Ετικέτες

80's (1) αγανακτισμένοι (1) ανθρακωρύχοι (1) απεργία (1) απολιτικ (1) Αρκετά Καλός (1) Βαρουφάκης (1) Βενιζέλος (1) γάμος (1) γλυκά (1) γλώσσα (1) διήγημα (1) εκλογές 2015 (2) εξουσία (1) επαίτες (1) επιβάτες (1) επιστολή (1) Ζωή Κωνσταντοπούλου (1) ηλεκτρικός (3) θαυμάζω (1) θηλυκότητα (1) καθρέφτης (1) Καλλιθέα (1) κιλά (1) ΚΚΕ (1) κράζω (1) κρίση (1) κυβέρνηση (2) Κύριος (1) Λάλας (1) μάγος (1) μαντήλα (1) Μεγάλη Βρετανία (1) Μέρκελ (1) μέσα κοινωνικής δικτύωσης (1) Μοναστηράκι (2) Μουσουλμανισμός (1) μπούργκα (1) ναρκωτικά (1) ΝΔ (1) Παπαδιαμάντης (1) παραμύθι (2) ΠΑΣΟΚ (1) Πλατεία Δαβάκη (1) πολιτικά ορθό (1) πολιτική ορθότητα (1) ΠΟΤΑΜΙ (1) πρίζα (1) πρωθυπουργός (1) Ρωξάνη (1) Σαμαράς (2) σπολλάτη. παιδιά (1) Σταχτομπούτα (1) ΣΧΕΣΕΙΣ (1) σχέσεις (1) ταινία (1) Ταύρος (2) Τέλειος (1) Τζήμερος (1) τραπέζι (1) Τριανταφυλλίδης (1) Τσίπρας (2) τυρκουάζ (1) υλική στέρηση (1) φεμινισμός (1) φτώχεια (1) Χατζηνικολάου (1) χορευτής (1) Χριστούγεννα (1) χωριό του Άι Βασίλη (1) ψήφος (1) AIDS (1) Barbie (1) Da Capo (1) facebook (1) gay (1) jumbo (1) LGSM (1) lifestyle (1) Matthew Warchus (1) pride (1) social media (1) tweet (1) twitter (1)

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟ, Μέρος 4ο, |ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΨΗΛΑ...|

Λίγο πριν τις δώδεκα, σχεδόν μεσημέρι, σε ένα σχεδόν φθινοπωρινό Σάββατο που κυνηγιέται με την ψύχρα και τον ήλιο, για μια φορά ακόμα βρίσκομαι στον σταθμό του ηλεκτρικού στον Ταύρο. Ψάχνω να βρω μια ιδέα, μια ιστορία. Κοιτάζω γύρω μου στο σταθμό όση ώρα περιμένω. Παρατηρώ και προσπαθώ να φανταστώ. Εξακολουθώ να κάνω το ίδιο και πάνω στο βαγόνι, όμως κανείς από τους συνεπιβάτες μου δε μου κινεί το ενδιαφέρον, κανείς δε μου λεει κάτι, λες και είναι μια μέρα που η μόνη ιστορία που θα μπορούσε να πει κανείς είναι ότι απλώς πήρε τον ηλεκτρικό κι έκανε τη διαδρομή Ταύρος-Μοναστηράκι. Αλλά ίσως τελικά η ιστορία θα έρθει να σε βρει μόνη της...

"Επόμενος σταθμός, Πετράλωνα". Ο συρμός σταματάει, ο κόσμος στριμώχνεται, όλοι θέλουν να κατέβουν κι όλοι θέλουν να ανέβουν αλλά κανείς δεν μπορεί να περιμένει, κανείς δεν μπορεί να κάνει λίγο στο πλάι.  

Ακούω πρώτα τη φωνή. Μια φωνή θυμωμένη, υπερβολικά υψωμένη για δημόσιο χώρο, γεμάτη βίαιες προστακτικές, ποτισμένη από περιφρόνηση, με μια νότα αγανάκτησης στο τελείωμά της, σα να αποζητάει μια συλλογική συγκατάβαση, μια επιβεβαίωση πως δίκιο έχει. Η φωνή είναι ένας άντρας γύρω στα εξήντα, με πλούσια γκρίζα μαλλιά  και μούσι. Φοράει γυαλιά ηλίου και κουβαλάει μια χάρτινη σακούλα που μέσα της έχει στοιβαγμένα πράγματα, τυλιγμένα με τη σειρά τους σε πλαστικές σακούλες. 

Η φωνή εξακολουθεί σχεδόν ακατάπαυστα να μιλάει. Όχι στον εαυτό της βέβαια, κάθε άλλο. Έχει μαζί της ένα παιδί, μεταξύ δεκαεπτά και είκοσι. Φοράει ένα jockey χαμηλωμένο τόσο που ακουμπάει στα γυαλιά ηλίου που κρύβουν τα μάτια του, με το κεφάλι του σκυμμένο, σα να θέλει να κρύψει όσο από το πρόσωπό του φαίνεται. Η δική του φωνή είναι σχεδόν ένα τραύλισμα, σα να φτάνει παντού αργοπορημένη, κουβαλώντας μέσα της όχι νωχέλεια, μα μια βεβαιότητα πως όλο αυτό όσο μάταιο κι αν είναι, όσες φορές κι αν έχει επαναληφθεί, δεν θα σταματήσει. 

Είναι δύσκολο να διακρίνω αν έχει κάποια νοητική δυσχέρεια ή αν είναι χρήστης ουσιών, η αμφιταλαντευόμενη φωνή του και το μόνιμα γερμένο προς τα εμπρός κορμί του με παραπέμπουν και στα δύο. Στο τέλος όμως τα λεγόμενά του μου αφήνουν την εικόνα μιας ταλαιπωρημένης ύπαρξης που κατορθώνει και παραμένει -με κόπο, βέβαια- διαυγής, όποια κι αν είναι η κατάστασή της. 

Η πρώτη φωνή συνεχίζει με στόμφο και αποστροφή, απαριθμεί λάθη, παραλλείψεις, απευθύνεται με χαρακτηρισμούς. Δεν έχει σημασία το περιεχόμενο της συζήτησης: κάποια άδεια που έπρεπε να ανανεωθεί, μια μπαταρία κινητού που έπρεπε να αλλαχθεί, ένας πατέρας που "θα πάει σπίτι το μεσημέρι και θα τα σπάσει όλα." 

Και σε κάθε φράση που ολοκληρώνει προσθέτει ένα "μη σκύβεις, ψηλά το κεφάλι σου". Η άλλη -η "μη φωνή"- ψελλίζει κάποιες εξηγήσεις, χωρίς ποτέ να προλάβει να τις ολοκληρώσει. Αλλά ακόμα κι όταν διατυπώνει ένα νόημα ολοκληρωμένο, το ακούν μόνο οι έκπληκτοι και αμήχανοι επιβάτες στο βαγόνι. Και δεν είναι αυτοί ο συνομιλητής της.  Κι όμως δεν είναι τα υποτιμητικά σχόλια ούτε οι απαξιωτικές παρατηρήσεις που κάνουν τη "μη φωνή" να βουλιάζει στο δάπεδο του βαγονιού. Είναι αυτό το "ψηλά το κεφάλι σου".

Ακόμα κι αν του λείπει η πνευματική καθαρότητα ή η απαιτούμενη νηφαλιότητα, είναι σε θέση να καταλάβει ότι του είναι αδύνατο να κρατήσει ψηλά το κεφάλι του κάτω από το βάρος των επάλληλων προσβολών σε δημόσια ακρόαση. Του είναι αδύνατο να κρατήσει ψηλά το κεφάλι του απέναντι στους επιβάτες αυτού του βαγονιού, του είναι αδύνατο να κρατήσει το κεφάλι του ψηλά απέναντι σε όλο τον κόσμο. 

Δεν έχω κάποιο συγκεκριμένο λόγο για να κατέβω στο Μοναστηράκι, μπορώ να συνεχίσω τη διαδρομή μέχρι εκεί που πάνε οι δύο φωνές. Όμως δεν αντέχω να ακούω άλλο. Προσωπική αδυναμία, κοινωνική αμηχανία, ένα αίσθημα αδικίας και μια αγανάκτηση που ο θέσει ισχυρός τσαλαπατάει τον εξαρτώμενο με σπρώχνουν και με κάνουν σχεδόν να πεταχτώ στην αποβάθρα μόλις ανοίγουν οι πόρτες. 

Η διαδρομή Πετράλωνα - Μοναστηράκι διαρκεί τέσσερα λεπτά. Τέσσερα λεπτά που φάνηκαν ατελείωτα σε έναν τυχαίο επιβάτη... Πόσα τέτοια τέσσερα ανυπόφορα λεπτά να έχει αθροίσει η "μη φωνή", άραγε; 

Πολύ συχνά, κοιτάζοντας τυχαία ανθρώπους σε φανάρια, βαγόνια, μαγαζιά φαντάζομαι ολόκληρες ιστορίες που μπορεί να τους αφορούν. Για αυτά τα τέσσερα λεπτά όμως δεν ήθελα να φανταστώ τίποτα περισσότερο. Γιατί η ενστικτώδης γνώση παραήταν αρκετή... 

Ανακατεύομαι με τον κόσμο στην πλατεία, χώνομαι στα στενά της Πλάκας, θέλω πάση θυσία να αφήσω πίσω μου τα τέσσερα λεπτά και τις δύο φωνές. Χρόνια τώρα έχω μάθει ό, τι με στοιχειώνει να το ξορκίζω γράφοντας. Είναι ο δικός μου τρόπος να κατορθώνω να κρατάω ψηλά το κεφάλι μου. Δεν μπορώ να σκεφτώ τι θα βοηθούσε τη "μη φωνή" να κρατήσει το κεφάλι της ψηλά... έχω μόνο μέσα μου μια αφελή, σχεδόν κουτή ελπίδα ότι κάποτε θα κατορθώσει να το κάνει, να κοιτάξει τον ουρανό, να βρει ορίζοντα και λύτρωση. Αλλά αυτή είναι μια παιδική ελπίδα...

Καλή σας μέρα...