδέα τι είδους βασιλιάς ήταν!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ακόμη κι έτσι να είναι, δεν καταλαβαίνω τι θες να πεις. Η ματαιοδοξία μπορεί να είναι ελάττωμα αλλά όχι θανάσιμο αμάρτημα! Κι εν πάση περιπτώσει, ήθελα να φύγω! Με έπνιγε η αδράνεια, η νωχέλεια, η απραξία!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ήταν η επιθυμία σου για φυγή, αλλά όχι από το ήσυχο βασίλειο του πατέρα σου.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Αλλά;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Μέσα στην οικογένειά σου είχες δει τις γυναίκες να καταστρέφουν και να καταστρέφονται από έρωτα. Κάθε μεγάλος έρωτας και μια συντριβή. Γυναίκες που δεν δίσταζαν να προδώσουν τον πατέρα, τον αδελφό, τον άντρα για το χατίρι του μοιραίου έρωτα. Γυναίκες που κατατρώγονταν από το πάθος και το πλήρωναν με θάνατο, το δικό τους ή των άλλων.  Ένας μετριοπαθής γάμος ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που απλώς ταιριάζουν ήταν ένα ασφαλές περιβάλλον.  Αυτός ο γάμος ήταν α απόπειρά σου να δραπετεύσεις από ένα πεπρωμένο που σε τρόμαζε.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Πού ακριβώς θέλεις να καταλήξεις;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ο γάμος σου με το Μίνωα ήταν προϊόν ενός ορθολογικού σκεπτικού, ενέργεια υπολογισμένη σπιθαμή προς σπιθαμή. Καμία μοίρα δεν σου κληρώθηκε, Πασιφάη! Καμία μοίρα δεν κληρώνεται σε κανέναν μας! Είμαστε τα προϊόντα των επιλογών μας!

ΠΑΣΙΦΑΗ, που σηκώνεται: Α ναι; Και μέχρι ποιο σημείο έχουμε τον έλεγχο αυτών των επιλογών; Ποιο είναι το φάσμα που μπορούμε να εποπτεύσουμε; Ποιος είναι ο ορίζοντας στο πεδίο που ανοίγεται μπροστά μας; Ναι, έχεις δίκιο! Παντρεύτηκα τον Μίνωα σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ξεφύγω από μια μοίρα που φοβόμουν ότι καραδοκούσε! Και ναι, είχα φιλοδοξίες! Μέχρι εκεί, όμως! Αυτή ήταν η επιλογή της Πασιφάης! Για τον Μίνωα όμως τίποτα δεν ήταν αρκετό! Δεν ήθελε απλά τη βασιλεία. Ήθελε την απόλυτη και αδιαμφισβήτητη εξουσία! Ο Ραδάμανθυς και ο Σαρπηδόνας έπρεπε να καθηλωθούν για πάντα στο παρασκήνιο. Χρειαζόταν ένα θεϊκό σημάδι για να πείσει τους ιθαγενείς ότι είναι ο εκλεκτός των Ουρανών! Το μόνο βέβαια που ήθελε ήταν να φτάσει στο θρόνο μόνος, έχοντας αποφύγει τη διπλή αδελφοκτονία. Πόσο βολικά του ήρθαν όλα! Ο Μίνωας εκπλήρωνε με τον πιο αδίστακτο τρόπο τη φιλοδοξία του κι εγώ φορτωνόμουν ένα πεπρωμένο ασήκωτο! Κι όχι εξ αιτίας ενός τρελού έρωτα μα μιας άδικης, παράλογης τιμωρίας! Αυτό δεν το λες επιλογή! Πώς το λες, Δαίδαλε, αν όχι μοίρα;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, ήρεμος. Συνέπειες το λες Πασιφάη! Από τη μια στιγμή στην άλλη το αδέξιο κοριτσόπουλο έγινε η γυναίκα του ανθρώπου που θα γινόταν βασιλιάς. Η ματαιοδοξία σε κάνει αφελή.

ΠΑΣΙΦΑΗ, που καρφώνει με το βλέμμα το Δαίδαλο.  Ή αδίστακτο.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που της επιστρέφει το βλέμμα: Τόσο αδίστακτο όσο σε κάνει και η αφόρητη επιθυμία. Είμαστε ίδιοι, λοιπόν.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ίδιοι; Ίδιοι, εσύ κι εγώ; Εγώ δεν σκότωσα κανέναν για να ικανοποιήσω τη ματαιοδοξία μου!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Σκότωσες τον εαυτό σου για να χορτάσεις την επιθυμία σου!

Τώρα είναι και οι δύο όρθιοι, ο ένας απέναντι στον άλλον.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Δεν μου το συγχώρησες ποτέ, λοιπόν!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Πίστεψέ με, σου έχω συγχωρήσει τα πάντα! Όμως μου είναι αδύνατο να σε καταλάβω απόψε. Πίστευα ότι ήρθες για να ξεκινήσουμε μια καινούργια ζωή!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Πάψε πια μ’ αυτό το ρεφρέν! «Μια καινούργια ζωή»! Δεν υπάρχει καινούργια ζωή! Λογοπαίγνιο των αφελών για να φορτώνουν τα λάθη τους στον άνεμο είναι! Τη συνέχεια της ίδιας ζωής θα ζήσουμε, Δαίδαλε! Της ίδιας! Της φορτωμένης με κρίματα, ανομολόγητες πράξεις, απύθμενα ψέματα! Δεν υπάρχει καινούργια αρχή! Μόνο συνέχεια! Και τέλος! Κάθεται στην άκρη του κρεβατιού.

Χίλια πράγματα με δένουν και με τον Μίνωα και με το βασίλειό του. Μια μικρή παύση. Όπως κι εσένα.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Α, όχι! Εγώ τους λογαριασμούς μου με τον Μίνωα και την Αυλή του τους έχω κλείσει! Μου έδωσε καταφύγιο σε ένα δύσκολο γύρισμα της ζωής μου. Του το ξεπλήρωσα με το παραπάνω. Αλλά ακόμα κι αν του χρωστούσα κάτι, όπως καταλαβαίνεις, τώρα είναι κάπως δύσκολο να του το επιστρέψω.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Οι λογαριασμοί μπορεί να κλείνουν, αλλά οι νεκροί; Ησυχάζουν;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Εσύ δεν είπες ότι δεκάρα δεν δίνεις για το πώς πέθανε ο Μίνωας; Τώρα ξαφνικά σε νοιάζει αν ησυχάζει η ψυχή του;!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Δεν μιλάω για τον Μίνωα! Μια μικρή παύση. Να μείνουμε μαζί, να φτιάξουμε, λέει, ένα σπιτικό για μας. Και ποιο σπίτι θα μπορούσε να χωρέσει εμάς τους δυο, Δαίδαλε;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, με ένα χαμόγελο απορίας: Τι εννοείς; Σε μια προσπάθεια να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα. Εμάς τους δυο θα μπορούσε να μας χωρέσει κι ένα δυάρι! Αλλά δε νομίζω η Πασιφάη που ξεκίνησε από την κορυφή του κόσμου να θέλει να μείνει σε ένα δυαράκι κάπου στη Σικελία!

ΠΑΣΙΦΑΗ, που δεν συμμερίζεται στο αστείο του και τον καρφώνει με το βλέμμα: Τους νεκρούς μας όμως δεν τους χωράει κανένα σπίτι!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που μπαίνει αμέσως στο νόημα της κουβέντας: Θάψε τους νεκρούς σου!

ΠΑΣΙΦΑΗ, σαν να μην τον έχει ακούσει: Σκότωσα το ένα μου παιδί για την ευτυχία του άλλου…

Ο Δαίδαλος την πλησιάζει, κάνει να την αγκαλιάσει.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Μη βασανίζεις τον εαυτό σου, αγάπη μου…

ΠΑΣΙΦΑΗ, που τον σπρώχνει: Ησυχάζεις τις νύχτες, Δαίδαλε; Δε σε βαραίνουν οι θάνατοι που σ’ ακολουθούν; Αντέχεις να σηκώνεις το βάρος που έχουν οι συνέπειες των δικών σου ενεργειών; Μπορείς να σέρνεις μαζί σου τις ψυχές εκείνων που σκότωσες; Αντέχεις να είσαι αυτό το προϊόν της επιλογής σου;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, με σπασμένη φωνή: Μέρα-νύχτα παλεύω με την εικόνα του Ίκαρου: να χάνεται στο κενό, κι εγώ να μην μπορώ να τον βοηθήσω… Ακόμα και μ’ αυτό το ασήκωτο βάρος όμως, προσπαθώ να συνεχίσω τη ζωή μου. Μαζί σου. Κάθεται στο κρεβάτι.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Μα δεν μιλάω για τον Ίκαρο. Κάποιον άλλο σκότωσες. Όχι τον Ίκαρο.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Τι… τι λες; Ποιον σκότωσα; Έχεις τρελαθεί!

ΠΑΣΙΦΑΗ, ήρεμη: Τον Τάλω.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Με κατηγορείς ότι σκότωσα τον ανιψιό μου; Ο θάνατος του Τάλω ήταν ατύχημα! Κατηγορήθηκα άδικα, δικάστηκα κι εξορίστηκα!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ενώ ήσουν αθώος;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ναι!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Δικαστική πλάνη, λοιπόν;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Πες το κι έτσι. Δεν υπήρχαν μάρτυρες. Ήταν ο λόγος μου ενάντια στον δικό τους.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Δεν είχες μάρτυρες να καταθέσουν υπέρ σου. Εναντίον σου όμως, τι στοιχεία υπήρχαν;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Κανένα στοιχείο, καμιά χειροπιαστή απόδειξη. Το πόσο αγαπούσα τον Τάλω το ήξερε όλη η πόλη. Τον πήρα βοηθό και του μάθαινα, κάθε μέρα του μάθαινα. Κι εκείνος γινόταν όλο και καλύτερος. Κι εγώ ήμουν περήφανος.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ήταν τόσο καλός ώστε να ξεπεράσει το δάσκαλό του;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Μα ο μαθητής δεν γεννιέται όταν σκοτώσει το δάσκαλό του;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Κι αν ο δάσκαλος σκοτώσει το μαθητή;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Για τελευταία φορά, δεν σκότωσα τον Τάλω!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Πώς σκοτώθηκε τότε;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ήταν ατύχημα! Κάθεται ξανά στην άκρη του κρεβατιού. Είχαμε μια διαφωνία, μια ηλίθια διαφωνία από αυτές που εξελίσσονται στις χειρότερες παρεξηγήσεις. Μαλώσαμε. Μέσα στο δρόμο, στο κέντρο της πόλης, μέρα μεσημέρι, χίλια μάτια μας είδαν να τσακωνόμαστε, χίλια αυτιά μας άκουσαν να φωνάζουμε.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Για ποιο λόγο μαλώσατε;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, την κοιτάζει, αρχικά ξαφνιασμένος, στη συνέχεια ειρωνικός:

Δικάζομαι ξανά; Γιατί;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Γιατί απόψε πρέπει να θάψουμε τους νεκρούς μας. Εσύ το είπες.

Μια παύση. Λοιπόν, γιατί μαλώσατε;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, σηκώνεται από το κρεβάτι, ανάβει τσιγάρο και κοιτάει στο κενό. Η αδελφή μου, η Πέρδικα, παντρεύτηκε πολύ μικρή. Όταν γέννησε τον Τάλω ήμουν δεν ήμουν  είκοσι. Ο πατέρας του ήταν έμπορος και ταξίδευε πολύ συχνά. Ώσπου μια μέρα μπάρκαρε και δεν επέστρεψε ποτέ. Ο Τάλως θα πρέπει να ήταν γύρω στα τέσσερα. Σταματάει για λίγο. Ήταν μια παράξενη απώλεια. Η Πέρδικα τον είχε παντρευτεί από προξενιό. Εκείνος από συμφέρον. Πάντα είχα την εντύπωση ότι μέσα σ’ αυτόν το γάμο κανείς δεν αγαπούσε κανένα. Όχι ερωτικά,  μα ούτε και ανθρώπινα. Αν με ρωτήσεις, πιστεύω πως η εξαφάνισή του δεν τη στενοχώρησε καθόλου. Απεναντίας, της ήρθε πολύ βολική.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Μάθατε ποτέ τι απέγινε;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Πολύ αργότερα. Η Πέρδικα βιάστηκε να τον κηρύξει νεκρό. Δεν είχαμε στα χέρια μας κάποιο στοιχείο που να δείχνει ότι ήταν ζωντανός, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν ψάξαμε κιόλας. Έτσι ο Τάλως έμεινε ορφανός στα τέσσερά του. Κι άλλη παύση. Μοιράστηκα με την Πέρδικα την ανατροφή του γιου της. Χαμογελάει. Στα πέμπτα του γενέθλια του χάρισα το πρώτο του ποδήλατο. Κι άλλη παύση.

Του είπαμε ότι ο πατέρας του είχε πεθάνει. Εκεί γύρω στα εφτά, ο Τάλως άρχισε να ρωτάει επίμονα για τον πατέρα του. Του είπα το τέλειο παραμύθι, ένας υπέροχος άνθρωπος που άδικα χάθηκε στα μανιασμένα κύματα των ωκεανών. Και κάθε φορά που ζητούσε μια ακόμα πληροφορία, πρόσθετα ένα ακόμα ψέμα στη διήγησή μου.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Είπες ότι τελικά μάθατε…

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ένας γνωστός μου που μόλις είχε επιστρέψει από την Κάτω Ιταλία ήρθε και με βρήκε. Μου είπε πως τον είχε δει, έξω από ένα καταγώγιο. Δεν μίλησαν, αλλά ήταν σίγουρος ότι επρόκειτο για τον γαμπρό μου. Έβαλα έναν ιδιωτικό ερευνητή να ψάξει. Σε λιγότερο από έναν μήνα ήξερα τα πάντα: δεν ταξίδευε πια, τώρα είχε επιχειρήσεις στη στεριά. Λαθρεμπόριο, μαστροπεία, μέχρι και κατηγορίες για φόνο εκκρεμούσαν σε βάρος του. Ρεμάλι κανονικό. Δεν είπα τίποτα σε κανέναν. Τώρα, περισσότερο από ποτέ, ο πατέρας του Τάλω ήταν νεκρός για όλους μας. Γυρνάει προς την Πασιφάη. Ο πατέρας του ήταν ένας εγκληματίας του κοινού ποινικού δικαίου, κι εγώ του αράδιαζα ιστορίες για έναν επιτυχημένο έμπορο, περήφανο καπετάνιο!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Να υποθέσω ότι ο καυγάς σας με τον Τάλω είχε να κάνει με τον πατέρα του;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Έμμεσα, ναι. Εκείνο το διάστημα γινόταν ένας διαγωνισμός τεχνών και μηχανικής. Είχαμε αποφασίσει να συμμετέχουμε, αλλά διαφωνούσαμε στο αντικείμενο: εγώ θεωρούσα ότι η συμμετοχή μας θα ‘πρεπε να είναι κάποιο φιλόδοξο σχέδιο για μια μεγαλειώδη κατασκευή…

ΠΑΣΙΦΑΗ, που τον διακόπτει, δηκτική: Όπως ο Λαβύρινθος, ας πούμε;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, ενοχλημένος: Ας πούμε. Ο Τάλως όμως ήθελε μια πιο καλλιτεχνική συμμετοχή, ένα σύμπλεγμα αγαλμάτων. Εκείνη τη μέρα διαφωνούσαμε για μια φορά ακόμη. Προσπαθούσα να το εξηγήσω ότι οι προθεσμίες στένευαν κι ότι θα έπρεπε να καταθέσουμε το σχέδιο της πρότασής μας. Ήταν όμως αδύνατο να τον πείσω ότι μια πρωτότυπη κατασκευή όπως αυτή που σκεφτόμουν θα μας εξασφάλιζε σίγουρη νίκη.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Και τελικά;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Εξοργίστηκε. Θεώρησε ότι δεν τον υπολόγιζα, ότι τον υποτιμούσα. Μου εξαπέλυσε μια επίθεση άνευ προηγουμένου. Προσπάθησα να τον ηρεμήσω, ήταν αδύνατο. Σε κάποια στιγμή, μου είπε πως του φερόμουν έτσι γιατί δεν ήταν δικό μου παιδί, πως όλα αυτά γίνονταν γιατί δεν υπήρχε ο πατέρας του για να τον στηρίξει, πως αν ζούσε ο πατέρας του η ζωή του θα ήταν πολύ διαφορετική, δεν θα είχε την ανάγκη μου. Καταλαβαίνεις; Τόσα χρόνια εγώ του έλεγα ψέματα για τον πατέρα του και τώρα μου τα πέταγε στα μούτρα!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Και είπες την αλήθεια που δεν έπρεπε να πεις;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, κουνάει το κεφάλι του. Με έφερε εκτός εαυτού. Αισθάνθηκα προδομένος, παραδομένος σε έναν άνισο αγώνα. Δεν είχα άλλο όπλο για να τον αντιμετωπίσω, μόνο την αλήθεια.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Και δεν σκέφτηκες ότι αυτή η αλήθεια που του έλεγες θα σε έκανε ακόμα πιο μισητό;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ήθελα μόνο να τον προστατέψω, να προφυλάξω την παιδική του ηλικία.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Και δηλητηρίασες την ενήλικη ζωή του.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ίσως σου φανεί παράξενο, αλλά νομίζω ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή, τη στιγμή που ερχόταν αντιμέτωπος με μια αλήθεια που ποτέ δεν είχε φανταστεί, γυμνή, βίαιη, αδυσώπητη, εκείνη τη στιγμή ενηλικιώθηκε.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Τόσο τον συγκλόνισε η αλήθεια για τον πατέρα του;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, κουνάει αρνητικά το κεφάλι του:  Συνειδητοποίησε ότι αυτός που τον αγαπάει θα του πει ψέματα. Κι αυτό ήταν που δεν μου συγχωρούσε. Σταματάει για λίγο.

Βγήκε στο δρόμο έξαλλος. Τον ακολούθησα. Φωνάζαμε κι οι δύο, δεν θυμάμαι καν τι λέγαμε, δυο φωνές η μία πάνω στην άλλη. Στο τέλος, μου πέταξε στα μούτρα τα κλειδιά του εργαστηρίου κι έφυγε τρέχοντας.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Κι εσύ; Τον ακολούθησες;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Όχι αμέσως. Ήθελα να δώσω και στους δυο μας λίγο χρόνο να ηρεμήσουμε. Ήξερα πού θα τον βρω. Όποτε ήθελε να επεξεργαστεί μια ιδέα στο μυαλό του ή να ηρεμήσει, ανέβαινε στην Ακρόπολη.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Πήγες λοιπόν κι εσύ στην Ακρόπολη;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ναι. Στεκόταν στην κορυφή του λόφου κι ατένιζε τον ορίζοντα. Τον φώναξα. Γύρισε προς το μέρος μου. Τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα. Μου φώναζε συνέχεια «φύγε, φύγε, φύγε!» Με οργή, αγανάκτηση, μίσος σχεδόν. Τον πλησίασα. Ξαφνικά κοιτάζει το κενό και μένει ανέκφραστος. «Αν πλησιάσεις, θα πέσω!» Προχωράω κι άλλο.  Στέκεται στην κορυφή του λόφου, χιλιοστά από την άκρη του γκρεμού. «Τάλω, φύγε από κει!» Μα δεν μ’ ακούει.. Και ξαφνικά αρχίζει να γελάει. Μ’ ένα γέλιο ηχηρό, αποκρουστικό. Μια μικρή παύση. Αν το ψήλωμα του νου είχε ήχο, έτσι θα ακουγόταν. Σαν το γέλιο του Τάλω… Δεν μας χωρίζει πια ούτε μισό μέτρο. Απλώνω το χέρι μου για να τον πιάσω. Στην προσπάθειά του να με αποφύγει παραπατάει, χάνει την ισορροπία του… Ο Δαίδαλος σωριάζεται σε μια καρέκλα, κάθιδρος και κρύβει το πρόσωπό του με τα χέρια του. Γυρνάει προς την Πασιφάη. Αυτή είναι η αλήθεια για τον θάνατο του Τάλω.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Δηλαδή έπεσε μόνος του, δεν τον έσπρωξες εσύ;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Άκουσες κάτι από όλα αυτά που σου λέω τόσην ώρα ή όχι;! Για τελευταία φορά: ο θάνατος του Τάλω ήταν ατύχημα!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Καταδικάστηκες κι εξορίστηκες!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ήμουν ο προφανής ύποπτος!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Προσπάθησες να τον πιάσεις, να τον συγκρατήσεις, να τον εμποδίσεις να πέσει;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Δεν μπόρεσα να τον συγκρατήσω! Γλίστρησε μέσα από τα χέρια μου!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Θυμήσου λίγο καλύτερα! Τον τράβηξες ή τον έσπρωξες;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Τον τράβηξα!

ΠΑΣΙΦΑΗ, που τώρα τον έχει πλησιάσει και στέκεται από πάνω του: Τον τράβηξες με όλη σου τη δύναμη;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: : Ναι!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Είσαι σίγουρος ότι δεν μπορούσες να βάλεις μεγαλύτερη δύναμη, ε;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ε ναι, σου λέω! Τι θες από μένα επί τέλους;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Την αλήθεια! Ο Τάλως ήταν σπουδαίος τεχνίτης; Τόσο καλός που πολλοί έλεγαν πως ήταν εφάμιλλος του δασκάλου του. Τόσο ικανός που κάποιοι θεωρούσαν ότι είναι ανώτερός σου.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Και λοιπόν;!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Αλλά η κορυφή χωρά μόνο έναν, έτσι δεν είναι; Και ο Δαίδαλος είναι καλά γαντζωμένος στο πιο ψηλό σκαλοπάτι της δόξας. Δεν μοιράζεται την κορυφή του. Μια κορυφή απομένει για τον Τάλω, αυτή του λόφου!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Πάψε!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ούτε τόσο λίγη παραπάνω δύναμη για να μην κυλήσει ο Τάλως στον γκρεμό; Εξάντλησες κάθε περιθώριο; Σκέψου, Δαίδαλε! Φέρε ξανά την εικόνα στο μυαλό σου. Ο Τάλως χάνει την ισορροπία του κι εσύ απλώνεις το χέρι σου…

Τώρα κάθεται δίπλα του.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Μα σου είπα!

ΠΑΣΙΦΑΗ:… απλώνεις το χέρι σου και τι κάνεις; Τον τραβάς με όση δύναμη σου έχει απομείνει;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, κλαίγοντας και πέφτοντας στην αγκαλιά της: ΝΑΙ! Δεν ξέρω! Δεν θυμάμαι!

Η Πασιφάη τον σπρώχνει  στο πλάι και με κορμοστασιά νικητή, σηκώνεται και πηγαίνει προς το μπαρ.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Θα φτιάξω ένα ποτό. Θες;

Ο Δαίδαλος σηκώνει το κεφάλι του και την κοιτάζει έκπληκτος.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Θάψε τους νεκρούς σου! Εσύ το είπες. Οι ψυχές πρέπει να αναπαύονται. Και οι ψυχές των ζωντανών, κι αυτές. Για να μπορούν να αντέχουν, να πληγώνονται ξανά και να ανθίζουν ξανά.

Τον πλησιάζει κρατώντας δύο ποτήρια, του προτείνει το ένα.

Στην υγειά των καινούργιων πληγών!

Ο Δαίδαλος παίρνει αμήχανα το ποτήρι ενώ η Πασιφάη κατευθύνεται προς το παράθυρο.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Όταν ήρθαμε, ο υπάλληλος στη ρεσεψιόν μου είπε ότι το ξενοδοχείο έχει δωμάτια με θέα σε τέσσερα διαφορετικά σημεία της πόλης. Από το δικό μας τι βλέπουμε;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, ακόμα μουδιασμένος: Την πλατεία του Αγίου Φραγκίσκου.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Και τα υπόλοιπα;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που σιγά-σιγά επανέρχεται: Υπάρχουν δωμάτια με θέα τις στέγες των παλιών σπιτιών του Παλέρμο. Όταν τα κοιτάς από ψηλά, μοιάζουν σα μία τεράστια φάτνη. Άλλα δωμάτια βλέπουν στην Piazza Borsa, μια από τις πιο κεντρικές πλατείες στο Παλέρμο. 

ΠΑΣΙΦΑΗ: Είχα ακούσει ότι εδώ γύρω υπάρχει μια μικρή πόλη που τη λένε η «κωμόπολη με τις εκατό εκκλησίες».

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Κι αυτή φαίνεται από κάποια δωμάτια.

ΠΑΣΙΦΑΗ: ‘Εχεις  μείνει ποτέ σε κάποιο από αυτά τα δωμάτια;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Όχι. Μένω πάντα σε αυτό εδώ.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Γιατί;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Μάλλον από συνήθεια.

ΠΑΣΙΦΑΗ, του  δείχνει τη θέα: Δεν μοιάζει λίγο με μια εικόνα μιας άλλης εποχής; Είναι σα να δραπετεύεις στο χρόνο. Σε μια εποχή που δεν είχες ζωή, ήσουν απλός θεατής. Ένας μικρός θεός που κοιτάει τον κόσμο από ψηλά, χωρίς καμία υποχρέωση να συμμετάσχει στην ιλαροτραγωδία που συντελείται εκεί κάτω.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Κάποια στιγμή  όμως κλείνεις το παράθυρο κι γυρνάς στην αναπόδραστη πραγματικότητά σου. Εκεί όπου δεν είσαι ποτέ θεατής αλλά πάντα θνητός, κι ας μην το νιώθεις παρά ελάχιστες φορές.  Είσαι κομμάτι αυτής της ιλαροτραγωδίας, όπως είπες. Αυτό είναι το δικό σου έργο, εκεί παίζεις. Ένα ανοιχτό παράθυρο σε ένα ειδυλλιακό χθες είναι το παραμύθι των παιδικών σου χρόνων λίγο πριν αποκοιμηθείς. Δεν μπορείς να επιστρέψεις σε έναν τόπο που δεν υπάρχει, Πασιφάη. Μόνο μπροστά μπορείς να προχωρήσεις. Μόνο μπροστά! Κοίτα μπροστά, αλλιώς θα τσακιστείς!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Κι αν έχω ήδη τσακιστεί; Είναι τραγικό να μην μπορείς να επιστρέψεις κάπου, όταν δεν έχεις να πας πουθενά. Μια μικρή παύση. Βουρκωμένη συνεχίζει. Η μοίρα ξαίνει νήματα και υφαίνει το δρόμο μας. Κι είναι ένα ωραίο άλλοθι, μια πικρή παρηγοριά, μια ρομαντική ιδεοληψία. Είμαστε όλοι σ’ αυτόν τον κόσμο κληρούχοι, ο καθένας με το κομμάτι γης του, το χωράφι του που μπορούμε να το κάνουμε ό, τι θέλουμε, ό, τι μπορούμε, ό, τι μας επιτρέπεται, ό, τι μας κατέβει; Να το φυτέψουμε με λεμονιές ή να του βάλουμε φωτιά και να το κάψουμε; Τι; Και οι ζωές των άλλων; Οι δικές τους μοίρες, οι δικοί τους κλήροι; Τι έφταιξε στη μεθυσμένη μου ζωή; Ε, ΤΙ;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που δεν έχει καμία διάθεση να τη συμπονέσει αυτή τη στιγμή: Πόσο βολικό είναι να ανάγεις τα αίτια και να ρίχνεις το φταίξιμο στη μαγική λέξη «τι»! Γιατί το «ποιος» τα κάνει όλα πιο άβολα, ε;

ΠΑΣΙΦΑΗ. σκουπίζει τα δάκρυά της: Θες να μιλήσουμε για το ποιος; Ας μιλήσουμε! Ο Μίνωας κερδίζει τα πάντα! Θρόνο, παντοδυναμία, ισχυρές συμμαχίες! Ο Μίνωας βγάζει από τη μέση τα αδέλφια του κι όποιον εποφθαλμιά τη θέση του! Και ο Μίνωας αθετεί τη θεία υπόσχεση και συμφωνία που του εξασφάλισε όλα τα παραπάνω! Η Πασιφάη όμως θα τιμωρηθεί! Η Πασιφάη θα διανύσει όλη τη διαδρομή του μαρτυρίου, σταθμό-σταθμό, με δικά της έξοδα! Μια παύση.

Έρχονται στιγμές που δεν ξέρω ποιον μισώ  περισσότερο: τον Μίνωα, εσένα ή εμένα.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, σε έντονο ύφος: Για να μισήσεις και τον Μίνωα κι εμένα, πρέπει πριν απ’ όλους να μισήσεις τον εαυτό σου! Τον εαυτό σου, Πασιφάη!

ΠΑΣΙΦΑΗ, ορμάει πάνω του και τον χτυπάει: Ποιον εαυτό μου; Στο βωμό της δικής του αλαζονείας έπρεπε να σφαχτεί η Πασιφάη! Για τη δική του πλεονεξία έπρεπε να χάσω τον εαυτό μου! Κι εσύ, μ’ έσπρωξες για να πέσω ακόμα πιο κάτω, να γίνω ένα με το χώμα!  Γιατί; Γιατί με διέλυσες; Γιατί με κομμάτιασες; Γιατί;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, την ακινητοποιεί. Ηρέμησε!

ΠΑΣΙΦΑΗ, ουρλιάζει: Γιατί;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, φωνάζοντας: Γιατί ήρθες σε μένα; Γιατί σε μένα;

ΠΑΣΙΦΑΗ, ξαφνικά χωρίς ζωή: Ήθελα μόνο μια βοήθεια… Πάει να σωριαστεί στα πόδια του, την βάζει να καθίσει στην πολυθρόνα.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Βοήθεια; Ζητούσες βοήθεια; Να σέρνεσαι από μάγισσα σε χαρτορίχτρα, έρμαιο στις μαγγανείες κάθε επιτήδειου, γελωτοποιός μέσα στο ίδιο σου το παλάτι, βασίλισσα ζητιάνα στων μαγισσών τις πόρτες! Βοτάνια, μαντζούνια, φίλτρα, φυλαχτά, ξεχείλιζε η κάμαρά σου από ηλίθια ελπίδα! Ηλίθια ελπίδα ακριβά πληρωμένη!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Σταμάτα! Υπέφερα! Έχεις ιδέα πόσο υπέφερα; Λες και πυρωμένα καρφιά έμπαιναν στο κορμί μου, και το μυαλό αδιάκοπα στροβιλιζόταν μη βρίσκοντας ησυχία πουθενά. Η λογική δεν χώραγε αυτό που μου συνέβαινε, η αξιοπρέπεια κουρελιαζόταν σε κάθε μου προσπάθεια να το αρνηθώ. Και ναι, την είχα ανάγκη την ηλίθια εξαναγκασμένη ελπίδα! Την ελπίδα πως σύντομα θα φαινόταν κάπου μια διέξοδος. Αν την έσβηνα κι αυτή, θα έσβηνα κι εγώ! Τι δεν καταλαβαίνεις; Γιατί συνεχίζεις;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Γιατί απόψε αυτήν την κουβέντα θα την πάμε ως το τέλος. Και η Αυλή να χαχανίζει κρυφά, πίσω από την πλάτη σου, και μπροστά σου να σου φέρνουν καινούργιους σοφούς και δήθεν φωτισμένους. Και στο τέλος, όλοι να ανασηκώνουν τους ώμους, ούτε και σήμερα λυτρώθηκε η βασίλισσα κι έπειτα πνιχτά γέλια στους διαδρόμους του παλατιού. Εκμετάλλευση, λοιδορία, ειρωνεία, οίκτος. Κι όσο σε έβλεπαν να ασφυκτιάς μέσα σ’ αυτόν τον κύκλο, τόσο έσφιγγαν τον κλοιό γύρω σου. Πες μου, λοιπόν, αυτή τη βοήθεια ήθελες κι από μένα; Αυτή;

ΠΑΣΙΦΑΗ, χωρίς νεύρο, ίσα που ακούγεται: Πίστευα πως εσύ θα μπορούσες να με βοηθήσεις.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, πάντα σε έντονο τόνο: Σε τι; Για ποιο πράγμα; Πες την αλήθεια.

ΠΑΣΙΦΑΗ, τον κοιτάει απελπισμένη: Να γιατρευτώ.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Να γιατρευτείς; Χωρίς βοτάνια, χωρίς ξόρκια, χωρίς τη δύναμη των μαγισσών, να σε γιατρέψω εγώ, ένας ταπεινός μηχανικός που δεν είχες γυρίσει ποτέ να κοιτάξεις; Τι σε φόβιζε περισσότερο; Να πεις την αλήθεια σε μένα ή να ακούσεις τον εαυτό σου να την ξεστομίζει; Μια παύση.

Για σένα ήμουν ο Κανένας, ακόμα ένας υπάλληλος στη δούλεψη του Μίνωα, κάποιος ασήμαντος τεχνοκράτης που σχεδίαζε τη νέα πτέρυγα στο ανάκτορό σου κι έφτιαχνε γέφυρες στους δρόμους του βασιλείου σου. Ξαφνικά, το ύφος του γλυκαίνει. Κι έπειτα, ένα βράδυ, σε ένα χορό, μετά από κάποια εγκαίνια, ένας υπουργός του άντρα σου μας σύστησε. Με χαιρέτησες με το βλέμμα, δεν ξέρω καν αν συγκράτησες το όνομά μου. Σε παρατηρούσα όλη τη νύχτα, να γελάς, να χορεύεις, να φλερτάρεις. Κι ύστερα, σε παρατηρούσα για μέρες, σε κάθε ευκαιρία που σε έβλεπα. Λαμπερή, απόκοσμα όμορφη, και τόσο μα τόσο ευγενικά απόμακρη.

ΠΑΣΙΦΑΗ, με έντονο ύφος: «Λαμπερή και όμορφη»; Δεν ήμουν λοιπόν ένας αξιοθρήνητος περίγελως;

ΔΑΙΑΔΑΛΟΣ: Έγινες, στη συνέχεια. Κι αυτό με πονούσε περισσότερο από το ότι σ’ αγαπούσα και δεν μπορούσα να σε έχω.

Ο Δαίδαλος δείχνει κουρασμένος. Κάθεται στην άκρη του κρεβατιού.

Θυμάσαι εκείνη τη νύχτα που ήρθες να με βρεις στο γραφείο μου;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Πώς θα μπορούσα να την ξεχάσω…

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, σηκώνεται και πηγαίνει προς το μέρος της: Φορούσες ένα ρουμπινί φουστάνι, ψηλά παπούτσια κι είχες τα μαλλιά σου λυμένα στους ώμους, όπως τώρα.  Της χαϊδεύει τα μαλλιά.

Και μου πρόσφερες τα πάντα: χρήμα, εξουσία, αξιώματα, εσένα την ίδια.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Προσπαθούσα να σε πείσω!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, σαν να μην την έχει ακούσει: Κάποιος άλλος στη θέση μου θα σε είχε χρησιμοποιήσει με τον  πιο ελεεινό τρόπο. Κι όταν θα στα είχε πάρει όλα, θα σε έστελνε πίσω, ένα τίποτα σωστό.

ΠΑΣΙΦΑΗ, ξεσπάει: Ήθελα μια βοήθεια!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ήθελες μια λύση!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ήμουν απελπισμένη!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ήσουν αποφασισμένη! Και ήξερες, ω ναι, ήξερες πολύ καλά σε ποιον απευθυνόσουν. Μου ράγισες την καρδιά εκείνο το βράδυ. Όχι γιατί έβλεπα ήδη το ανείπωτο κι ανήκουστο που θα έκανες. Αλλά γιατί εμένα δεν θα με ερωτευόσουν έτσι ποτέ. Μου ζήταγες να ανοίξω μια πόρτα στον όλεθρο. Και λυπόμουν όχι γιατί θα έπεφτες στη φωτιά, αλλά γιατί δεν θα έπεφτες στη φωτιά για μένα.

ΠΑΣΙΦΑΗ, απορημένη, έκπληκτη σχεδόν: Ένα κούφιο ομοίωμα ζώου και μέσα του μια γυναίκα. Ένα ζωντανό κουφάρι μέσα στην κούφια σου κατασκευή! Μ’ αγαπούσες; Είναι δυνατόν να μ’ αγαπούσες και συνάμα να μου δίνεις το κλειδί της κόλασης;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που κάθεται στο μπράτσο της πολυθρόνας της: Στον δικό μου κόσμο, αγάπη είναι να δίνεις ό, τι σου ζητάνε, να δίνεις ό, τι έχεις. Κι εσύ μου ζήτησες την Κόλαση. Πώς θα μπορούσα να στην αρνηθώ;

Άλλη μία παύση. Βλέπεις, λοιπόν, ομορφιά μου, με δικά σου έξοδα έκανες αυτή διαδρομή, αλλά τη νύχτα που ήρθες να με βρεις, είχες ήδη επιλέξει τον προορισμό.

Η Πασιφάη μένει σιωπηλή. Ο Δαίδαλος σηκώνεται και κατευθύνεται προς το μπαρ.

ΠΑΣΙΦΑΗ, καγχάζει: Έναν λευκό ταύρο.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που γυρνάει προς το μέρος της: Τι είπες;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Πάνω στο μνήμα του Μίνωα τοποθέτησα έναν μαρμάρινο λευκό ταύρο. Το σύμβολο της παντοδυναμίας του να είναι η ταφόπλακά του! Η αφετηρία της κούρσας προς την εξουσία… και ο τερματισμός. Της ζωής του και της δικής μου. «Δεν είναι αμαρτία ένα τόσο σπάνια όμορφο ζώο να πάει χαμένο; Να θυσιαστεί γιατί οι αφελείς πιστεύουν σε δοξασίες;» Ένιωθε τόσο δυνατός όταν ξεστόμιζε αυτά τα λόγια, πιο δυνατός κι από την ίδια την εξουσία… Με ένα ειρωνικό χαμόγελο. Πόσο δυνατός νιώθεις τώρα άραγε, Μίνωα; Μια μικρή σιωπή. Κι εσύ κι εγώ έχουμε κάνει πράγματα που κανένας άλλος άνθρωπος δεν θα τολμούσε ούτε καν να τα σκεφτεί. Πράγματα που δεν μπορούν να εξηγηθούν, που δεν χωράνε στη νόρμα και στο κανονικό. Εγώ, λοιπόν, διάλεξα τον προορισμό. Κι εσύ, τι έκανες εσύ;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Έσβησα το πρέπει κι έδωσα ένα μπορώ στο θέλω σου! Κι εσύ κι εγώ, κληρούχοι, όπως είπες πριν. Και μόνοι μας φυτέψαμε το χωράφι μας με λεμονιές, και με τα ίδια μας τα χέρια το κάψαμε από άκρη σ’ άκρη. Και πάλι θα το ξανακάνουμε. Και θα ‘μαστε ευγνώμονες που για κάποια χρόνια, μέρες ή ακόμα και ώρες το χωράφι μας είχε λεμονιές! Το λένε ζωή! Της γυρνάει την πλάτη και κατευθύνεται προς το μπαρ.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Κι όμως, εκείνο το βράδυ που ήρθα να σε βρω, απ’ όλες μου τις προσφορές δέχτηκες μόνο μία: εμένα.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που γυρνάει προς το μέρος της: Κάνεις λάθος! Δεν δέχτηκα καμία προσφορά σου και το ξέρεις! Σου είχα ήδη πει ότι θα έκανα ό, τι χρειαζόταν, ό, τι μπορούσα, ό, τι περνούσε από το χέρι μου! Εκείνη τη νύχτα σου είπα ότι σ’ αγαπώ. Κι εσύ έπεσες στην αγκαλιά μου κλαίγοντας. Δεν δέχτηκα τίποτα απ’ όσα μου πρόσφερες. Εγώ σου έδινα τα πάντα εκείνο το βράδυ, Πασιφάη. Την υπέρτατη λύση ως μηχανικός, την αγάπη μου και τον εγωισμό μου σαν άντρας. Κι ύστερα… εσύ μου ζητούσες κρυφές συναντήσεις αργά τη νύχτα, το θυμάσαι; Εσύ ερχόσουν σε  μένα.

ΠΑΣΙΦΑΗ, με ένα αδιόρατο παράπονο: Δηλαδή, αν δεν σε αναζητούσα εγώ, εσύ δεν θα ερχόσουν;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Εγώ δεν χρειαζόταν να έρθω, ήμουν ήδη εκεί. Μια μικρή παύση.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Κι όμως, παντρεύτηκες τη Ναυκράτη. Γιατί; Γιατί αυτήν;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Τι εννοείς;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Γιατί μια δούλα, μια υπηρέτρια κι όχι την αδελφή ενός ευγενούς, μια από τις Κυρίες των Τιμών, την κόρη ενός στρατηγού;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Η Ναυκράτη ήταν ένας πολύ γλυκός άνθρωπος, πράος, γαλήνιος. (Τώρα το ύφος του γίνεται αυστηρό) Και δεν την είδα ποτέ σαν δούλα.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Την αγάπησες;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Όχι όπως αγάπησα εσένα. Όμως η παρουσία της με ηρεμούσε.

ΠΑΣΙΦΑΗ, με ένα χαμόγελο ειρωνείας: Πάντα πίστευα ότι ο γάμος σου μαζί της είχε μια κρυμμένη σημειολογία.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Δηλαδή;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Την παντρεύτηκες λίγο αφού (κομπιάζει για λίγο)… λίγο μετά το δικό μου συμβάν…

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ε και; Ήμουν ερωτευμένος με τη σκιά μιας Βασίλισσας που κυνηγούσε χίμαιρες…

ΠΑΣΙΦΑΗ, που τον διακόπτει: Μια λύτρωση!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Έστω! Ήμουν λοιπόν ερωτευμένος με μια σκιά! Μην ξεχνάς όμως ότι είμαι άντρας! Σταματάει για λίγο. Για μια στιγμή πίστεψα ότι θα μπορούσα να κάνω μια οικογένεια και να ζήσω μια φυσιολογική ζωή. Χωρίς το μεγάλο έρωτα, οπωσδήποτε, χωρίς τον έρωτα γενικά. Ήταν ένας γάμος απάγκιο, η απόλυτη νηνεμία μέσα σε μια πολυτάραχη κι ανήσυχη ζωή. Όπως βλέπεις δεν υπάρχει κάποια σημειολογία πίσω από το γάμο μου, πέρα από την ανάγκη ενός κοινού ανθρώπου να ζήσει μια κοινή ζωή.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Εγώ πάντα θεωρούσα ότι ήθελες να μου πεις ότι αφού δεν μπορώ να έχω εσένα, θα έχω μια οποιαδήποτε. Μετά τη Βασίλισσα, η δούλα, έτσι κι αλλιώς όλες ίδιες είστε! Βασίλισσα και δούλα, ένα!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, με φανερή έκπληξη: Αλλόκοτο τρόπο έχεις για να ερμηνεύεις τα αισθήματα των ανθρώπων! Όχι, όχι αλλόκοτο, τελείως στρεβλό!  Ήμουν ένας άντρας που αγαπούσε μια γυναίκα! Μια γυναίκα που δεν μπορούσε να έχει! Γιατί ήσουν η γυναίκα του Βασιλιά, γιατί στην Αυλή του άντρα σου ήμουν ένας φιλοξενούμενος με αμφιλεγόμενο παρελθόν κι αβέβαιο μέλλον. Αλλά ακόμα κι αν μπορούσα να μην υπολογίσω όλα τα προηγούμενα, υπήρχε κάτι που δεν μπορούσα να υπερβώ… Γιατί και να το ‘θελα, δεν υπήρχε μαρμαρένιο αλώνι για να αναμετρηθεί ο θνητός με το θεϊκό…

ΠΑΣΙΦΑΗ, τον διακόπτει: Κι όμως, αναμετρήθηκες τελικά…

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ναι, αλλά δεν ήξερα ότι νίκησα! Μετά … κομπιάζει από το συμβάν, απομονώθηκες! Δεν έβλεπες κανέναν, δεν απαντούσες στα μηνύματά μου. Η μόνη απόκριση που ερχόταν με τη βάγια σου ήταν «η Βασίλισσα είναι καλά», τίποτε άλλο. Για εβδομάδες ολόκληρες. Άλλη μια παύση.  Ώσπου εμφανίστηκες στην Αυλή, παραμονές του γάμου μου. Έγκυος.

Δεν μιλάει κανείς. Η Ναυκράτη ήταν ήδη έγκυος όταν παντρευτήκαμε, γεννήσατε σχεδόν μαζί. Άλλη μια παύση. Μόνο που εκείνη δεν τα κατάφερε μετά τον τοκετό… Τέλος πάντων, για να τελειώνουμε με αυτή την ιστορία, δεν υπήρχε κανένας κρυμμένος συμβολισμός στο γάμο μου. Ήταν μόνο η σύντομη ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσα να έχω μια ήσυχη, συμβατική ζωή.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Και τώρα, αυτή την ήσυχη, συμβατική ζωή ονειρεύεσαι να μοιραστούμε στο νέο μας σπίτι;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ονειρεύομαι μια ζωή μαζί σου. Χωρίς λευκούς ταύρους να στοιχειώνουν τις νύχτες μας, μακριά από τα καχύποπτα βλέμματα στα σοκάκια της Κνωσού, μακριά από τον Μίνωα και την αιματοβαμμένη εξουσία του.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Και να παραχώσουμε κάτω από το χαλί όλα τα κρίματα που μας βαραίνουν κι όλα αυτά που μας χωρίζουν.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Πασιφάη, για τελευταία φορά, τα κρίματα και οι ανομίες ανήκουν στο παρελθόν! Αν θα ζήσουμε κουβαλώντας για πάντα τις συνέπειές τους; Δεν γίνεται αλλιώς! Αλλά πρέπει να ζήσουμε! Και τελικά, χώνεψέ το: τα κρίματα που μας βαραίνουν δεν μας χωρίζουν, μας ενώνουν! Για πάντα! Της γυρνάει την πλάτη και κατευθύνεται ξανά προς το μπαρ.

Μια σιωπή. Ο Δαίδαλος επιστρέφει κοντά στην Πασιφάη.

ΠΑΣΙΦΑΗ, σα να μιλάει στον εαυτό της: Δεν ήθελα να βλέπω κανένα… Δεν άντεχα τον εαυτό μου. Γυρνάει προς τον Δαίδαλο. Κλείστηκα στην κάμαρά μου. Ο Μίνωας στην αρχή δεν μπορούσε να καταλάβει. Όχι πως τον ένοιαζε! Το μόνο που τον απασχολούσε ήταν τα σχόλια που δημιουργούσε η απουσία μου από την Αυλή. Η εικόνα του ευτυχισμένου βασιλικού ζεύγους δεν έπρεπε επ’ ουδενί να χαλάσει! Έτρεμε το σκάνδαλο. Ούτε που φανταζόταν βέβαια… Και τότε ένιωσα για πρώτη φορά δυνατή. Με μια δύναμη χαιρέκακη, πως τώρα μπορούσα να του επιστρέψω την οδύνη που εξ αιτίας του βίωσα, λούζοντας τον με ένα σκάνδαλο πρωτοφανές, χωρίς προηγούμενο.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, με ένα αδιόρατο χαμόγελο: Και τα κατάφερες! Θυμάμαι το βράδυ που έμαθε τι είχε γίνει τελικά. Έξαλλος με κάλεσε στο γραφείο του. Φώναζε τόσο δυνατά που νόμιζες ότι θα ξεκολλήσουν οι σοβάδες από τους τοίχους. Σταματάει λίγο, σα να σκέφτεται κάτι.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Γιατί σταμάτησες;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Εκείνο το βράδυ κατάλαβα ποιος ήταν πραγματικά ο Μίνωας. Δεν υπήρχε μέσα του ίχνος αγάπης, συμπόνιας, ανθρωπιάς. Δεν ήταν καν ο προδομένος εγωισμός ενός άντρα που η γυναίκα του τον απάτησε με… κομπιάζει ξανά …με όποιον τρόπο. Δεν ένιωθε έκπληξη γι’ αυτό το ακατανόητο που συνέβαινε μέσα στο σπίτι του, στη διπλανή θέση στο κρεβάτι του! Κι ούτε τον αφορούσε κιόλας. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν το κόστος, πώς θα επηρέαζε την εικόνα του ως βασιλιά, τι αντίκτυπο θα είχε στην Αυλή, στην Κρήτη αλλά και σε όλο τον κόσμο. Τίποτα πιο πάνω από την πολιτική, τίποτα πιο πάνω από την εξουσία, κανένας πιο πάνω από το Μίνωα!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Αλήθεια, ποτέ δεν κατάλαβα γιατί σε φώναξε τότε. Τι ακριβώς ήθελε από σένα; Γιατί αν ήθελε να σε τιμωρήσει για… για τη λύση τέλος πάντων που έδωσες, τώρα κανείς από τους δυο μας δεν θα βρισκόταν εδώ. Κι ο Μίνωας θα ζούσε και θα βασίλευε.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Προφανώς. Ο Μίνωας μπορεί να ήταν ένας διεφθαρμένος πολιτικός, ήταν όμως ένας εξαιρετικά ευφυής άνθρωπος. Δύο θάνατοι μέσα στην Αυλή του, όσο καλά σκηνοθετημένοι κι αν ήταν, θα προκαλούσαν πάταγο, που στην τελική ανάλυση θα ήταν πολύ μεγαλύτερος από το σκάνδαλο που πήγαινε να καλύψει. Ή αν θες να στο θέσω διαφορετικά, εκείνη την εποχή η συγκυρία δεν ήταν η καλύτερη για να μας σκοτώσει. Τα διεθνή μέσα καθημερινά μετέδιδαν ρεπορτάζ για την αιμοσταγή πολιτική του. Αλλά ακόμα κι αν ήθελε να μας περάσει από εικονική δίκη, θα έπρεπε να έρθει στο φως ένα κατηγορητήριο που θα τον ενέπλεκε άμεσα: το υπέρτατο σύμβολο της παντοδυναμίας του και η αθέτηση εκ μέρους του της θείας υπόσχεσης που είχε δώσει. Και τότε κανείς δεν θα μπορούσε να εμποδίσει τον Ραδάμανθυ και το Σαρπηδόνα να διεκδικήσουν την εξουσία. Κι αυτό φυσικά ο Μίνωας δεν ήθελε ούτε να το σκέφτεται.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Τότε λοιπόν, τι ήθελε από σένα;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Όπως πολύ σωστά είπες λίγο πριν, το επιτελείο του Μίνωα ήταν μια χούφτα άχρηστα ανθρωπάκια που εξαντλούσαν την πολιτική δράση τους στο να σκύβουν το κεφάλι στον Βασιλιά, γνέφοντας ναι σε κάθε του απόφαση. Τώρα όμως ο Μίνωας δεν μπορούσε να λύσει την κρίση με έναν πόλεμο ή έναν πολιτικό εκβιασμό. Αυτήν την κρίση έπρεπε να τη διαχειριστεί. Και γι’ αυτό κάλεσε εμένα. Ήθελε την πολιτική συμβουλή μου. Κάθεται στην πολυθρόνα.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Και ποια ήταν αυτή;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που ανασηκώνει τους ώμους: Νομίζω πως την είδες στην πράξη: κοινή λογική. Ό, τι είχε προηγηθεί δεν ήταν αναστρέψιμο. Το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να μετριάσει τον αντίκτυπο. Όσο λιγότερη έκταση έδινε ό ίδιος σ’ αυτό που είχε συμβεί, τόσο περισσότερο το αποδυνάμωνε. Ο λαός ήξερε, μα με έναν τρόπο νεφελώδη. Το … συμβάν έμοιαζε τόσο εξωπραγματικό, που θα μπορούσε και να θεωρηθεί ένας αστικός μύθος.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Κι αυτό ήταν όλο το περιεχόμενο της συζήτησής σας;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Σε γενικές γραμμές, ναι.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Είσαι σίγουρος πως δεν ξεχνάς κάτι απ’ όλα όσα είπατε εκείνο το βράδυ;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που μπαίνει αμέσως στο νόημα: Νόμιζα πως δεν είχες ιδέα για το τι κουβέντιασα με τον Μίνωα!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Νόμιζα πως δεν υπάρχουν μυστικά μεταξύ μας!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Δεν είναι μυστικό μια αλήθεια για την οποία δεν υπάρχει κανένας λόγος να ειπωθεί τώρα!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Αυτό άσε με να το κρίνω εγώ! Λοιπόν, μήπως θες να συμπληρώσεις κάτι στην κατά τ’ άλλα τόσο ενδιαφέρουσα αφήγησή σου; Κάτι που ίσως ξέχασες;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Πώς το έμαθες;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Αυτό σε νοιάζει; Ξεχνάς ότι ο Μίνωας ήταν άντρας μου; Από όλα τα πράγματα στον κόσμο που θα μπορούσε να μου πει, με σιγουριά αυτό ήταν το πρώτο! Λέγε λοιπόν!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Αφού το ξέρεις!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Θέλω να τ’ ακούσω!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που νευριασμένος ανάβει τσιγάρο και κατευθύνεται προς το παράθυρο: Η Πασιφάη θέλει όλη την αλήθεια, ας της πούμε όλη την αλήθεια. Ακόμα κι αν την ξέρει, η Πασιφάη θέλει να την ξανακούσει! Άκου λοιπόν! Ήσουν έγκυος κι ο Μίνωας ήταν σίγουρος για την προέλευση αυτού του… πλάσματος. Ήταν πεπεισμένος ότι θα γεννούσες ένα τέρας. Κι αυτό τον τρομοκρατούσε. Μου είπε πως σου ζήτησε να κάνεις έκτρωση αλλά εσύ δεν ήθελες ούτε να το ακούσεις. Και τότε μου ζήτησε να σου μιλήσω, να προσπαθήσω να σου αλλάξω γνώμη.

ΠΑΣΙΦΑΗ, που τον διακόπτει: Παρ’ ολ’ αυτά, εκείνο το βράδυ ο Μίνωας ήρθε στην κρεβατοκάμαρά μου για να μου αναγγείλει περιχαρής ότι τελικά θα ήταν μεγάλο λάθος να ρίξω αυτό το παιδί. Δεν ήταν αυτός ακριβώς ο χαρακτηρισμός του βέβαια. Τέλος πάντων. Μου είπε ακόμα ότι ο ξεχωριστός του συνεργάτης, ο Δαίδαλος με την ανυπέρβλητη ευφυΐα – κι εδώ οι χαρακτηρισμοί είναι απολύτως ακριβείς- του έδωσε να καταλάβει ότι ένα τέτοιο γέννημα θα άνοιγε νέους δρόμους στην κυριαρχία του: θα ήταν ένα νέο υπέρ-όπλο στην κατοχή του! Σταματάει για λίγο. Κι έκλεισε το θριαμβευτικό λογίδριο που εσύ τον δασκάλεψες λέγοντας πως ακόμα κι αν ήταν ένα τέρας στη μορφή, αλλά εντελώς ακίνδυνο, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα αξιοθέατο για τους τουρίστες σε ένα θεματικό πάρκο που εσύ θα έφτιαχνες!  Μπορείς να μου εξηγήσεις τι στο διάβολο έκανες εκείνο το βράδυ; Ε; Κατηγορείς τον Μίνωα πως ήταν απάνθρωπος κι αιμοσταγής! Τι είδους άνθρωπος είναι αυτός που καταστρώνει τέτοια σχέδια για το παιδί που μεγαλώνει στην κοιλιά της γυναίκας που υποτίθεται ότι αγαπάει; Ποιος άνθρωπος παίζει στα ζάρια το μέλλον μιας αγέννητης ύπαρξης, ε;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, έξαλλος κινείται με δύναμη προς το μέρος της: Σκάσε! Την αρπάζει από το μπράτσο. Σκάσε, μη μιλάς άλλο!

ΠΑΣΙΦΑΗ, που πονάει καθώς ο Δαίδαλος της σφίγγει το μπράτσο: Μα εγώ δεν έχω να πω κάτι άλλο! Εσύ περιμένω να δω τι έχεις να πεις!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που την αφήνει σπρώχνοντας την: Δεν κατάλαβες ποτέ τίποτα! Τίποτα!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Εξήγησέ μου, λοιπόν!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Δεν υπάρχει λόγος! Θα μείνεις για πάντα απορροφημένη στον μικρόκοσμο της ύπαρξης σου, χωρίς να μπορείς να δεις, να νιώσεις τι συμβαίνει έξω από σένα! Το φοβερό όμως είναι πως ό, τι συμβαίνει έξω από σένα, σε αφορά! Είναι για σένα! Αλλά εσύ το προσπερνάς, το θάβεις, ο δικός σου σκοπός είναι ανώτερος, ο δικός σου σταυρός είναι βαρύτερος!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Τι συνέβαινε έξω από μένα, Δαίδαλε; Τι δεν μπορούσα να δω;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Κι εγώ κι ο Μίνωας ξέραμε πως είσαι έγκυος. Μόνο ο Μίνωας όμως είχε τη βεβαιότητα για την … πατρότητα. Αυτό που δεν ήξερε βέβαια ήταν ότι όλο το προηγούμενο διάστημα εσύ κι εγώ είχαμε σχέσεις! Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν, είχα κάθε λόγο να πιστεύω πως ήσουν έγκυος στο παιδί μας! Καμιάς ύπαρξης το μέλλον δεν έπαιζα στα ζάρια! Μια μπλόφα έπαιξα, για να κρατήσω αυτό το παιδί στη ζωή! Με την ελπίδα πως ήταν δικό μας! Σε κάθε περίπτωση, υπερασπίστηκα το δικό σου θέλω! Αλλά όχι, ο Δαίδαλος ένα με τον Μίνωα! Απομακρύνεται και κινείται προς το μπαρ.  

ΠΑΣΙΦΑΗ: Και γιατί δεν είπες ποτέ τίποτα;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Γιατί το παιδί δεν ήταν δικό μου, αλλά εσύ είχες κερδίσει. Ποιο το νόημα να μάθεις το παρασκήνιο μιας ανύπαρκτης ιστορίας;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Γιατί έφτιαξες τον Λαβύρινθο;

Ο Δαίδαλος ακινητοποιείται, με την πλάτη του γυρισμένη στην Πασιφάη.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Μου το ζήτησε ο Μίνωας, το ξέρεις αυτό. Συνεχίζει να προχωράει.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Κι εσύ, δεν ήξερες τι τον ήθελε; Κοίταζέ με όταν σου μιλάω!

Ο Δαίδαλος γυρίζει προς το μέρος της.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, αλύγιστος: Μου είπε πως τον ήθελε σαν χώρο παιχνιδιού. Δεν φαντάστηκα, δεν υποψιάστηκα κάτι στην αρχή…

ΠΑΣΙΦΑΗ, γελώντας: Στην αρχή; Μετά; Εξακολουθούσες να πιστεύεις πως έφτιαχνες απλά ένα «χώρο για παιχνίδι»; Αλήθεια, ο Μίνωας φάνηκε πιο έξυπνος από εσένα; Ο ευρηματικός, ευφυής Δαίδαλος παγιδεύτηκε από έναν πολιτικάντη; Παιχνίδι, Δαίδαλε; Ποιος γονιός φτιάχνει ένα λαβύρινθο για να παίζει το παιδί του;!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Δεν ήταν παιδί του!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ήταν δικό μου!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ήταν ένα τέρας!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Που βγήκε από τα σπλάχνα μου!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Από τα σπλάχνα σου βγήκε ένα τέρας!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Το κράτησα στην αγκαλιά μου! Το νανούρισα! Το θήλασα! Του είπα παραμύθια!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Κι αν εγώ δεν έφτιαχνα τον Λαβύρινθο, θα σ’ έτρωγε ζωντανή!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Εμένα δεν θα με πείραζε ποτέ!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ήταν δημόσιος κίνδυνος!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ήταν μια βολική απειλή, ένα αρχέγονο φόβητρο για να κάνει ο Μίνωας πολιτική! Για να ορίζει τα λιμάνια των συμμάχων-υποτελών του, για να διασφαλίζει τα μονοπώλιά του, για να γδύνει τα θησαυροφυλάκια των γειτόνων του! Δώσε τους ένα κακό κοινό, να νιώθουν όλοι ότι ο αφανισμός κρέμεται πάνω από τις ανήμπορες υπάρξεις τους, τάισε τους τρόμο για τον ανύπαρκτο εχθρό, ο τρόμος είναι ο εχθρός! Κατασκεύασε έναν κίνδυνο, δαιμονοποίησε το διαφορετικό, σκόρπισε ένα μαύρο θρύλο και υπόταξε τη μάζα! Αυτό ήταν το πολιτικό όραμα του Μίνωα. Κι εσύ τον βοήθησες να κάνει τον εκφοβισμό καθημερινή πρακτική. Το τέρας δεν το γέννησα εγώ, εσείς το φτιάξατε!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ακόμα κι έτσι αν είναι, το ξέρεις ότι δεν μπορούσα να του αρνηθώ.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Γιατί;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Γιατί στην ίδια Αυλή ζούσε ο Ίκαρος. Στην ίδια Αυλή ζούσες κι εσύ…

ΠΑΣΙΦΑΗ: Μόνο μεγαλείο ψυχής και ηρωισμός, λοιπόν, για τον Δαίδαλο; Υποτάσσεται στη θέληση του βασιλιά για να σώσει τη ζωή του γιου και της κρυφής του αγαπημένης;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Σου φαίνεται τόσο παράξενο;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Δεν μου φαίνεται αρκετό. Ευγενικό κίνητρο ή ασύμμετρη φιλοδοξία; Ήθελες τη δική σου οδό για την Αιωνιότητα! Ο Δαίδαλος, ο αξεπέραστος μηχανικός, ο ταλαντούχος γλύπτης, ο μοναδικός τεχνίτης! Με μένα έκανες την αρχή, αλλά με τον Λαβύρινθο θα κατακτούσες την κορυφή! Κι εδώ δεν χρειαζόταν να σπρώξεις κάποιον στον γκρεμό. Μόνο να ρίξεις σε ένα Λαβύρινθο-μπουντρούμι ένα… όχι δεν θα σου κάνω τη χάρη να πω «τέρας»! Σ’ ενοχλεί η λέξη παιδί; Ε;  Όσο και να σ’ ενοχλεί, το δικό μου παιδί φυλακίστηκε μέσα στη μεγαλειώδη κατασκευή σου! Κι έπειτα καμαρωτός ο Δαίδαλος να περνάει στη μεγάλη παρέλαση που διοργάνωσε ο Μίνωας προς τιμήν σου, τη μέρα των εγκαινίων! Σου εκβίασε και τα πλατιά χαμόγελα, σου επέβαλε τους μεγαλόπρεπους χαιρετισμούς στο πλήθος, σε εξανάγκασε χωρίς καμιά ντροπή να καμαρώνεις για ένα θρίαμβο που έχτισες έχοντας κομματιάσει το δικό μου κορμί και τη δική μου ζωή, σε έβαλε με το ζόρι να δέχεσαι συγχαρητήρια που το ακατονόμαστο γέννημα της αλλοπαρμένης βασίλισσας πήγε επιτέλους εκεί που του άξιζε; Κάθε χειροκρότημα που απολάμβανες χαμογελαστός, κάθε φιλοφρόνηση που δεχόσουν κορδώνοντας το θώρακα, κάθε σφίξιμο του χεριού, κάθε χτύπημα στην πλάτη με νόημα, όλα ήταν μια ακόμα πέτρα σε έναν δημόσιο λιθοβολισμό, κομμάτια της προδοσίας που εσύ σφράγιζες: ένας ολόκληρος λαός φτύνει μέσα στα μούτρα τη Βασίλισσά του. Φτύνει κατάμουτρα τη δική σου Βασίλισσα, τη δική σου αγαπημένη! Νοιάστηκες τάχα μου να υπερασπιστείς τη ζωή μου, μα ό, τι είχε απομείνει από την τιμή μου, χα, σκόνη να γίνει για να ζήσει τον θρίαμβό του ο Δαίδαλος! Μ’ έδεσες πίσω από το άρμα σου και μ’ έσυρες γυμνή μέσα σ’ όλη τη χώρα εκείνη τη μέρα!

Ο Δαίδαλος έρχεται προς το  μέρος της και κάθεται στην άκρη του κρεβατιού με το κεφάλι του μέσα στα χέρια του.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, ίσα που ακούγεται στην αρχή: Ήσουν όμως ζωντανή. Ήσουν ζωντανή. Τώρα φωνάζει. Τουλάχιστον σε είχα ζωντανή!

ΠΑΣΙΦΑΗ: «Ζωντανή»; Αυτό έχεις να πεις;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, με μια θλιμμένη οργή: Τι θες από μένα, επιτέλους; Ναι, ήμουν περήφανος για τον Λαβύρινθο. Ακόμα είμαι. Είναι το δικό μου παιδί. Μεγαλειώδες στην αυτοτέλειά του, ένα έργο χωρίς προηγούμενο, μοναδικό στη σύλληψη και την εκτέλεσή του. Αν ονειρευόμουν αυτόν το θρίαμβο μια ζωή; Ναι! Μα όχι έτσι! Πίστεψες ότι ο Μίνωας οργάνωσε όλο αυτό το πανηγύρι μόνο για να με τιμήσει;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Για τι άλλο; Είχε ακόμα μια υπέροχη ευκαιρία να διασκεδάσει το λαό του, καμαρώνοντας για τον λαμπερό φιλοξενούμενό του.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Φιλοξενούμενος αιχμάλωτος! Χαμογέλα Δαίδαλε στο πλήθος, δεν μπορείς να κάνεις βήμα έξω από το παλάτι! Απόλαυσε το μεγαλείο του θριάμβου σου, ζήσε την αποθέωση της τέχνης σου που είναι η σφραγίδα της δικής μου κυριαρχίας! Είπες πριν πως ήσουν ξένη στην Αυλή του Μίνωα. Ξένος ήμουν κι εγώ. Εσένα σε ακολουθούσε η φήμη της τρελής γενιάς σου, εμένα μια κατηγορία για φόνο. Φαντάστηκες πως ο Μίνωας θα δυσκολευόταν να με δώσει στον όχλο για να με λυντσάρουν; Μόνη σου το είπες: κάνε τους να μοιραστούνε ένα κοινό κακό. Ένας ξένος με ίσκιο βαρύ από ένα φονικό! Αυτός οδήγησε τη Βασίλισσά σας στο βάραθρο, αυτός άνοιξε το δρόμο για να φέρει στον κόσμο η Πασιφάη τον Μινώταυρο! Αυτός είναι ο κομιστής των συμφορών! Στην πυρά! Στην αγχόνη! Και μετά, να παίρνει σειρά και η Βασίλισσα που καμιά γυναίκα της γενιάς της καλό δε χρωστάει! Χαμογελούσα, ναι! Γιατί όσο χαμογελούσα και ήμουν ζωντανός, σε κρατούσα κι εσένα ζωντανή! Γιατί στην Αυλή σου σε μισούσαν! Κι όσοι δεν σε μισούσαν, ούτε καν σε νοιάζονταν! Εγώ μόνο σ’ αγαπούσα! Και δεν σε πρόδωσα!

 ΠΑΣΙΦΑΗ: Ήρωας λοιπόν;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Όχι! Δειλός! Πιο δειλός κι απ’ τους δειλούς. Μα αγόραζα χρόνο, προσπαθούσα να σκεφτώ έναν τρόπο να γλυτώσουμε από αυτόν τον εφιάλτη! Μη με βασανίζεις άλλο!

Μια σιωπή. Ο Δαίδαλος σηκώνεται από το κρεβάτι, κατευθύνεται προς το παράθυρο.

ΠΑΣΙΦΑΗ, που έχει βουρκώσει: Αν ήξερες πόσο έχω βασανιστεί εγώ…

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Μα δεν το αμφισβήτησα ποτέ! Εκεί ήμουν! Ακόμα κι όταν έφυγα έψαχνα τρόπους να σε πάρω από την Κρήτη! Ποτέ δεν σ’ εγκατέλειψα! Εσένα όχι!

ΠΑΣΙΦΑΗ, σχεδόν από μέσα της: Το ξέρω…

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που την πλησιάζει και την αγκαλιάζει: Τότε μη με δικάζεις κι εσύ, σε παρακαλώ… Οι αναμνήσεις κάποτε ξεθωριάζουν, η συνείδηση όμως δεν κοιμάται ποτέ…  Μια παύση. Όταν πέθανε η Ναυκράτη είχα μόνο μια αγωνία: να μείνω ζωντανός για να μη μείνει ολομόναχος ο Ίκαρος. Σταματάει για λίγο. Τελικά έμεινα εγώ ζωντανός, μόνο.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Τώρα γιατί βασανίζεις εσύ τον εαυτό σου; Ήσουν πάντα ένας πολύ καλός πατέρας.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που χαμογελάει βεβιασμένα: Όχι πάντα, όχι την κρίσιμη στιγμή, όχι ως το τέλος. Ο Ίκαρος γεννήθηκε στην Κνωσό. Μεγάλωσε σε ένα προστατευμένο περιβάλλον, αλλά αιχμάλωτος. Χαμογελάει. Ονειρευόταν ταξίδια σ’ όλον τον κόσμο. Ταξίδια χωρίς επιστροφή. Της δείχνει από μακριά τη φωτογραφία που βρίσκεται πάνω στο κομοδίνο. Ήταν στα γενέθλιά του, τα τελευταία που θα γιόρταζε στην Κνωσό. Τα τελευταία του γενέθλια… «Και πού σχεδιάζεις να ταξιδέψεις;», τον ρώτησα εκείνη τη μέρα. «Δεν σχεδιάζω, πατέρα. Ονειρεύομαι.» Τον πείραξα, ότι τάχα μου κόλλαγε στις λέξεις. «Το ίδιο πράγμα λέμε», του είπα. Κούνησε το κεφάλι του και μου απάντησε με ένα χαμόγελο συγκατάβασης, γιατί μάλλον ήμουν πολύ μεγάλος για να πιάσω τον παλμό μια ανήσυχης εφηβικής καρδιάς: «Όχι, δεν λέμε το ίδιο. Τα σχέδια τα εκτελείς, τα όνειρα τα κυνηγάς» Έχει βουρκώσει.

ΠΑΣΙΦΑΗ, που τον πλησιάζει: Έκανες τα πάντα για τον Ίκαρο!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Έρχεται κάποτε μια μέρα, έτσι απλά, ξαφνικά, αναπάντεχα, απρόκλητα που συνειδητοποιείς ότι κανένα χάρισμά σου δεν μπορεί να αξιοποιηθεί, κανένα ταλέντο σου δεν μπορείς να χρησιμοποιήσεις, κανένα πλεονέκτημα δεν υπάρχει πια. Τίποτα από όλα αυτά που ξέρεις να λες και να κάνεις, κι ακόμα χειρότερα, τίποτα από όλα αυτά που αγαπάς να λες και  να κάνεις, δεν έχει κανένα νόημα, γιατί πολύ απλά δεν έχει αποτέλεσμα. Κανένα. Για μένα αυτή η μέρα ήταν η μέρα που έχασα τον Ίκαρο.  Είχες δίκιο τελικά.

ΠΑΣΙΦΑΗ, έκπληκτη: Σε τι;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Δεν μοιάζουμε.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Γιατί το λες;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Εσύ για το σκοπό σου ξεπέρασες το εγώ σου. Το δικό μου εγώ ξεπέρασε το σκοπό μου. Γυρνάει προς το μέρος της. Από τότε που ήρθα στην Σικελία κάθε νύχτα πετάγομαι στον ύπνο μου. Ένας εφιάλτης που με πιάνει από το λαιμό. Ο Ίκαρος να χάνεται από τα μάτια μου, ψηλά. Κι εγώ ανοίγω το στόμα μου, αλλά δεν μπορώ να τον φωνάξω. Κι έπειτα τον βλέπω να πέφτει. Απλώνω το χέρι μου για να τον πιάσω. Και τότε δεν μπορώ να ξεχωρίσω αν είναι ο Τάλως ή ο Ίκαρος. Χαμογελάει με πικρία. Ο Δαίδαλος, «ο σπουδαίος μηχανικός, ο αξεπέραστος τεχνίτης», ένας αριβίστας που ξεπούλησε την ψυχή του για το μεγαλείο. Βλέπεις, υπάρχουν και νεκροί που δεν μπορείς να θάψεις.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Δεν φταις εσύ για το θάνατο του Ίκαρου.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Α, ναι; Η δική μου ιδέα, η δική μου κατασκευή τον οδήγησε στο θάνατο! Φεύγοντας από την  Κνωσό δεν ήξερα αν και πότε θα σε ξαναέβλεπα. Είχα όμως την πεποίθηση ότι τουλάχιστον έσωζα το γιο μου… Αλλά όχι.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ο Ίκαρος σκοτώθηκε γιατί δεν έκανε αυτό που είπες! Ήθελε κι αυτός τη δική του στιγμή στο θρίαμβο, Δαίδαλε! Του έδωσες το μέσο, μα εκείνος είχε ήδη διαλέξει τον προορισμό! Εσύ το είπες! Τον πλησιάζει. Έκανες αυτό που έπρεπε κι αυτό που μπορούσες.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Δεν υπάρχει μέρα που να μην σκέφτομαι, ξανά και ξανά, εκείνα τα σχέδια. Τι θα μπορούσα να είχα κάνει διαφορετικό.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Σταμάτα να βασανίζεις τον εαυτό σου έτσι! Μπορείς να ξαναπάρεις στα χέρια σου εκείνο το σχέδιο. Απόψε, τώρα! Το πιο πιθανό είναι ότι θα βρεις μετά από πολλή κι επώδυνη έρευνα ένα στοιχείο, μια μικροσκοπική λεπτομέρεια που ίσως θα μπορούσες να έχεις υλοποιήσει διαφορετικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι απαραίτητα θα άλλαζε κάτι, ότι θα απέτρεπες το θάνατο του Ίκαρου.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ίσως όμως και να άλλαζε!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ίσως! Εσύ ο επιστήμονας, ο τεχνοκράτης που στήριξες όλη σου τη ζωή στη λογική και στη βεβαιότητα, ζήσε από δω και πέρα με ένα ίσως!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Κι όμως, αν με ρωτούσες, τώρα θα ήθελα να ήμουν ένα άσημος τεχνίτης, τελευταίος μάστορας, που ανώνυμος θα ζούσε μια ήσυχη ζωή, χωρίς ποτέ κανείς να τον μνημονεύσει. Κάποιος χωρίς μεγάλες ιδέες και φανταχτερές φιλοδοξίες. Θα μάθαινα στον Ίκαρο να επιδιώκει τα μικρά, να κοιτάει στην ευθεία κι όχι ψηλά. Και τώρα θα ήταν ζωντανός.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Και τι ζωή θα ήταν αυτή; Ακόμα κι ένα μυρμήγκι που δεν κάνει τίποτε άλλο από το να κουβαλάει έναν κόκκο χώμα θα είχε μεγαλύτερη αξία από μια τέτοια θλιβερή ύπαρξη! «Μικρά, όχι ψηλά». Και ποιος σου είπε πως δεν πεθαίνουν κι αυτοί που κοιτάζουν ευθεία κι όχι ψηλά; Κι έπειτα, τι σε κάνει να πιστεύεις πως ακόμα και να μεγάλωνες τον Ίκαρο με τόση… ψάχνει να βρει τη λέξη… με τόση μετριοπάθεια, δεν θα’ χε μέσα του τη δική του φλόγα που θα τον πρόσταζε να σηκώσει το βλέμμα του πιο ψηλά κι απ’ τα ψηλότερα; Και τότε θα σε μισούσε γιατί τόσα χρόνια το μόνο που έκανες ήταν να του λες πως ο κόσμος τελειώνει στον φράχτη του κήπου σας. Αυτόν τον μικρό κήπο που τόσο περιφρονούσες πάντα… τώρα θα’ θελες να είναι η ανατροφή του γιου σου;  Θα  καταδίκαζες τον Ίκαρο να ζήσει για πάντα με το  κεφάλι σκυμμένο; Η Κνωσός τον έπνιγε, εσύ το είπες.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, με οργή και ειρωνεία: Όλους μας έπνιγε η Κνωσός. Εσωστρεφής, κεντρομόλος, με μια διάχυτη υπεροψία, φτηνά φιλήδονη κι αυτάρεσκη. Μια κοινωνία βαθιά κοιμισμένη, απορροφημένη από το εγώ της, ολότελα δοσμένη στο παραμύθι της ευημερίας που την τάιζε ο Μίνωας. Και δεν ήταν η πατρίδα κανενός μας, ε;. Όλους μας έπνιγε η Κνωσός κι όμως όλοι είχαμε γίνει κομμάτι της! Κολακεύαμε την αδράνειά της, ενδίδαμε στην ευκολία της, πασχίζαμε να στριμώξουμε τους μικρούς μας θριάμβους μέσα στους κόλπους της, παραμερίζαμε για να παρελάσει ανενόχλητη η ξιπασιά της, πιστέψαμε κι εμείς πως κρατάμε ένα κουρελάκι παντοδυναμίας! Μ’ αυτό το κουρελάκι προσπάθησα να σώσω τον Ίκαρο. Μ’ αυτό το κουρελάκι!

Μια μικρή παύση. Η Πασιφάη κοιτάζει γύρω της.

Αυτά τα σχέδια τα κουβαλάς πάντα μαζί σου;

Ο Δαίδαλος δεν απαντάει.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Σε ρωτάω! Τα έχεις πάντα μαζί σου;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, ξέπνοα: Ναι…

Η Πασιφάη ανοίγει τα συρτάρια των κομοδίνων με νεύρο. Τα βρίσκει. Παρ’τα! Κοίτα τα! Κοίτα τα! Τι ελπίζεις να βρεις; Τι; Μια αφορμή για να βυθίσεις την ύπαρξή σου σε ακόμα πιο βαθύ πένθος; Ένα λόγο για να κατηγορήσεις ακόμα περισσότερο τον εαυτό σου; Εσύ δεν είπες «τώρα κοιτάμε μπροστά»; Διάλεξε που θες να κοιτάξεις, Δαίδαλε! Τα σχέδια ή το μέλλον! Διάλεξε! Πετάει τα σχέδια κάτω.

Ο Δαίδαλος την προσπερνάει και κατευθύνεται προς το κέντρο της σκηνής.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ίσως θα μπορούσα να περιμένω λίγο ακόμα. Αν είχα περισσότερο χρόνο, ίσως έβλεπα κάποιο ελάττωμα στην κατασκευή μου, θα μπορούσα να τη βελτιώσω…

ΠΑΣΙΦΑΗ, που τον διακόπτει: Δεν είχες όμως χρόνο! Το ξέρεις πολύ καλά! Ο Μίνωας δε θα σου συγχωρούσε ποτέ αυτό που έκανες! Ο Λαβύρινθος θα περίμενε εσένα και τον Ίκαρο! Και δεν είχε σημασία αν ήσουν ο μόνος που θα ήξερες πώς να βγεις, γιατί η πόρτα του δεν θα άνοιγε ποτέ! Δεν είχες άλλη επιλογή! Κι αυτό που έκανες ήταν το σωστό!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που την κοιτάζει με έκπληξη: Εσύ το λες αυτό;

ΠΑΣΙΦΑΗ, με ένα στωικό χαμόγελο: Αυτό είναι το μόνο κομμάτι της ιστορίας μας που έχω αποδεχθεί. Ήταν… πώς να στο πω, μια μικρή, σύντομη λύτρωση. Ο Δαίδαλος κάθεται στην πολυθρόνα και η Πασιφάη τον πλησιάζει.

Εγώ έστειλα την Αριάδνη σε σένα. Ήξερα πως μόνο εσύ, για μια φορά ακόμα, είχες τη λύση. Ήρθε στην κάμαρά μου κλαίγοντας. Ήταν απελπισμένη. Ο πρώτος της έρωτας και την έστελνε στην απόγνωση. Χαμογελάει. Κι άλλος ένας απεγνωσμένος έρωτας στην οικογένεια. Αυτός όμως θα μπορούσε να ζήσει. Η Αριάδνη μπορούσε να έχει τη δική της ευκαιρία στην ευτυχία.  Εκείνη τη νύχτα έπρεπε να κάνω μια επιλογή. Πίστευα πως λύτρωνα το ένα μου παιδί από μια ζωή που δεν μπορούσε να ζήσει κι έδινα στο άλλο το κλειδί για τη δική του ευτυχία. Βοήθησα το ένα μου παιδί σκοτώνοντας το άλλο. Σταματάει για λίγο. Βέβαια, όταν της είπα να έρθει να σε βρει, δεν ήμουν σίγουρη ότι θα τη βοηθούσες…

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Γιατί;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Γιατί αυτό θα σήμαινε το τέλος σου.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που τη διακόπτει: «Η οργή του Μίνωα θα ξέσπαγε πάνω στο κεφάλι μου», έτσι δεν της είχες πει;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ήθελα να ξέρει ποιες είναι οι πιθανότητές της.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Πριν κάποια χρόνια, όταν η Αριάδνη ήταν ακόμα παιδί, η μάνα της, χτυπημένη από έναν αλλότριο πόθο, μου ζήτησε μια λύση. Και τώρα, η Αριάδνη ήθελε να σώσει τον πρώτο εφηβικό της έρωτα από βέβαιο χαμό. Κι ήταν όλα μια αλυσίδα γεγονότων και προσώπων. Δεν μπορούσα να της στερήσω τον τελευταίο κρίκο από μια αλυσίδα που εμείς φτιάξαμε… Έπειτα, δεν ήταν μόνο η Αριάδνη και η ρομαντική της ιστορία και το δικό μας παρελθόν.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Αλλά;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Προτού μου στείλεις την Αριάδνη, είχα ήδη συναντηθεί με το Θησέα.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Αυτό δεν το ήξερε ούτε η Αριάδνη!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Δεν το ήξερε κανείς! Μου έστειλε μήνυμα με έναν υπηρέτη του και συναντηθήκαμε στα χαλάσματα μιας παλιάς αγροικίας στις παρυφές της Κνωσού.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Και σου ζήτησε να τον βοηθήσεις;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ήξερε ποιος ήμουν. Ήξερε ότι μόνο εγώ θα μπορούσα να τον βγάλω από το Λαβύρινθο. Κι αυτό μου ζήτησε.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Κι εσύ τι του είπες;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, με ένα αδιόρατο χαμόγελο: Μάλλον δεν πρόσεξες τι σου είπα ακριβώς. Το μόνο που μου ζήτησε ήταν να του δώσω έναν τρόπο να βγει από το Λαβύρινθο. Ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να …. κομπιάζει λίγο

ΠΑΣΙΦΑΗ: … να σκοτώσει το Μινώταυρο… Δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω το Θησέα. Ένας ρομαντικός ήρωας, λοιπόν;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που σηκώνεται: Πες το κι έτσι. Ένας νέος άνθρωπος με θέληση, αποφασισμένος να μη σκύψει το κεφάλι του στον ισχυρό. Είπε «όχι, εγώ δεν θα αγοράσω τον τρόμο που παράγετε. Εγώ θα τον πολεμήσω! Θα τον πολεμήσω και θα τον νικήσω!» Κι αυτό που τον έκανε να φαντάζει ακόμα πιο μεγαλειώδης στα μάτια μου ήταν πως όταν πήρε αυτή την απόφαση, δεν είχε καν γνωρίσει την Αριάδνη, δεν είχε ιδέα ότι θα μπορούσα να τον βοηθήσω. Αυτό που ζήλεψα όμως ήταν ότι είχε εκείνη τη φλόγα στα μάτια… αυτή που έχεις πριν αποφασίσεις να συμβιβαστείς, όταν ακόμα αντέχεις να σε κοιτάνε με ανασηκωμένο το φρύδι. Ήταν κι ο Θησέας σαν τον Ίκαρο: δεν σχεδίαζε, ονειρευόταν. Μέσα του δεν υπήρχαν λογική και πιθανότητες. Δεν ήταν άγνοια κινδύνου, ούτε νεανική επιπολαιότητα. Μόνο μια ασυγκράτητη ορμή να νικήσει το θηρίο της εξουσίας, μια δίψα για ελευθερία. Και μια αγανάκτηση απέναντι στο άδικο που χρόνια τώρα ήταν νόμος. Στάθηκε όρθιος απέναντι στον Μίνωα, όρθιος απέναντι σε όλο τον κόσμο. Δεν πάσχιζε για τον θρίαμβο, δεν τον ένοιαζε η συντριβή. Το ιδανικό του ήταν πάνω από το εγώ του.

Γι’ αυτό και μόνο άξιζε κάθε βοήθεια.

Μια μικρή παύση. Αν ο Θησέας κατάφερνε το ακατόρθωτο, αυτό θα σήμαινε το τέλος της παντοδυναμίας του Μίνωα. Το κράτος τρόμου που τον βοήθησα να οικοδομήσει θα διαλυόταν. Ο ήρωας σκότωσε τον Τρόμο κι ο τεχνίτης νίκησε το  βασιλιά!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Κι ο καθένας τους είχε έναν πολύ καλό λόγο για να το κάνει.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Η πολιτική του Μίνωα δεν αηδίαζε μόνο εσένα. Όταν ήμουν ακόμη στην Αθήνα λεγόντουσαν πολλά –παράνομες φυλακίσεις, σκηνοθετημένες εξαφανίσεις αντιφρονούντων. Παρ’ όλ’ αυτά, όταν ήρθα στην Κρήτη, τα πράγματα ήταν ήρεμα. Κι ο κόσμος φαινόταν να τον αγαπάει, να τον στηρίζει. Και μάλιστα θυμάμαι, αυτό ήταν που μου έκανε εντύπωση τον πρώτο καιρό: η αποδοχή που έβλεπα να έχει ο Μίνωας στη μάζα.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Όπως κάθε φασίστας, ο Μίνωας είχε τον τρόπο του με τη μάζα. Τους έγδυνε από κάθε αξιοπρέπεια, τους στερούσε κάθε στοιχειώδες πολιτικό δικαίωμα αλλά από την άλλη φρόντιζε να οργανώνει δημόσια συμπόσια με δωρεάν φαγητό για τους «αγαπημένους υπηκόους» του, λαϊκές διασκεδάσεις, αθλητικές συναντήσεις κορυφής και οπωσδήποτε κατά καιρούς τους έκανε κάθε είδους εξυπηρετήσεις, μικρές ή μεγάλες: λιγότεροι ή και καθόλου φόροι, νόμοι φτιαγμένοι σε μια νύχτα για να προωθήσει τα συμφέροντα του ενός ή του άλλου κλάδου επιχειρήσεων. Είχαν όλοι από κάτι –δεν έχει σημασία αν ο λαός στην ουσία δεν είχε τίποτα- ο Μίνωας τους είχε όλους ήσυχους! Οι  ισχυροί γιατί τους έτρεφε κι αυτοί έτρεφαν αυτόν, οι αδύναμοι γιατί ένιωθαν δυνατοί: άλλοι ήταν αυτοί που εξορίζονταν, φυλακίζονταν, εκτελούνταν. Και το κωμικό είναι ότι οι αδύναμοι είναι αυτοί οι τύποι που χρόνια μετά, όταν το καθεστώς του Μίνωα θα καταγράφεται στην Ιστορία ως μια απολυταρχική φασιστική εξουσία, θα λένε «αν δεν ήσουν ανακατεμένος σε οργανώσεις και τέτοια, περνούσες μια χαρά. Δεν σε πειράζανε, αν δεν τους πείραζες».

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Είναι πολύ πιο εύκολο να εκθρονίσεις έναν τύραννο από το να βγάλεις από τους υπηκόους του τη νοοτροπία του ραγιά. Κι ο Μίνωας αυτό το παιχνίδι δεν το έπαιζε απλώς, το εφηύρε! Οι υπήκοοι είναι πάντα πιστοί. Αρκεί να εξακολουθούν να πιστεύουν ότι όλα τα μικρά πράγματα μέσα στις ζωές τους παραμένουν τα ίδια. Μπορούν να συνεχίσουν να χειροκροτούν τον ηγέτη, αφού κανείς δεν πειράζει τον μικρό τους κήπο που είπες κι εσύ πριν. Πολίτες ήσυχοι, το όνειρο κάθε εξουσίας! Παρ’ τους τα μεγάλα, που όμως δεν τα νιώθουν στην καθημερινότητά τους. Πες τους πως οι εκλογές κοστίζουν, γι’ αυτό δεν θα ήταν σκόπιμο να γίνονται και τόσο συχνά. Και τελικά είναι μετάθεση ευθύνης να ζητάς τη γνώμη τους. Τι σόι εξουσία είσαι αν δεν μπορείς να παίρνεις όλες τις αποφάσεις μόνος σου; Κάποτε σε επέλεξαν, αυθωρεί και παραχρήμα σου μετέθεσαν κάθε ευθύνη για να δρας ερήμην τους. Είναι όλα πιο βολικά έτσι.

 Δώσε τους μια ιδέα να μασουλάνε, όχι πολύ μεγάλη, μα αρκετή για να γαντζώσουν πάνω της την ελπίδα τους ή την οργή τους. Ένα κοινό καλό στο οποίο όλοι προσβλέπουν ή ένας κοινός εχθρός τον οποίο όλοι μισούν. Σημασία δεν έχει αν ελπίζουν ή αν μισούν. Σημασία έχει πως ό, τι ελπίζουν κι ό, τι μισούν, εσύ τους το έχεις δώσει.

Αποκοίμισέ τους με την ψευδαίσθηση μιας ύπαρξης που αυτονομείται όταν έχει. Άσε τους να έχουν λίγο από το κάτι. Πάντα πρέπει να έχουν κάτι. Για να φοβούνται μήπως το χάσουν. Γιατί εναντίον σου θα στραφεί αυτός που δεν έχει να χάσει τίποτα ή αυτός που θα καταλάβει ότι το κάτι που του δίνεις είναι τίποτα απολύτως. Γι’ αυτό αποχαύνωσέ τους. Τι αξία έχει η μόρφωση και η γνώση αν δεν μπορούν να μεταφραστούν σε έναν πρακτικό σκοπό; Δεν είναι πιο εύκολο ο καθένας να κλειστεί στο στενό κουτί της ιδιότητάς του και να μην κουράζει το μυαλό του συσσωρεύοντας άχρηστες πληροφορίες; Μάθε μόνο ό, τι σου είναι χρήσιμο. Χρήσιμο για να δουλεύεις. Δικός μου υπάλληλος. Σωριάζεται στην πολυθρόνα. Μια παύση. Ο μηχανικός νίκησε το βασιλιά…

Η Πασιφάη πηγαίνει κοντά του. Τον αγκαλιάζει.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ο Δαίδαλος νίκησε το Μίνωα. Αν το σκεφτείς, ο μοναδικός νικητής είσαι εσύ. Κάθε σου κίνηση και μια λύτρωση από ένα αδιέξοδο.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Νικητής δεν είμαι… Ακόμα κι αν νίκησα, ήταν μια νίκη με απώλειες. Έχασα τον Ίκαρο… και παρά λίγο να έχανα κι εσένα! Ευτυχώς εσένα σε έχω και θα σε έχω για πάντα. Η Πασιφάη τραβιέται από πάνω του και τον κοιτάζει σαν αν θέλει κάτι να του πει. Την κοιτάζει κι εκείνος. Τι είναι, συμβαίνει κάτι;

Η Πασιφάη κουνάει το κεφάλι της αρνητικά.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Τι είναι, αγάπη μου, πες μου. Κάτι θες να μου πεις, το βλέπω.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Εσύ δεν πιστεύεις στη μοίρα… Ασ’ το.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Έλα, θα σε ακούσω.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Τον πρώτο καιρό του γάμου μας βρεθήκαμε με τον Μίνωα σε μια γιορτή που διοργάνωνε προς τιμή του ένας σύλλογος… να δεις πώς τον έλεγαν… τέλος πάντων, κάτι «κυριών και δεσποινίδων», δεν θυμάμαι τώρα. Ήταν μια όμορφη ανοιξιάτικη μέρα, γεμάτη χρώματα και μυρωδιές. Κι εγώ είχα ακόμα μια ελπίδα ότι θα μπορούσα να αγαπήσω τον Μίνωα… Μια μικρή παύση. Τέλος πάντων. Κάποια στιγμή ο μαέστρος της ορχήστρας κατέβηκε από τη σκηνή και ήρθε στο τραπέζι μας για να υποβάλει τα σέβη του στο βασιλικό ζεύγος. Γύρισε προς το μέρος μου. «Έχετε κάποια προτίμηση, Μεγαλειοτάτη; Κάποιο αγαπημένο τραγούδι που θα θέλατε να ακούσετε;» «Όχι, όχι, δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιο τώρα.» «Τότε… τότε θα σκεφτώ εγώ ένα κομμάτι για σας.» Με κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα, κι έφυγε. Σε λίγο η ορχήστρα ξεκίνησε να παίζει ένα τραγούδι που δεν είχα ακούσει ποτέ ξανά. Ίσως ήταν πολύ καινούργιο ή πολύ παλιό. Κι ήταν η μελωδία και η φωνή που σου ξερίζωναν την καρδιά. Ένας αδιάκοπος σπαραγμός για μια αγάπη που τελείωσε και η ανάμνησή της πλανιέται πίσω από τις φυλλωσιές των δέντρων και μια ατέρμονη λαχτάρα ότι θα την ξανασυναντήσεις τώρα, στην επόμενη στροφή του δρόμου… Μα όχι… Μόνο νομίζεις πως ακόμα ακούς την αγαπημένη φωνή, μόνο νομίζεις ότι η επιστροφή θα ‘ρθει να σε βρει. Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα… Στα μισά του τραγουδιού, ο μαέστρος γύρισε προς το μέρος μου και με κοίταξε πάνω από τον ώμο του.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ομορφιά μου, ήταν μόνο ένα μελαγχολικό τραγούδι. Όλα τα ερωτικά τραγούδια είναι μελαγχολικά. Ο μαέστρος σου ίσως το διάλεξε γιατί το έπαιζε καλά η ορχήστρα του ή μπορεί απλώς να ήταν το επόμενο τραγούδι στο πρόγραμμα.

ΠΑΣΙΦΑΗ, που χαμογελάει αχνά: Θυμάσαι ένα μεσημέρι που βρεθήκαμε κρυφά σ’ εκείνο το εξοχικό κεντράκι λίγο πιο έξω από τη Φαιστό;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, με ένα νοσταλγικό ύφος: Φυσικά.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Είχε μια μικρή ορχήστρα, τρία άτομα όλα κι όλα. Πιο πολύ έμοιαζαν με πλανόδιους μουσικούς, θυμάσαι; Ο Δαίδαλος κουνάει το κεφάλι του καταφατικά.

Τους κεράσαμε ένα μπουκάλι κρασί. Γύρισαν προς το μέρος μας «στην υγειά σας! Το επόμενο τραγούδι είναι για την μικρή κυρία!» Αυτή τη φορά το τραγούδι το ήξερα, το αναγνώρισα αμέσως. Ήταν το ίδιο που είχε παίξει για μένα ο μαέστρος… Ένιωσα παράξενα, σχεδόν αγριεύτηκα. Σαν να είχαν διαβάσει κάτι πάνω στο πρόσωπό μου αυτοί οι άνθρωποι, λες κι είχα πάνω μου μια σφραγίδα που άνοιγε…

Ο Δαίδαλος την πλησιάζει. Τυλίγει τα χέρια του γύρω από τη μέση της.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Πασιφάη, αγάπη μου, μην ταλαιπωρείς το μυαλουδάκι σου με συμπτώσεις που έτσι κι αλλιώς ανήκουν στο παρελθόν!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Κι όμως, για κάποιους ανθρώπους η αγάπη είναι πόνος, μόνο πόνος…

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Είναι και πόνος. Κι εγώ σ’ αγαπώ –ένας θεός ξέρει πόσο- και τον πόνο που λες τον ξέρω, τον έχω νιώσει. Και οι δυο μας τον έχουμε νιώσει. Όμως όλα αυτά είναι πίσω μας! Τώρα επιτέλους μπορούμε να ζήσουμε την όμορφη πλευρά της αγάπης, με τα χρώματα και τις χαρούμενες μουσικές, ε; Τη σφίγγει πάνω του και τη φιλάει στα μαλλιά.

ΠΑΣΙΦΑΗ, που απομακρύνεται: Όλα αυτά τα χρόνια ήταν σαν ένας ατελείωτος αγώνας ταχύτητας, σαν κάποιο ηλεκτρονικό παιχνίδι που αδιάκοπα πρέπει να περνάς πίστες. Όχι για να φτάσεις στο τέρμα και να κερδίσεις το έπαθλο, κάθε άλλο. Αλλά για να κρατηθείς στη ζωή. Και πάντα υπάρχει η στιγμή που πρέπει να πάρεις εκείνη την κλειστή, πεταλωτή στροφή, με δεμένα μάτια και χωρίς να κόψεις ταχύτητα. Τι πιθανότητες δίνεις να μην καταλήξεις στον γκρεμό; Γυρίζει προς τον Δαίδαλο. Μερικές φορές κλείνω τα μάτια μου και φαντάζομαι ότι στέκομαι απέναντι από τον εαυτό μου, κρατώντας ένα πιστόλι. Και πυροβολώ… μία, δύο, τρεις… Κάθεται στο κρεβάτι.

Κοιτάζει έξω από το παράθυρο. Κι όμως, θα ‘θελα να μπορούσα να επιστρέψω…

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Πού;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Στον τόπο που δεν υπάρχει… στο παραμύθι της παιδικής μου ηλικίας.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που την πλησιάζει: Κανείς μας δεν είχε ιδέα για τίποτα. Όνειρα, σχέδια, φιλοδοξίες, αποδράσεις, όλα όμορφα στοιβαγμένα σε ένα σεντούκι. Λίγο-λίγο το ανοίγαμε κάθε τόσο και κρυφοκοιτάζαμε μέσα. Με φόβο, σα να ‘ταν το κουτί της Πανδώρας, με δειλία λες κι αν φωνάξεις με δύναμη το όνειρό σου αυτό θα εκραγεί στα χέρια σου. Αναζητήσαμε στόχους, είναι πιο βολικό, πιο πρακτικό. Οι θετικοί άνθρωποι βάζουν στόχους, όνειρα κυνηγάνε οι αιθεροβάμονες. Την κοιτάζει. Το παραμύθι των παιδικών μας χρόνων, αγάπη μου, είναι αυτό το σεντούκι. Το κουβαλάμε σε όλη μας τη ζωή, δεν αντέχουμε πια να το κοιτάμε, και το σέρνουμε πίσω μας. Δεν τολμάμε να το ανοίξουμε πια ούτε για να κρυφοκοιτάξουμε… Σταματάει για λίγο. Και καμιά φορά, μια τυχαία εικόνα, μια παλιά μελωδία φτάνουν για να γίνει το σεντούκι κόμπος στο λαιμό… Την αγκαλιάζει.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ξέρεις τι μου άρεσε να κάνω όταν ήμουν μικρή;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Τι;

ΠΑΣΙΦΑΗ, που ξεμακραίνει λίγο από την αγκαλιά του: Της μητέρας μου της άρεσε πολύ να κεντάει. Το σαλόνι στα διαμερίσματά της ήταν γεμάτο από πίνακες που είχε κεντήσει. Σε εκείνο το σαλόνι λοιπόν περνούσα ώρες ατελείωτες χαζεύοντας τα κεντήματά της. Δεν μου άρεσε το κέντημα. Με μάγευαν όμως οι εικόνες, τόσο προκλητικά στατικές που μπορούσα να στήσω πάνω τους όποια ιστορία ήθελα, δίνοντάς τους όποιο νόημα περνούσε από το μυαλό μου. Ένας πίνακας ήταν ο αγαπημένος μου. Έδειχνε ένα δάσος που το διέσχιζε ένα μικρό ποτάμι. Στο βάθος υπήρχε ένα σπίτι. Στο πρώτο πλάνο ένας άντρας στεκόταν πάνω σε μια βάρκα και κοιτούσε μια νεαρή γυναίκα που βρισκόταν στην όχθη του ποταμού. Λίγα μέτρα πιο πέρα ένα μικρό κοριτσάκι φαινόταν να παρακολουθεί τον άντρα και τη γυναίκα. Στην παιδική μου φαντασία ο βαρκάρης ήταν ερωτευμένος με τη γυναίκα που καθημερινά πήγαινε και έφερνε με τη βάρκα του. Εκείνη όμως δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει, ήταν παντρεμένη κι έμενε στο σπίτι στο φόντο του πίνακα. Το κοριτσάκι ήταν η κόρη της, μια εύθραυστη φιγούρα κι όμως τόσο δυνατή μέσα στην εικόνα και στη σκέψη της γυναίκας. Μια παύση. Ήταν μια παράνομη φυγή, απαγορευμένη. Κι ανεκπλήρωτη, για πάντα παγιδευμένη μέσα στις βελονιές του κεντήματος. Γυρίζει προς τον Δαίδαλο. Παράξενο δεν είναι; Απ’ όσους πίνακες έχω δει στη ζωή μου, πάντα κουβαλάω αυτή την εικόνα, από εκείνο το κέντημα της μητέρας μου. Μια απόπειρα απόδρασης σε μια κυκλική διαδρομή. Μου δίνεις ένα τσιγάρο; Ο Δαίδαλος της ανάβει το τσιγάρο και της το δίνει.

Αν το καλοσκεφτείς, είναι αστείο. Τελικά, κανείς μας δεν πήγε ποτέ πουθενά.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Όταν ήμουν μικρός μου άρεσε να κοιτάζω τους δρόμους της πόλης. Ήθελα κάποια μέρα να τους περπατήσω όλους, κάθε λεωφόρο, κάθε στενό, να φτάσω μέχρι το τέρμα τους, να δω πού κατέληγαν.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Το έκανες τελικά;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Δεν πρόλαβα. Μια στρωμένη και στρωτή ζωή, με συγκεκριμένα δρομολόγια, η ενηλικίωση μας. Ήταν χάσιμο χρόνου να περιπλανιέσαι στα στενά της πόλης.

ΠΑΣΙΦΑΗ, που ξαφνικά αποκτά μια λάμψη στο βλέμμα: Και τι μας εμποδίζει να περπατήσουμε τώρα όλα τα στενά; Να χάσουμε όσο χρόνο θέλουμε; Να χάσουμε όλο το χρόνο; Να ανοίξουμε επιτέλους το σεντούκι;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, με ένα αδιόρατο χαμόγελο: Πρακτικά ποτέ δεν μας εμπόδιζε κάτι, εκτός από τον εαυτό μας. Και η συνθήκη που αυτός μας δημιουργούσε.

ΠΑΣΙΦΑΗ, με μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας: Ο εαυτός μας, οι συνθήκες… Τώρα τίποτα απ’ όλα αυτά δεν υπάρχει, Δαίδαλε! Λύσαμε όλους τους γρίφους, καταλύσαμε όλους τους νόμους, θείους και ανθρώπινους, διασχίσαμε το χάος και φτάσαμε εδώ, ένας φιλόδοξος μηχανικός και μια ματαιόδοξη πριγκίπισσα. Πιστεύεις αλήθεια ότι είμαστε οι ίδιοι άνθρωποι τώρα πια; Η Κνωσός ήταν ένα αδίστακτο χωνευτήρι,  μας κονιορτοποίησε, μας συνέθλιψε αλλά και μας έδωσε βήμα για να φανερώσουμε τις πιο σκοτεινές, τις πιο αδίσταχτες πλευρές του χαρακτήρα μας.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, σχεδόν υποτονικά: Η Κνωσός μας άλλαξε όλους.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Και μας λύτρωσε!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που την κοιτάζει με απορία: Μας λύτρωσε; Από τι;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Από το φόβο του να παραδεχτείς ότι μπορείς να υπερβείς τα όρια, ότι πάντα έχεις το δικαίωμα στην επιλογή του άκρου. Η Κνωσός μας άφησε να γίνουμε ό, τι φοβόμασταν πως μπορούσαμε να γίνουμε!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Κι αυτό είναι λύτρωση;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Η μεγαλύτερη! Ένα γερό χαστούκι, ένα απότομο ξύπνημα, σα να ακούγονται σειρήνες πολέμου. Γίναμε ένα με το χώμα...

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: … γιατί δεν τολμήσαμε να ανοίξουμε ποτέ το σεντούκι… Κάθεται στο κρεβάτι. Η Πασιφάη τον πλησιάζει. Μια μικρή παύση.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ο Θησέας και ό Ίκαρος, όμως;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που κουνάει τι κεφάλι του με ένα αχνό χαμόγελο: Ο Θησέας κι ο Ίκαρος το άνοιξαν… ήθελαν να δουν όλο τον κόσμο από ψηλά και τόλμησαν να σηκωθούν και να κοιτάξουν. Γυρίζει και την κοιτάει. «Στον κόσμο που ήρθαμε, χορτάσαμε γκρεμό»…

ΠΑΣΙΦΑΗ: Τι;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ένας στίχος από ένα αγαπημένο τραγούδι. Όταν ήμουν μικρός άκουγα τη μητέρα μου να τραγουδάει. Είχε μια υπέροχη φωνή. Έλεγε παλιά τραγούδια, δεν τα άκουγες συχνά στο ραδιόφωνο. Κι ήταν κι αυτά τα τραγούδια, όπως και τα κεντήματά σου, ολόκληρες ιστορίες.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Τι ήθελες να γίνεις όταν ήσουν μικρός;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Πάντα μου άρεσε να φτιάχνω πράγματα, να δημιουργώ με τα χέρια μου.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Άρα έγινες αυτό που ήθελες.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Χωρίς όμως να ξέρω, ακόμα και τώρα, αν έγινα αυτός που ήθελα. Την πλησιάζει. Ξέρω όμως ποιος θέλω να είμαι τώρα.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Ποιος;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Αυτός που θα χάσει όλο το χρόνο περπατώντας όλους τους δρόμους μαζί σου. Την αγκαλιάζει.

ΠΑΣΙΦΑΗ, που χαμογελάει: Ξέρεις να χορεύεις;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, γελώντας: Ο χορός δεν ήταν ποτέ το δυνατό μου σημείο!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Θα σε μάθω εγώ! Μικρή ήθελα να γίνω μπαλαρίνα!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Πασιφάη, είπαμε να ανοίξουμε το σεντούκι, αλλά τώρα το παράκανες! Γέλια.

ΠΑΣΙΦΑΗ, που τον τραβάει στο κέντρο της σκηνής: Λοιπόν, έλα δω. Τον κοιτάζει σκεπτική. Χμ, θέλεις να σου μάθω βαλς;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που την κοιτάζει με μια χαρούμενη απορία: Έχω επιλογή να πω όχι;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Όχι!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Μα τότε φυσικά ναι! Γελάνε ξανά.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Βάλε το χέρι σου στη μέση μου… Ωραία. Ψηλά το στέρνο. Έτσι. Λοιπόν, με ακολουθείς και μετράς μαζί μου, ναι;

Ο Δαίδαλος γνέφει ναι και κοιτάζει τα πόδια του.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Μην κοιτάς τα πόδια σου! Ψηλά το κεφάλι! Ωραία. Ένα, δύο, τρία, ένα, δύο, τρία, ένα, δύο, τρία… Πολύ ωραία! Προσπάθησε τώρα να με καθοδηγείς εσύ!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ε τώρα μου ζητάς πολλά! Καλά-καλά δεν ξέρω τα βήματα! Δεν το ‘χω ξανακάνει!

ΠΑΣΙΦΑΗ, που τον κοιτάζει τρυφερά: Το κάνεις από τη μέρα που με γνώρισες. Μου κρατάς το χέρι, ανοίγεις δρόμο κι εγώ σ’ ακολουθώ…

Ο Δαίδαλος της χαμογελάει, σκύβει και τη φιλάει και συνεχίζουν να χορεύουν.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Λοιπόν, να ξέρεις, θα με πηγαίνεις για χορό κάθε εβδομάδα!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Θα σε πηγαίνω!

ΠΑΣΙΦΑΗ: Μη χάνεις το βήμα.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Μπερδεύομαι! Γέλια.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Θες να χορέψουμε με μουσική; Ακούγοντας το ρυθμό θα σου είναι πιο εύκολο.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Κάτσε να ανοίξω το ραδιόφωνο. Με την ελπίδα βέβαια ότι θα πετύχουμε ένα βαλς.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Κι αν δεν έχει βαλς;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που την κοιτάει στα μάτια: Θα συνεχίσουμε να ψάχνουμε μέχρι να το βρούμε. Ξαφνικά το βλέμμα του λάμπει. Έχεις πάει ποτέ στη Βιέννη;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Όχι! Εσύ;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Όχι. Τι θα ‘λεγες να πηγαίναμε;

ΠΑΣΙΦΑΗ, γελώντας: Γιατί το ραδιόφωνό σου μπορεί να μην έχει βαλς, αλλά εκεί θα βρούμε όσα βαλς θέλουμε! Κοντοστέκεται για λίγο. Κι ο γύρος της Σικελίας που λέγαμε; Δεν θα τον κάνουμε;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που ανοίγει το ραδιόφωνο. Χαμηλά ακούγεται το Into my Arms, Nick Cave: Μα φυσικά, αγάπη μου! Αύριο κιόλας μπορούμε να φύγουμε! Η Σικελία θα σου αρέσει πάρα πολύ.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Και με τη δουλειά σου; Τι θα κάνεις;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που πηγαίνει πάλι κοντά της και την αγκαλιάζει: Για πρώτη φορά στη ζωή μου νομίζω ότι μπορώ να την αφήσω λίγο στην άκρη! Αυτό που ακούμε τώρα τι είναι;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Νομίζω ότι θα μπορούσε να χορευτεί σαν rumba. Τον κοιτάζει, ξαφνικά λίγο θλιμμένη: Μη μ’ αφήσεις ποτέ από τα χέρια σου!

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ποτέ αγάπη μου!

«Διακόπτουμε το πρόγραμμά μας για μια έκτακτη είδηση. Ο νέος βασιλιάς της Κρήτης, Ραδάμανθυς, δήλωσε ότι θα κάνει το παν για να εξιχνιάσει το θάνατο του πολυαγαπημένου αδελφού του και λαμπρού ηγέτη Μίνωα. Σύμφωνα με αξιόπιστες πηγές, ο Ραδάμανθυς φέρεται να κατευθύνει την έρευνα προς άτομα στο στενό οικογενειακό περιβάλλον του Μίνωα καθώς και στο επιτελείο των συνεργατών του, ενώ αφήνει αιχμές για τον χειρισμό της υπόθεσης από τις Σικελικές αρχές, στην ουσία κατηγορώντας άμεσα τον Κυβερνήτη της Κύμης Κώκαλο για συγκάλυψη της υπόθεσης. Μέχρι στιγμής δεν έχει υπάρξει κάποια επίσημη αντίδραση από την πλευρά του Κυβερνήτη Κώκαλου. Συνεχίζουμε με πολλή και καλή μουσική…

Ο Δαίδαλος κλείνει το ραδιόφωνο. Κοιτάζονται με την Πασιφάη χωρίς να μιλάνε.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Και τι ώρα λες να ξεκινήσουμε αύριο;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που εξακολουθεί να την κοιτάει: Νωρίς το πρωί.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Οι Συρακούσες είναι μακριά από το Παλέρμο;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Είναι στην άλλη άκρη του νησιού, στο Ιόνιο πέλαγος.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Κι όταν κάνουμε τον γύρο της Σικελίας, θα πάμε στη Βιέννη;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Μπορούμε να περάσουμε απέναντι και να πάμε πρώτα στην Ιταλία.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Θα ’θελα να μείνω λίγο ακόμα στο Παλέρμο. Δεν πρόλαβα να το δω…

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Μα θα ξαναγυρίσουμε, γλυκιά μου, στο Παλέρμο. Εδώ θα μείνουμε.

ΠΑΣΙΦΑΗ, βουρκωμένη: Κι αν δε γυρίσουμε; Μια παύση. Είπες πως τα δωμάτια σ’ αυτό το ξενοδοχείο έχουν διαφορετική θέα μεταξύ τους.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Ναι, καρδιά μου.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Μπορούμε να δούμε την κάθε μια ξεχωριστά και όλες μαζί; Τον κοιτάει στα μάτια.

ΔΑΙΔΑΛΟΣ, που δεν την αφήνει από τα μάτια του και την αγκαλιά του, με έναν κόμπο στο λαιμό: Μπορούμε, πώς όχι;

ΠΑΣΙΦΑΗ: Τις στέγες που μοιάζουν με τεράστια φάτνη;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Κι αυτές και την Πλατεία του Αγίου Φραγκίσκου.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Και την Piazza Borsa;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Κι αυτήν.

ΠΑΣΙΦΑΗ: Από ψηλά; Απ’ όσο πιο ψηλά γίνεται;

ΔΑΙΔΑΛΟΣ: Απ’ όσο πιο ψηλά γίνεται.

Προχωράει και της προτείνει το χέρι του. Ακούγεται ο Caruso να λέει το Je crois entendre encore από την όπερα Les pêcheurs de perles. Ο Δαίδαλος και η Πασιφάη στροβιλίζονται αργά και κατευθύνονται προς το παράθυρο. Στέκονται μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο με πλάτη γυρισμένη προς τους θεατές. Τα φώτα χαμηλώνουν και τους ακολουθεί ένας προβολέας. Η μουσική για λίγο χαμηλώνει κι ακούγεται μια φωνή εκφωνητή στο ραδιόφωνο: «Πριν λίγο ένας άντρας και μια γυναίκα αγνώστων στοιχείων έπεσαν από τον τέταρτο όροφο κεντρικού ξενοδοχείου στο Παλέρμο. Η αστυνομία ερευνά αν πρόκειται για ατύχημα ή διπλή αυτοκτονία».

Η μουσική δυναμώνει, ο προβολέας σιγά-σιγά σβήνει, η αυλαία πέφτει.